ΣΙΝΕΜΑΤι γλώσσα μιλάει μια ελληνική ταινία, όταν προβάλλεται σε άδεια αίθουσα;

Τι γλώσσα μιλάει μια ελληνική ταινία, όταν προβάλλεται σε άδεια αίθουσα;

Προδημοσίευση της ανασκόπησης του Ιωσήφ Πρωϊμάκη για τα πεπραγμένα του ελληνικού σινεμά τη χρονιά που πέρασε, από την ετήσια απολογιστική έκδοση της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, που θα βρίσκεται σύντομα στα βιβλιοπωλεία.
Ο κινηματογράφος Αττικόν του οποίου η πρόσοψη κάηκε κατά τη διάρκεια συλλαλητηρίου τον Φλεβάρη του 2012 (Φωτογραφία: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS)

Ο κινηματογράφος Αττικόν του οποίου η πρόσοψη κάηκε κατά τη διάρκεια συλλαλητηρίου τον Φλεβάρη του 2012 (Φωτογραφία: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS)

Κοντά 10 εκατομμύρια εισιτήρια κόπηκαν φέτος στις ελληνικές αίθουσες. Περίπου 10% περισσότερα από πέρυσι, όπως σημειώνει στη φετινή έρευνά του κι ο Δημήτρης Κολιοδήμος λίγες σελίδες πιο κάτω, κι αυτό βέβαια είναι κάτι το ενθαρρυντικό μετά την κατά συρροήν κατρακύλα των εισπρακτικών επιδόσεων της χώρας, αλλά δεν αλλάζει και πολύ την μεγάλη, αδιαμφισβήτητη, ζοφερή εικόνα: οι Έλληνες δεν πάνε σινεμά. Κι αν λέμε γενικά πως βλέπουν πολύ λίγο σινεμά, πού να δεις τι γίνεται όταν μιλάμε για ταινίες που μιλάνε ελληνικά.

Λιγότερα από 1 εκατομμύριο εισιτήρια κόψαν οι ελληνικές ταινίες στα ταμεία φέτος, δηλαδή λιγότερο απ’ το 1/10 του συνόλου της χρονιάς. Κι αν βγάλεις απ’ τη λίστα τις τρεις μεγάλες και φουλ εμπορικές δημιουργίες («Ένας Άλλος Κόσμος» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, «Οι Γαμπροί της Ευτυχίας» του Στράτου Μαρκίδη, και «Ουζερί Τσιτσάνης» του Μανούσου Μανουσάκη), μένεις με άλλες 42 ταινίες, που έκοψαν το δυσθεώρητο νούμερο των… 300 χιλιάδων εισιτηρίων, συνολικά. Το οποίο αντιστοιχεί σε 0,027 ελληνικές ταινίες ανά Έλληνα, για όλη αυτή τη φανταστική, ανεβασμένη κατά 10% στις εισπράξεις της χρονιά.

Αυτή η πεισματική αποχή των Ελλήνων απ’ τις ελληνικές ταινίες, είναι φυσικά ενδεικτική της χρόνιας, αλλεργικής, υστερικής σχεδόν καχυποψίας, που χαρακτηρίζει τη σχέση τους με το κινηματογραφικό προϊόν της χώρας τους. Οι Έλληνες, ή εν πάση περιπτώσει η πλειοψηφική έκφραση της συλλογικής τους οντότητας, δεν αποφεύγουν απλώς το ελληνικό σινεμά: το αγνοούν συνειδητά, κι επιθετικά. Κι αυτό ίσως ακούγεται αφοριστικό, αλλά τον αφορισμό αυτόν υπογραμμίζει ακόμη κι η επιτυχία αυτών των τριών μεγάλων και φουλ εμπορικών δημιουργιών της χρονιάς. Τρεις μεγάλες εμπορικές δημιουργίες, που η κάθε μία με τον τρόπο της, σα να ξετίναξαν από πάνω τους τη ρετσινιά της καταγωγής τους, καμουφλάροντάς την με κάτι πέρα απ’ το σινεμά.

Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, στη δεύτερη μόλις κινηματογραφική του δουλειά, φέρει στο μανίκι του τα γαλόνια της μαζικής απήχησης της πολύχρονης προϋπηρεσίας του στην τηλεόραση· ο Στράτος Μαρκίδης έχει γίνει διαβόητος για την εκτελεστική του (κυριολεκτικά και μεταφορικά) δεινότητα στη γρήγορη και φθηνή (μεταφορικά και κυριολεκτικά) αναπαράσταση των νοσταλγικών μας παιδικάτων· κι η φετινή δουλειά του Μανούσου Μανουσάκη, άντλησε την αβανταδόρικη εμπορική αιχμή της όχι τόσο απ’ το περιεχόμενο του βιβλίου που μετέφερε στο σινεμά, όσο απ’ το όνομα του μουσικού που περιέχει ο τίτλος της ταινίας του –κι ας απογοητεύτηκαν όσοι περίμεναν «περισσότερο Τσιτσάνη».

Σε μια χώρα λοιπόν, της οποίας οι πολίτες δεν πάνε ρε παιδί μου να δούνε το εθνικό της σινεμά, εκτός κι αν πακετάρεται ως «κάτι άλλο», μπορούν να προκύψουν διάφορες περίεργες, σχεδόν παβλοφικές νευρώσεις: Στη χώρα μας, την ομορφότερη χώρα του κόσμου, με αυτό το μοναδικό ανεστραμμένο σύνδρομο της Στοκχόλμης μας, όπου πάντα μάς φταίνε αυτοί απ’ τους οποίους εξαρτυόμαστε, το blame game ήταν πάντα αγαπημένο σπορ – γι’ αυτό και είμαστε τόσο καλοί. Για την κινηματογραφική κοινότητα όμως, το άθλημα πάει να απογειωθεί, με τον πιο εύκολο στόχο να είναι πάντα αυτοί που της χρειάζονται για να συντηρηθεί: κατ’ αρχήν το κράτος, και ύστερα οι θεατές. Διότι, φταίει το κράτος που δεν δίνει αρκετά λεφτά, κι οι θεατές που δεν πάνε αρκετά σινεμά. Εσχάτως, στο δίπολο της δυσαρέσκειάς μας, προστέθηκαν κι οι πειρατές, που μάς κλέβουν απ’ το στόμα τη μπουκιά.

Βέβαια, ακόμα κι απ’ τις προ DSL εποχές, τότε που η πειρατεία ως έννοια περιοριζόταν στα βιβλία και τα παραμύθια με τον Μπαρμπαρόσα και τον Κάπτεν Χουκ, ο Έλληνας εξακολουθούσε να βλέπει κατά μέσο όρο μισή ταινία το χρόνο στο σινεμά. Απλά, οι Έλληνες κινηματογραφιστές θυμούνται με νοσταλγική ευδαιμονία την βραχύπνευστη αναβίωση του εμπορικού σινεμά στις αρχές του αιώνα, τότε που η μαζική τηλεοπτικοποίηση της κινηματογραφικής οθόνης γέμισε τις αίθουσες, με τον κόσμο που έψαχνε μια φθηνότερη εναλλακτική στις θεατρικές επιθεωρήσεις.

Πράγματι, υπήρξε μια σύντομη περίοδος όπου το μοντέλο τηλεοπτικές φάτσες + σύντομα ανέκδοτα + επιθετικό μάρκετινγκ μ’ ένα πιασάρικο τραγούδι, έκανε θαύματα για στα ελληνικά ταμεία. Ύστερα όμως, ήρθε η Κρίση. Και μαζί της, χάθηκε όποια ελπίδα επιβεβαίωσης των ρομαντικών, που πίστευαν πως, για να ανθίσουν όλα τα λουλούδια στο ελληνικό σινεμά, πρέπει πρώτα να στρωθεί το έδαφος με μπόλικη κοπριά.

Οι εμπορικές επιτυχίες εκείνης της εποχής δεν έστησαν ένα γόνιμο, βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης της τοπικής κινηματογραφίας, και φυσικά το κλίμα δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα εύκρατο για κάτι τέτοιο: η πολιτική βούληση κι ο σοβαρός σχεδιασμός στο πολιτειακό επίπεδο, ήταν πάντα έννοιες ασύμβατες με την τέχνη γενικότερα –πολλώ δε μάλλον για το αποπαίδι της που είναι ο κινηματογράφος–, τα εισιτήρια που έφερναν εκείνες οι ταινίες δε θα φτάναν φυσικά να υποκαταστήσουν πλήρως την απαραίτητη κρατική χρηματοδότηση, κι έτσι το υπερδημοφιλές χόμπι του συντεχνιακού αλληλοσπαραγμού παρέμενε πάντα ένας περισπασμός πολύ πιο ενδιαφέρων απ’ το σήκωμα των μανικιών.

Το πάντρεμα αυτών των δεινών, γέννησε την περίοδο των Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη: την κορύφωση του δράματος με το οριστικό σχίσμα της κινηματογραφικής κοινότητας, τις πραγματικές συνέπειες της οποίας (αρχίζουμε πια να) βλέπουμε τώρα καθαρά, στις μέρες μας, αρκετά χρόνια μετά.

Μετά την κατάργηση των (διαβλητών ή μη, λίγη πρακτική σημασία έχει) Κρατικών Βραβείων Ποιότητας, και την παράλληλη απεμπόληση των χρηματικών επάθλων που τα συνόδευαν, η τοπική κινηματογραφία έμεινε με μόνη πηγή χρηματοδότησης τα καπρίτσια της εκάστοτε διοίκησης του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως αυτά εκφραζόντουσαν μέσω των εκάστοτε διοικήσεων του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Το οποίο, όπως αποσαφηνίστηκε απ’ τον νόμο Γερουλάνου (τη χειροπιαστή μετουσίωση της περιόδου της Ομίχλης), θα χρηματοδοτούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τον Ειδικό Φόρο υπέρ του Κινηματογράφου: ένα 12% επί όλων των κινηματογραφικών εισιτηρίων που κοβόταν στην ελληνική επικράτεια, θα συγκεντρωνόταν απ’ το Υπουργείο Οικονομικών για λογαριασμό του Υπουργείου Πολιτισμού, που με τη σειρά του θα μοίραζε το 80% των χρημάτων αυτών σε όλη την κινηματογραφική κοινότητα.

Ένα κατά τα φαινόμενα ακλόνητο κεκτημένο, που απ’ τη δεκαετία του ‘80 που γεννήθηκε, θεωρούνταν τόσο αυτονόητο, ώστε πολλοί να αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή του, το 2015 έμελλε να γίνει το trending topic της χρονιάς. Κι αυτό γιατί η ολοένα αποφασιστικότερη καταβύθιση της Ελλάδας στην πλήρη εξάρτηση απ’ τις μνημονιακές χρηματοδοτικές ενέσεις, μαζί με πολλά άλλα αυτονόητα κεκτημένα, θα καταργούσε κι άλλο ένα: τους περιβόητους «φόρους υπέρ τρίτων».

Το κατά πόσον ο συγκεκριμένος Ειδικός Φόρος αποτελεί φόρο υπέρ τρίτων, είναι βέβαια θέμα ερμηνείας. Το κατά πόσον, όμως, η κατάργησή του θα επηρεάσει τη βιωσιμότητα του ελληνικού κινηματογράφου, είναι παραπάνω από ξεκάθαρο: με την ιδιωτική πρωτοβουλία –όποια είναι αυτή– να είναι πλήρως εξαρτημένη απ’ την κρατική συγχρηματοδότηση για να εξασφαλίσει τα ευρωπαϊκά κονδύλια, και με τα αποθεματικά του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου να είναι ήδη στεγνά, μετά το σχετικό σαφάρι της Άνοιξης του ‘15, δεν είναι μόνο οι ελληνικές παραγωγές που βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού, αλλά ακόμη χειρότερα, κι οι διεθνείς συμπαραγωγές.

Κινηματογραφική παιδεία δεν είναι οι Έλληνες να κάνουν καλύτερο σινεμά (που είναι βεβαίως θεμιτό, αλλά αποτελεί εκπαίδευση κι όχι παιδεία). Κινηματογραφική παιδεία είναι οι Έλληνες να βλέπουν περισσότερο σινεμά.

Με τη διαχρονική εμπειρία να δείχνει ότι η έννοια της πολιτιστικής πολιτικής στη χώρα δεν είναι πολλά περισσότερα από ένα εύηχο θεωρητικό σχήμα λόγου, η υπόσχεση του Υπουργείου Πολιτισμού να δεσμεύσει από μόνο του το ποσό που θα αντιστοιχούσε στον Ειδικό Φόρο, για να το αποδώσει στην κινηματογραφική κοινότητα, είναι κάτι το οποίο ελέγχεται περισσότερο ως καθησυχαστικό ευχολόγιο, παρά ως πολιτική δέσμευση. Ακόμη κι αν πράγματι «επιστραφεί» στην αγορά αυτό το ποσό όμως (το οποίο στη φετινή χρονιά θα πρέπει να κινηθεί κοντά στα 7,5 εκατομμύρια ευρώ), φτάνει αυτό για να αναστραφεί η εικόνα των 0,027 ελληνικών ταινιών το χρόνο ανά Έλληνα;

Η αναστροφή αυτού του στατιστικού φαίνεται να είναι ο μεγαλύτερος γρίφος απ’ την εποχή της Σφίγγας. Οι «δημιουργικές δυνάμεις» του ελληνικού σινεμά, ή οι «ενεργοί κινηματογραφιστές» όπως αρέσει σε μερίδα των ντόπιων κινηματογραφιστών να αποκαλούνται, διατείνονται ότι αυτό που χρειάζεται πρωτίστως αυτή τη στιγμή, είναι η «κινηματογραφική παιδεία». Πολύ σωστή ιδέα και πολύ πιασάρικη ατάκα. Αυτό που εννοούν βέβαια, είναι ότι χρειάζεται να βοηθηθούν μέσα απ’ τη δημιουργία μιας στιβαρής δομής, στην οποία θα (αλληλο)εκπαιδεύονται για να κάνουν καλύτερες ταινίες. Εμπορικότερες, λαϊκότερες, διαφορετικότερες, απλούστερες ή περιπλοκότερες, ελληνικότερες ή διεθνότερες ταινίες, ό,τι μπορεί να σημαίνει το «καλύτερες» για τον καθένα. Όμως, τι θόρυβο κάνει ένα δέντρο που πέφτει στα βάθη του Αμαζονίου, αν δεν είναι κανείς εκεί για να το ακούσει; Και τι γλώσσα μιλάει μια ελληνική ταινία, όταν προβάλλεται σε άδεια αίθουσα;

Ακόμη κι αν οι Έλληνες κινηματογραφιστές αρχίσουν ξαφνικά να κάνουν μοναχά αριστουργήματα, θα αρχίσουν ξαφνικά οι Έλληνες θεατές να πηγαίνουν μόνο στο ελληνικό σινεμά; Αν ο Τόλκιν έγραφε τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» στα νεραϊδίστικα, θα βρισκόταν κανείς να τον διαβάσει; Κινηματογραφική παιδεία δεν είναι οι Έλληνες να κάνουν καλύτερο σινεμά (που είναι βεβαίως θεμιτό, αλλά αποτελεί εκπαίδευση κι όχι παιδεία). Κινηματογραφική παιδεία είναι οι Έλληνες να βλέπουν περισσότερο σινεμά.

Η έννοια του film literacy, του κινηματογραφικού αλφαβητισμού στο πιο ελληνικό του, είναι το άγιο δισκοπότηρο που κυνηγά ολόκληρη η διεθνής πρακτική, κι όχι τυχαία: πιο καλλιεργημένο κοινό σημαίνει κοινό όχι ευκαιριακό, αλλά συνειδητοποιημένο. Σημαίνει κοινό πιο έμπειρο, πιο ανοιχτό, και πιο πρόθυμο να εμπλουτίσει την κινηματογραφική του παλέτα με μεγαλύτερη ποικιλία κινηματογραφικών γεύσεων. Κι αυτό είναι κάτι που δεν επιτυγχάνεται ούτε στοχοποιώντας τον θεατή ως πειρατή, ούτε περιχαρακώνοντας τα κεκτημένα σου μέσα σε ειδικούς φόρους.

Κι αυτό είναι ευθύνη τόσο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας όπως αυτή εκφράζεται από τη διανομή (αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν 11 εκατομμύρια πελάτες στην Ελλάδα, σίγουρα δεν είναι όλοι μαζεμένοι στην Αθήνα, οπότε παίξτε και καμιά ταινία παραέξω), όσο βέβαια και της πολιτείας, μέσω της χρηματοδότησης της διασποράς της εικόνας, ας το πούμε. Θέλεις μέσω της ενίσχυσης των δημοτικών αιθουσών και των κινηματογραφικών λεσχών της περιφέρειας, θέλεις μέσω της ανάδειξης των περιφερειακών φεστιβάλ σε πραγματικούς λαμπαδηφόρους της κινηματογραφικής κουλτούρας, το βέβαιο είναι πως το σινεμά, ως η πιο λαϊκή μορφή τέχνης, πρέπει βρει το δρόμο και τον τρόπο να (ξανα)φτάσει στο λαό, χωρίς να πάψει να είναι τέχνη.

Διαφορετικά, η ελληνική κινηματογραφία θα εξακολουθεί να θυμίζει ένα συγκεκριμένο μέλος του σώματος, που όταν είναι στραβό του φταίνε οι γύρω-γύρω τρίχες. Κι ο μέσος Έλληνας θα συνεχίσει να βλέπει κατά μέσο όρο μισή ταινία το χρόνο στο σινεμά. Μισή ταινία το χρόνο, που είναι περίπου είναι 50 λεπτά της ώρας. Δηλαδή όσος χρόνος χρειάζεται ένας όποιος Γιώργος Λάνθιμος να ξεκινήσει από το Μετς, να πάει στο Σύνταγμα, να πάρει το μετρό, και να φτάσει στο αεροδρόμιο για πάρει την πρώτη πτήση για Αγγλία. Που, εδώ που τα λέμε, δεν έχει και κανέναν λόγο να μην το κάνει.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.