ΕΞΟΔΟΣΣτο Jazz in Jazz, υπάρχουν 12.000 δίσκοι και 120 ετικέτες ουίσκι. Μην ψάξετε WiFi, δεν ...

Στο Jazz in Jazz, υπάρχουν 12.000 δίσκοι και 120 ετικέτες ουίσκι. Μην ψάξετε WiFi, δεν υπάρχει.

Ξεκίνησε από έναν ναυτικό, ύστερα από ένα ταξίδι στη Νέα Ορλεάνη, το 1978 στο Ρέθυμνο και μεταφέρθηκε στο Κολωνάκι το 1995. Από τότε παραμένει ο αθηναϊκός ναός της τζαζ, ένα από τα τελευταία αυθεντικά ποτάδικα της πόλης.
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Δεν είναι μόνο τα καλά ποτά, η προσεγμένη διακόσμηση, η επιλεγμένη μουσική που φτιάχνουν το όνομα ενός μαγαζιού. Υπάρχουν άλλωστε πολλά στην Αθήνα που έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά στις σωστές δόσεις. Αν κάτι δίνει χαρακτήρα στα μπαρ αυτό είναι οι άνθρωποι, εκείνοι που αρχικά τα χτίζουν και, στη συνέχεια, εκείνοι που τα προτιμούν.

Ανάμεσα στις μπάρες που δικαιούνται να χαρακτηρίζονται ατμοσφαιρικές, μία από αυτές βρίσκεται στην περιοχή της Δεξαμενής στο Κολωνάκι. Είχε δημιουργηθεί από τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις του Κώστα Σπανού, ενός πρώην ναυτικού που δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Με το ξύλο να κυριαρχεί, χαμηλό φωτισμό και τζαμαρίες που βλέπουν στην ανηφορική (ή κατηφορική, όλα θέμα οπτικής είναι) Δεινοκράτους, το Jazz in Jazz είναι φτιαγμένο από ενθυμήματα που ταξίδεψαν θάλασσες, στολισμένο με φωτογραφίες μεγαθήριων της τζαζ και μουσικά ντυμένο με ηχογραφήσεις του είδους από τη δεκαετία του ‘20 μέχρι τη δεκαετία του ‘70.

Από άποψη δεν έχει WiFi. Αυστηρά.

Ανοίγει καθημερινά στις 8 το βράδυ και κλείνει στις 3 το ξημέρωμα από τον Βαγγέλη Σπανό που βρίσκεται πλέον πίσω από τη μπάρα του. Δουλεύει ανάμεσα σε 12 χιλιάδες δίσκους, 200 πλάκες γραμμοφώνου και 700 κασέτες που έγραφε ο θείος του μέχρι να πατήσει στη στεριά. Έξω από αυτή την μπάρα, τα αγαπημένα του σημεία είναι οι δύο γωνιακές της θέσεις που, όπως παρατηρεί χρόνια, είναι αυτές που προσελκύουν όσους θέλουν να βγουν μόνοι τους.

Τα ποτά «είναι πληρωτέα άμα τη εμφανίσει», το μαγαζί ήταν και παραμένει self service αφού ο δημιουργός του Jazz in Jazz, εκτός του ότι ήθελε να χρησιμοποιήσει ένα απομεινάρι της ποταπαγορεύσης, είχε φτιάξει κι ένα μαγαζί σαν να ήταν το σαλόνι του. Περίμενε τους φίλους και τους θαμώνες να ζητήσουν από εκείνον ό,τι θέλουν, να τους φερθεί σαν οικοδεσπότης, να ανταλλάξουν μερικές κουβέντες.  

Για τον Κώστα Σπανό, «η τζαζ είναι η θλίψη της πιο βαθιάς ευτυχίας» και για όσους δεν γνωρίσατε τον δημιουργό ενός κλασικού πλέον μπαρ της πόλης, μπορείτε να δείτε τη φωτογραφία του πάνω στα σπίρτα που βρίσκονται σε μια γυάλα στη μπάρα. Θα γνωρίσετε όμως σίγουρα τον ανιψιό του Βαγγέλη, έναν άνθρωπο που συντηρεί μια αξιοζήλευτη κληρονομιά που θα ζήλευαν πολλοί και για την οποία μας μίλησε… 

«Το 1978, ο θείος μου άνοιξε το μαγαζί στην Αγία Γαλήνη στο Ρέθυμνο. Είχε καταγωγή από την Καρδίτσα αλλά πήγε στρατό στην Κρήτη κι έτσι τη γνώρισε. Επειδή του είχε αφήσει ωραίες αναμνήσεις, ήθελε να κάνει εκεί το ξεκίνημά του. Μετακόμισε στο νησί, έφτιαξε τον πρώτο του χώρο όπως είναι ο σημερινός, γεμάτος με αντικείμενα από ταξίδια και φίλους του.

Στη Δεινοκράτους βρέθηκε το 1995, ήταν γραφειοκρατικό το ζήτημα. Εκείνος ήταν ναυτικός κι έκανε πολλά ταξίδια, ήρθε σε επαφή με την μουσική ακούγοντας ραδιόφωνο στο καράβι κι όσο ταξίδευε ανακάλυπτε σταθμούς, ακούσματα και δίσκους. Κάποια στιγμή μπάρκαρε στη Νέα Ορλεάνη κι εκεί αποφάσισε να τα παρατήσει αυτή τη δουλειά για να κάνει κάτι που αγάπησε πολύ στην πορεία.

Το κάθε αντικείμενο που υπάρχει εδώ έχει τη δική του ιστορία, η λύρα είναι δώρο του Ψαραντώνη (ήταν πολύ καλοί φίλοι), το θυροτηλέφωνο που βλέπεις μπαίνοντας είναι από τη Γαλλία και είναι γεμάτο με ονόματα καλλιτεχνών που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία. Επίσης, όταν ο θείος είχε φτάσει στη Νέα Ορλεάνη ήθελε να μπει σε ένα στέκι μαύρων. Μια μέρα κατέβηκε σε ένα υπόγειο με μπιλιάρδα, με το που τον είδαν τον πήραν στο κυνηγητό. Του πέταξαν μια μπάλα μπιλιάρδου -ευτυχώς δεν τον πέτυχε- χτύπησε στο πεζοδρόμιο και του ήρθε στα πόδια. Την πήρε μαζί του και την έβαλε στο μπαρ.

Δεν έχει αλλάξει τίποτα στον χώρο αυτό ήθελε κι ο ίδιος, το μόνο που πείραξα είναι τα ποτά. Ο θείος μου δεν ήταν γνώστης του ποτού,  είχε φτιάξει ένα μπαρ σαν να είναι σπίτι του, έναν χώρο για τους φίλους και τους γνωστούς του. Από τη στιγμή που δεν είμαι εκείνος αλλά ήθελα να προσφέρω κάτι έβαλα 120 ετικέτες ουίσκι στο μπαρ (από τις 300 συνολικά), αυτή η ποικιλία αποτελεί έναν λόγο για τον οποίο που φημίζεται το μαγαζί σήμερα.

Για τον θείο μου, το μπαρ ήταν το παιδί του, δεν είχε δική του οικογένεια και ήθελε κάπου να το αφήσει, σε κοντινά του πρόσωπα που να τους αρέσει ο χώρος αλλά και η συγκεκριμένη μουσική. Εγώ βρέθηκα προ εκπλήξεως με αυτή την κληρονομιά, λατρεύω την τζαζ αλλά και τον χώρο, είμαι από παιδί εδώ μέσα, είχα από μικρός επαφή με τη μουσική που αγαπούσε κι ο ίδιος και έτσι το μαγαζί κατέληξε σε μένα.

Θαμώνες υπάρχουν πάρα πολλοί, από παλιά, το επισκέπτονται πολλοί μουσικοί, ακόμα κι από την Κρήτη ακόμα έρχονται στο μαγαζί αρκετές φορές τον χρόνο, το έχουν αγαπήσει γιατί είχαν δεθεί με τον θείο μου. Μου αρέσει αυτή η δέσμευση που έχουν με τον χώρο, με χαροποιεί που θυμούνται το μπαρ και το τιμούν ακόμη γιατί έτσι τιμούν εκείνον.

Αν μπεις στο μαγαζί, ή νιώθεις κάτι ή δεν το νιώθεις. Έχουν υπάρξει πελάτες που θέλουν να μου περιγράψουν πως αισθάνονται στον χώρο και δεν έχουν ακριβώς τα λόγια, ίσως εκείνοι είναι που τον απολαμβάνουν πραγματικά.

Είναι το πρώτο μαγαζί που δούλεψα και μερικά βράδια που σκέφτομαι ότι δεν θέλω να φύγω ποτέ από τον αυτόν χώρο. Ένα από αυτά ήταν όταν μια Κυριακή ήθελα να αλλάξω μια λάμπα, γίνεται ένα βραχυκύκλωμα και δεν έχω ρεύμα στο μισό μαγαζί ούτε καν για μουσική, φωτίζουν μόνο τα ποτά και τα μπάνια. Καθώς κλειδώνω το μαγαζί, ένας παλιός πελάτης του θείου  έχει μόλις φτάσει και με ρωτάει: “Σε πειράζει να μείνουμε μαζί; Έχω φέρει μερικούς φίλους πρώτη φορά, έτσι κι αλλιώς το μαγαζί το ξέρω και λέω να κάτσουμε για πάρτη μας”. Ανοίγω το μαγαζί, ανάβουμε δυο κεριά, μπαίνει μια κοπέλα, της εξηγούμε την κατάσταση και θέλει να κάτσει. Έρχεται κι ένα ζευγάρι, κάθεται. Το μαγαζί σε λίγη ώρα γέμισε, όλοι κρατάνε από ένα κερί και ακούμε μόνο γραμμόφωνο.

Η τζαζ έχει ιστορία και δυστυχώς σπανίζουν τα μαγαζιά που της αφιερώνουν χρόνο. Κι όμως, βλέπω ότι εδώ τουλάχιστον ο κόσμος ενδιαφέρεται για τη μουσική, ακόμα και νεώτεροι από μένα έρχονται να με ρωτήσουν ποιος δίσκος παίζει, που μπορούν να τον προμηθευτούν, αν υπάρχουν σχετικά βιβλία, ποια είναι τα πρώτα βήματα για να γνωρίσουν το είδος. Μ’ αρέσει αυτό το κομμάτι της δουλειάς, η μουσική είναι για να μοιράζεται, πόσο μάλλον η τζαζ που έχει τόση ιστορία».

Jazz in Jazz, Δεινοκράτους 4, Κολωνάκι. Tηλ: 2107258362

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.