Α Ι Θ Ο  Υ Σ Α  Α Ν Α Μ Ο Ν Η Σ

του Γιώργου Γεραλή

 

Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.

Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,

μ’ ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,

χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο

με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.

Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,

καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,

είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,

γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου

τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,

μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,

τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,

που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα

περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,

προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,

εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,

φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν’ έτοιμοι.

Tους αποχαιρετά μ’ ένα μειδίαμα,

“Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε”, βέβαιος ότι

εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.

Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,

κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,

θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,

αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο

στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη

κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.

Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.

“Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε”.