ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΟ Γιάννης Νιάρρος πιστεύει οτι είναι πολύ βαρετός τύπος. Και μόλις πήρε το Βραβείο Χορν.

Ο Γιάννης Νιάρρος πιστεύει οτι είναι πολύ βαρετός τύπος. Και μόλις πήρε το Βραβείο Χορν.

Βραβεύθηκε πριν λίγες ημέρες για τον ρόλο του γιου στο «Στέλλα, Κοιμήσου», ετοιμάζει ένα μουσικό stand up comedy, του χρόνου θα ανεβαίνει στη σκηνή κάθε βράδυ αλλά νοσταλγεί την ηρεμία του χωριού του, της Ερεσού.
Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS

Φέτος, για πρώτη φορά, το βραβείο Μερκούρη και το βραβείο Χορν απονεμήθηκαν σε δύο ηθοποιούς που μοιράζονταν το θεατρικό σανίδι στην ίδια παράσταση, το πρώτο στην Ιωάννα Κολιοπούλου και το δεύτερο στον Γιάννη Νιάρρο.  Ο Γιάννης Οικονομίδης, με την πρώτη του κιόλας θεατρική σκηνοθεσία, σάρωσε όχι μόνο τις διακρίσεις αλλά και στη συνείδηση των θεατρόφιλων που είδαν μια παράσταση ατόφιο κομμάτι ζωής. Καθώς παρακολουθούσα το «Στέλλα, Κοιμήσου» θυμάμαι ότι κάποια στιγμή σκέφτηκα «Δεν μπορεί, είναι τόσο ζωντανό και αληθινό όλο αυτό που συμβαίνει που αποκλείεται να επαναλαμβάνεται ακριβώς το ίδιο κάθε βράδυ». Η συζήτηση μου με τον Γιάννη Νιάρρο με επιβεβαίωσε. Ο τρόπος που δούλεψαν στις πρόβες και που συνεχίζουν να δουλεύουν τη συγκεκριμένη παράσταση, που θα ανέβει για τρίτη χρονιά την επόμενη θεατρική σεζόν, είναι αποκαλυπτικός για το πώς προέκυψε ένα τέτοιο συγκλονιστικά αυθεντικό αποτέλεσμα.

«Σε μια θεατρική παράσταση μπορείς να ζήσεις για δύο ώρες σε έναν τριπ πολύ ωραίο. Να χαθείς, να ξεχάσεις ό,τι σε χαλάει, ό,τι σε απασχολεί. Είναι πολύ πιο ωραίο από την πραγματικότητα γιατί είναι πολύ ξεκάθαρο αυτό που έχεις να πετύχεις».

Κάναμε πρόβα στο «Στέλλα, Κοιμήσου» και δεν προσπαθούσαμε να βρούμε τι θα πούμε αλλά το πώς θα βρεθούμε στην κατάσταση που θα μπορούσαμε να αυτοσχεδιάσουμε. Η κατάσταση αυτή είχε να κάνει με την σκέψη. Όχι να νιώσω όπως ο ήρωας αλλά να σκεφτώ λογικά και να αναζητήσω άλλου είδους πληροφορίες για τον χαρακτήρα του δηλαδή «πού πήγε το πρωί;», «τι καφέ πίνει;», «τι μάρκα τσιγάρων καπνίζει;».  Πράγματα που συνήθως μόνο κινηματογραφικά τα χρειάζεσαι για να βρεις πώς να παίξεις.

Τη δεύτερη χρονιά ήταν πολύ πιο όμορφο για όλους μας όλο αυτό επειδή δεν είχαμε τον φόβο του κοινού και πώς θα το πάρει ο άλλος όλο αυτό που βλέπει. Είχαμε αυτοπεποίθηση πια. Φτιάχνουμε νέα πράγματα συνέχεια. Λέμε δηλαδή μια καινούρια ιστορία που μπορεί να συνέβη ανάμεσα στον Γιωργάκη και την αδερφή του την Ανθή, για παράδειγμα «Σε είδα να φασώνεσαι με τον μπράβο»· από εκεί και πέρα ξεκινάμε «Πώς τον λένε τον μπράβο;», «Βαγγέλη», «Πώς είναι ο μπράβος;» «Καραφλός». Οπότε όλες αυτές οι ιστορίες υπάρχουν πίσω από τη βασική ιστορία κι αν πω εγώ Βαγγέλης πάνω στη σκηνή, τότε βλέπεις ότι ενεργοποιείται το μάτι του άλλου που παίζει μαζί σου, βγαίνει κάτι αληθινό. Έχουμε λοιπόν τη βασική ιστορία και μετά έχουμε όλες αυτές τις background ιστοριούλες και εάν χρειαστεί να δώσουμε κάτι παραπάνω τις χρησιμοποιούμε.

Αυτή είναι η μαγεία του Γιάννη (Οικονομίδη) που μας έδειξε τον τρόπο να λειτουργεί όλο αυτό χωρίς να λέμε ψέματα. Κι αν μαζευτούν τώρα εδώ όλοι οι ηθοποιοί μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, να κάτσουμε γύρω από αυτό το τραπέζι και να κάνουμε την οικογένεια που πίνουν όλοι μαζί τον καφέ τους. Είναι από τους λίγους σκηνοθέτες που άφησε τους ηθοποιούς να συν-δημιουργήσουν μαζί του. Ο Γιάννης έβαζε τη συνθήκη και μετά σε άφηνε να αντιδράσεις σε αυτή, όπως θα έκανες στη ζωή σου.

Ήμουν κι εγώ ένας Γιώργος (ο χαρακτήρας στο έργο), δεν έμπαινα στα βαθιά, οικογενειακά προβλήματα που δε λύνονται. Προσπαθούσα σαν πυροσβέστης να βρίσκομαι εκεί. Δεν βοηθάει. Είναι δύσκολο να βοηθήσεις ένα οικογενειακό σου πρόσωπο. Οπότε είτε παραιτείσαι όπως ο Γιωργάκης είτε αποκηρύσσεις την οικογένεια σου. Ο Γιώργος όμως είναι 20 και είναι ακόμη κολλημένος στο σπίτι του. Κι έτσι το έχει ρίξει στα χασίσια. Αν δεν νιώσεις αποστροφή για ένα τέτοιου είδους πατέρα, όπως είναι ο Γερακάρης, ώστε να απομακρυνθείς από αυτόν εγκαίρως τότε υπάρχει πρόβλημα.

Είναι πολύ γραφικό το πώς αποφάσισα να γίνω ηθοποιός. Μου άρεσε να κάνω τα παιδιά στο σχολείο να γελάνε και όντως γελάγανε ή έκανα αστειάκια στον παππού μου κι εκείνος με έλεγε «καραγκιοζάκο».  Στα 12 μου έπαιξα σε μια τηλεοπτική σειρά τα «Μαχαιρώματα» με τον Μπέζο και στα 15, 16 έκανα τον πρώτο μου ρόλο στο θέατρο που ήταν κωμικός, η γριά στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη. Μετά έκανα κι άλλου είδους κείμενα, όπως Καμπανέλλη και κατάλαβα χάρη και στη δασκάλα μου την Αγγελική Γκιργκινούδη πώς υπάρχουν κι άλλα πιο ενδιαφέροντα πράγματα από το να κάνεις τον άλλον να γελάσει απλώς, μπορείς να προσπαθήσεις να τον μετατοπίσεις. Άλλωστε μέσα και από το γέλιο έρχεται και η τραγωδία. Μετά στη σχολή του Εθνικού άρχιζα να παίζω μόνο με δραματικούς ρόλους.

Μια περίοδο της ζωής μου, από τα 17 μου μέχρι τα 24 μου, έκανα τον κλόουν. Ήμουν περίεργος κλόουν γιατί είχα τα μούσια αφού το βράδυ έπαιζα σε μια παράσταση τον βιαστή. Το πρωί  κλόουν, το βράδυ «βιαστής». Αλλά ο κλόουν ήταν το μεγαλύτερο σχολείο που έχω περάσει. Μπορεί να έμπαινες σε μια αίθουσα με 200 παιδάκια και το μόνο που είχες ήταν ένα μικρόφωνο για να τα κάνεις να περάσουν καλά. Πολύ απαιτητικό όλο αυτό. Το πιο ακραίο ήταν που πήγα σε ένα παιδικό πάρτι και μπαίνω στην τουαλέτα να αλλάξω και να βάλω την στολή του κλόουν. Έχω δει ένα σεντούκι στην είσοδο “The party is here” αλλά δεν έχω ψυλιαστεί κάτι. Ακούγονται απέξω από την τουαλέτα τα πιτσιρίκια να ανυπομονούν, έχουν καταλάβει ότι κάποιος ντύνεται εκεί μέσα και ακούγεται η μάνα «Αφήστε τον, θα βγει σε λίγο ο πειρατής από εκεί μέσα». Αλλά εγώ δεν είχα πάρει την στολή του πειρατή οπότε αυτοσχεδίασα μετατρέποντας τη στολή του κλόουν σε πειρατή. Έχω κάνει και άλλες καμμενιές, ξεχνούσα το μακιγιάζ μου και χρησιμοποιούσα τα κραγιόν των μαμάδων. Πέρασα και πολύ καλά αλλά μετά από πέντε χρόνια βαρέθηκα. Μετά γίνεται κάπως καταθλιπτικό. Αν είσαι κλόουν για 15 χρόνια γίνεσαι αλκοολικός.

Ένας άνθρωπος που είναι γελοίος μπορεί ταυτοχρόνως να είναι και τραγικός.  Όλη μου η προσπάθεια, και στη σχολή που με προέτρεπαν να ασχοληθώ με το δράμα και όχι με την κωμωδία, ήταν να καταρρίψω τα όρια μεταξύ τους. Μου βγαίνουν καλύτερα όταν δε τα διαχωρίζω, παρότι κατανοώ τα είδη.

«Μια περίοδο της ζωής μου, από τα 17 μου μέχρι τα 24 μου, έκανα τον κλόουν. Ήμουν περίεργος κλόουν γιατί είχα τα μούσια αφού το βράδυ έπαιζα σε μια παράσταση τον βιαστή. Το πρωί κλόουν, το βράδυ βιαστής».

Στο θέατρο οι πρόβες είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσες από την ίδια την παράσταση γιατί ψυχικά με ενεργοποιούν πάρα πολύ. Αγχώνομαι, χαίρομαι, στεναχωριέμαι, ξαναχαίρομαι. Είναι μια δύσκολη συνθήκη: δώδεκα ώρες με ανθρώπους που μπορεί να μην είναι φίλοι μου και να πρέπει να βγάλω μπροστά τους κομμάτια του εαυτού μου, να εκτεθώ σε αυτούς, πριν εκτεθώ στον κόσμο. Είναι πολύ έντονη διαδικασία, πολύ όμορφη.

Σε μια θεατρική παράσταση μπορείς να ζήσεις για δύο ώρες σε έναν τριπ πολύ ωραίο. Να χαθείς, να ξεχάσεις ό,τι σε χαλάει, ό,τι σε απασχολεί. Είναι πολύ πιο ωραίο από την πραγματικότητα γιατί είναι πολύ ξεκάθαρο αυτό που έχεις να πετύχεις. Κι έχει αυτή την αρρώστια, που είναι πολύ άρρωστο και πολύ ωραίο αυτό στη δουλειά μας, που εγώ πρέπει για παράδειγμα να τσαντιστώ με αυτό που θα μου πεις και να σου χώσω ένα χαστούκι και την ώρα που το λες τσαντίζομαι πάρα πολύ και ταυτοχρόνως σκέφτομαι «Γαμώτο όντως με τσάντισε. Χαίρομαι όμως που με τσάντισε γιατί θα βγει καλό».

Είμαι 26 χρονών. Είμαι τυχερός επαγγελματικά γιατί μέχρι πρόσφατα είχα συμβόλαιο με το Εθνικό. Τώρα το «Στέλλα, Κοιμήσου» θα συνεχίσει για τρίτη χρονιά στο Καρέζη. Δεν έχω αναγκαστεί να κάνω πράγματα για να σκεφτώ «Πω, πω ρε φίλε το έκανα για τα φράγκα», δεν πληρώνω ενοίκιο στο σπίτι μου. Σαφώς και θα το κάνω κάποια στιγμή αλλά δεν το σκέφτομαι πολύ, δεν είναι για να τρελαίνεσαι, είναι η δουλειά μου.

Του χρόνου εκτός από το «Στέλλα, Κοιμήσου» θα είμαι και στην παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα». Θα παίζω εφτά βράδια την εβδομάδα. Τώρα ετοιμάζω ένα μουσικό stand up στο Faust, γιατί πάντα έτσι αντιλαμβανόμουν τη μουσική, με κωμικούς όρους. Βρίσκω πολλά συγκινητικά κοινά στοιχεία μεταξύ μουσικής και θεάτρου. Με βοηθάει η μουσική στους ρόλους μου. Έχω αρχίσει να λέω ότι αυτό το κείμενο πρέπει να το μελετήσω σαν να έχει αυτή τη δύσκολη κλίμακα, το αντιμετωπίζω έτσι σε βαθιά, τεχνικά πράγματα.

«Ένας άνθρωπος που είναι γελοίος μπορεί ταυτοχρόνως να είναι και τραγικός. Όλη μου η προσπάθεια, και στη σχολή που με προέτρεπαν να ασχοληθώ με το δράμα και όχι με την κωμωδία, ήταν να καταρρίψω τα όρια μεταξύ τους. Μου βγαίνουν καλύτερα όταν δε τα διαχωρίζω, παρότι κατανοώ τα είδη».

Βγαίνω σπάνια. Απομακρύνομαι χωρίς να το θέλω από κόσμο, γιατί έχω πρόβες, παραστάσεις. Όταν δεν έχω θέατρο είμαι πιο χαλαρός, θα πάω σπίτι μου να ηρεμήσω. Όταν έχω πρόβες ή παραστάσεις και στο σπίτι μου να είμαι σκέφτομαι «Το βράδυ παίζω», δεν έχω το περιθώριο να πω «Α, τελειώνω το απόγευμα από τη δουλειά μου θα πάω για τσίπουρα». Απλώς δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Αλλά δεν με χαλάει. Συνήθως βαριέμαι να πάω για ποτά. Και στο θέατρο μπορεί να βαρεθώ αλλά αυτό συμβαίνει σπάνια.

Πηγαίνω συχνά στο χωριό μου, την Ερεσό της Λέσβου. Αν δεν είχα τόσο μεγάλη όρεξη, τέτοια αρρώστια να διερευνήσω το θέατρο μέχρι να το κλείσω μέσα μου -αν ποτέ συμβεί αυτό- δε θα ζούσα στην Αθήνα αλλά στην Ερεσό. Έχω μεγαλώσει στην Αθήνα αλλά προτιμώ το εκεί. Ζουν πιο ήρεμα, τρώνε φρέσκα πράγματα, έχει ζώα, καλούς ανθρώπους. Δε θα ζούσα σε μεγαλούπολη γιατί απλώς δεν μου πάει. Ξέρεις, δεν είμαι και πολύ του έξω, όπως σου είπα πριν. Έχω δυο-τρεις φίλους, βρισκόμαστε κυρίως σε σπίτια. Αλήθεια, είμαι πολύ βαρετός τύπος.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.