ΣΙΝΕΜΑΩδή στον Παρκ Τσαν-Γουκ

Ωδή στον Παρκ Τσαν-Γουκ

Με αφορμή την Υπηρέτρια, τη νέα ταινία του Κορεάτη auteur, ο Φοίβος Κρομμύδας ανατρέχει στην πολυσυλλεκτική του φιλμογραφία.
pop_park-chan_wook_3

Ένα μικρό διαμέρισμα. Ένας δίσκος με dumplings. Ένα καλαμάρι που τρώγεται ζωντανό. Μια μονομαχία ενός έναντι πολλών. Η φωτογραφία ενός κοριτσιού που αιωρείται πάνω από το νερό. Ένα μωβ κουτί που κρύβει σοκαριστικές αλήθειες. Ένα ψαλίδι που θα κόψει τη ρίζα του κακού. Σκόρπιες εικόνες μιας ιστορίας εκδίκησης που έμπλεξε την κόμικ κουλτούρα με την αρχαιοελληνική τραγωδία και αποτυπώθηκε στη μεγάλη οθόνη με έναν απόλυτα sui generis τρόπο. Το Oldboy ήταν η ταινία που καταξίωσε τον Chan-Wook Park ως το γνωστότερο Κορεάτη σκηνοθέτη της εποχής μας, αυτόν που σφράγισε οριστικά την παρουσία της χώρας του στον κινηματογραφικό Άτλα.

Πριν, όμως, φτάσει σε αυτό το αριστούργημα που σήμερα δε δείχνει να έχει γεράσει ούτε δράμι και έχει εμπνεύσει πολλούς νέους δημιουργούς, τι είχε πραγματοποιήσει ο δημιουργός του; Πως άνθισε σαν καλλιτέχνης της γκροτέσκας βίας και του ανθρώπινου δράματος; Και τελικά, εκτός του Oldboy, γιατί θεωρείται τόσο σπουδαίος ως εικονοπλάστης και δεν αναφέρεται, φερ’ ειπείν, πρώτα ο συμπατριώτης του, Kim-Ki Dook όταν αναφερόμαστε στον κινηματογράφο αυτής της διχοτομημένης χώρας; Γιατί ο Dook είναι ένας δημιουργός ολότελα δυσπρόσιτος και βαρύς θεματολογικά, ενώ ο Park, αν ακολουθήσουμε την καριέρα του, κατάφερε με πλήρη αρμονία να εντάξει το θεαματικό στον πειραματισμό του με την κινηματογραφική φόρμα, δημιουργώντας εικόνες προσιτές και ταυτόχρονα πολυεπίπεδες.

Για τις δύο πρώτες ταινίες τις οποίες σκηνοθέτησε, τα Moon Is… The Sun’s Dream και Trio, δυστυχώς δεν μπορούμε να εκφέρουμε άποψη, καθώς η διανομή τους περιορίστηκε στην Κορέα, με το δυτικό κοινό να αγνοεί την ύπαρξή τους και να μην μπορεί να τις εντοπίσει εύκολα. Οπότε ως σημείο εκκίνησης του παρόντος αφιερώματος θα ορίσουμε την τρίτη του ταινία, το Joint Security Area, την ταινία η οποία του έφερε μια κάποια αναγνωρισιμότητα. Σε αυτό το αλλόκοτο whodunit, ο Park προσπαθεί να εξυμνήσει τη συναδέλφωση των λαών μέσα από ένα περιστατικό που λαμβάνει χώρα στα σύνορα μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας, με τροχαλία τη φιλία τεσσάρων φαντάρων που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να μη συνυπάρχουν ούτε κατά διάνοια. Το δικό του Πόλεμος και Ειρήνη, λοιπόν, μοιάζει κάπως άγουρο σεναριακά, δεν έχει αυτό το στοιχείο της ανατροπής που αργότερα άφησε ανοιχτά τα στόματα όσων ήρθαν σε επαφή με το έργο του, ενώ παρατηρείται και μια μελοδραματική τάση στο ταξίδι προς το επιμύθιο. Μολαταύτα, ακόμα και εδώ η σκηνοθετική του ιδιαιτερότητα είναι ορατή, από την ευρηματική χρήση του φακού της κάμερας με τη χαρακτηριστική περιστροφή 360 μοιρών έως και το ευφυές μοντάζ που συνδέει ένα φτύσιμο με μια σφαίρα που διαπερνά τον στόχο της, το ταλέντο του είναι φανερό. Μέχρι και φόρο τιμής στο Predator θα αποτίνει. Γνωρίζει την κινηματογραφική γλώσσα, αλλά ακόμα δεν έχει καταφέρει να «λυθεί» και να εκφραστεί ελεύθερα. Θα χρειαστεί να περάσουν δύο χρόνια και να έρθει το 2002 προκειμένου να σημειωθούν τα πρώτα μεγάλα ρίχτερ της καριέρας του, όταν το 2002 κυκλοφορεί το Sympathy For Mr Vengeance, το οποίο αποτελεί την έναρξη της τριλογίας της εκδίκησης.

Η έναρξη αυτή, έμελλε να πάρει μια διαφορετική πορεία ως προς τον τρόπο προσέγγισης της ανθρώπινης κατάστασης. Η εκδίκηση είναι ένα συναίσθημα που κρύβει τη βία μέσα του και αυτό ο Park το αντιλαμβάνεται όχι μόνο σε φιλοσοφικό, αλλά και σε πρακτικό επίπεδο. Φτιάχνει, συνεπώς, μια ιστορία γεμάτη αίμα και θάνατο, με ψήγματα μαύρου χιούμορ και πικρία ως προς τη φύση του ανθρωπίνου γένους. Δύο διαφορετικές εκδικήσεις που καταλήγουν να συναντηθούν, από δύο ανθρώπους με διαφορετικά κίνητρα είναι το κεντρικό θέμα της ταινίας και η προσέγγιση είναι σχεδόν μισανθρωπική. Στον κόσμο της ταινίας δεν πρόκειται να υπάρξει τέλος άπαξ και κάποιος νιώσει μέσα του την επιθυμία για ίδια δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και οι αλύτρωτοι χαρακτήρες του παρουσιάζονται ως τραγικοί ήρωες μιας παράστασης στην οποία ούτε ο από μηχανής θεός δεν μπορεί να δώσει την οριστική λύση στα προβλήματα που τους απασχολούν. Η εκκεντρική σκηνοθεσία με τις παράξενες γωνίες λήψης, το εντυπωσιακό μοντάζ, τα διαφορετικά βάθη πεδίου και τις σχεδόν αποστασιοποιημένες ερμηνείες, παρέχει στο δημιουργό την ευκαιρία να λάμψει και να καλύψει τα όποια σεναριακά κενά υφίστανται. Δικαιολογημένα τα όποια λάθη, καθώς είναι το πρώτο βήμα πάνω στο οποίο θα στηριχτεί το απότομο άλμα που θα πραγματοποιηθεί σε λίγα χρόνια.

Το Oldboy του 2003 είναι ένα αριστούργημα, μια ταινία που δεν της λείπει τίποτα, ένα δεκάρι ακατέβατο, είναι ό, τι μπορεί να ειπωθεί για να τονίσει το τιτάνιο μέγεθος ενός καλλιτεχνικού έργου. Ένα pop σύμβολο, νοσηρό και ταυτόχρονα λυρικό, μια ιστορία εκδίκησης κατά βάση με διεστραμμένες αγάπες, αλλόκοτους χαρακτήρες, ένα σενάριο που διαρκώς ακροβατεί ανάμεσα στο σοβαρό και το ασόβαρο, που θίγει ζητήματα φιλοσοφικά όπως το υποσυνείδητο και το παράλογο ως σωτήρα της ανθρωπότητας. Το μυστήριο του απαχθέντα και ο αγώνας του Oh-Dae Su για την εύρεση του προσώπου που ευθύνεται για τον δεκαπενταετή εγκλεισμό του ήταν κάτι που όταν κυκλοφόρησε, κανείς δεν ήταν έτοιμος να υποδεχτεί, μια ιστορία όπου τα πάντα συνδέονταν μεταξύ τους και το σοκ δεν προερχόταν τόσο από την παρουσίαση των πιο φρικιαστικών πράξεων, αλλά από τη συνειδητοποίηση πως ακόμα και μια πράξη αγάπης μπορεί να αποβεί καταστροφική. Σκηνοθετώντας, λοιπόν, τη μέχρι τότε απόλυτη εκδίκηση (και λέω μέχρι τότε διότι μετά ήρθε το γιαπωνέζικο Confessions και η εκδίκηση άλλαξε ορισμό στο κινηματογραφικό λεξικό), ο Park κατάφερε να μπει μια και καλή στα μεγάλα σαλόνια και να γίνει μόνιμος κάτοικός τους. γιατί δεν προσέφερε απλά μια καινοτόμα ταινία η οποία έκανε περισσότερο κόσμο να μιλήσει για κορεάτικο σινεμά, αλλά να καταφέρει να μας κάνει να αισθανθούμε σαν να βλέπουμε για πρώτη φορά ταινία στη ζωή μας και να κεντήσει με όσα μέσα ήδη διέθετε, αξιοποιώντας τα στο έπακρον.

pop_park-chan_wook_2

Μοιραία, η επόμενη και ίσως καλύτερη ταινία του, Sympathy For Lady Vengeance δεν μπόρεσε να χωνευθεί από το κοινό όπως έπρεπε. Και αυτό είναι κάτι λυπηρό αν αναλογιστούμε πως κατάφερε να επεκτείνει την τελειότητα που άγγιξε στον προκάτοχό του. Αλλά από την άλλη, είναι απόλυτα λογικό, καθώς δεν ήταν εξίσου βατή με το Oldboy, αλλά κάπως πιο περίπλοκη, αλλά επ’ ουδενί μπερδεμένη, καθώς και πολύ πιο προσεγμένη στη λεπτομέρεια. Αυτή τη φορά ενδύεται μια θηλυκή κόκκινη απόχρωση και αποφασίζει να ολοκληρώσει τη θεώρησή του επί της εκδίκησης, καταρρίπτοντας τα δίπολα και προσφέροντας δαιμονικές προεκτάσεις σε μια γυναίκα την οποία αποκαλούν Αγία. Και όντως, διατηρώντας το προσωπικό του σκηνοθετικό ύφος, προβληματίζεται σχετικά με την εκδίκηση ως μορφή λύτρωσης. Λύτρωσης από αυτά που πάντα ήθελε κανείς να πραγματοποιήσει αλλά ποτέ δε μπόρεσε και ακόμα τον βαραίνουν.  Από την αδικία που έχει υποστεί στο παρελθόν και θέλει να τσακίσει αυτό που τόσα χρόνια τον ενοχλεί. Τελικά, από τον εαυτό του, ο οποίος δεν του επιτρέπει να συνεχίσει τη ζωή του.  τη μάχη μεταξύ πραγματικότητας και φανταστικού. Αλλά, γνώστης των πραγμάτων ων, ξέρει πως η πατροκτονία δεν επιφέρει την ηρεμία, αλλά την κενότητα. Κι ας βάφεται όλος ο κόσμος στα λευκά για να γιορτάσει την επίτευξη του στόχου, η πραγματική τραγωδία συντελείται εσωτερικά.

Ακολουθεί η αδίκως μεγαλύτερη εμπορική αποτυχία του, το I’m a Cyborg, But That’s OK, μια ιδιαίτερη κομεντί με συμπαθέστατους χαρακτήρες που, αν την έβλεπε κανείς πρώτη κατά σειρά, δε θα μπορούσε να μαντέψει τη μακαβριότητα των όσων έχουν προηγηθεί. Ας είμαστε, όμως, ρεαλιστές. Η συγκεκριμένη ταινία είναι συμπαθητική αλλά απέχει κατά πολύ από το να αναμετρηθεί με την υπόλοιπη φιλμογραφία του, για άλλα πράγματα προορίζεται και αυτό είναι φανερό, παρότι διατηρεί ακέραια τα χαρακτηριστικά του ακόμα και εκτός γνώριμων υδάτων. Αυτό αλλάζει με το Thirst του 2009, μια ταινία που επιστρέφει στα γνώριμα αισθητικά και θεματικά του πεδία όσον αφορά στον ιδιόρρυθμο μακάβριο τόνο. Η ιστορία ενός κληρικού ο οποίος μετατρέπεται σε βρυκόλακα είναι ταυτόχρονα ένα arthouse θρίλερ και μια καταραμένη ερωτική ιστορία που μόνο αυτός θα μπορούσε να συλλάβει και να εκτελέσει, αν όχι στην εντέλεια, τότε με πάρα πολύ καλά αποτελέσματα. Το αίμα και ο έρωτας μεταφράζονται σε εθισμούς, από τους οποίους δύσκολα μπορεί να ξεφύγει κανείς, με το σκοτεινό αισθησιασμό να βρίσκεται στο απόγειό του. παραμένει ταυτόχρονα μια ταινία προκλητική, που πετυχαίνει το σκοπό της, χωρίς ωστόσο να μπορεί να συγκριθεί με τις παρελθοντικές του δημιουργίες.

Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του, το Stoker, είναι ολόκληρη ένα ερωτικό γράμμα στον κινηματογράφο του Χίτσκοκ. Με καστ περιωπής, τον Ridley Scott στη θέση του παραγωγού και τον Clint Mansell να επιμελείται τη μουσική, χτίζει αργά και μεθοδικά μια ιστορία σασπένς, γύρω από την αληθινή ταυτότητα ενός ατόμου το οποίο διαταράσσει το πένθος μιας οικογένειας και συστήνεται ως ο εδώ και χρόνια χαμένος θείος. Ενώ σκηνοθετικά το στίγμα του Park δε φεύγει, ίσως είναι η πιο διαφορετική ταινία που έχει πραγματοποιήσει από την τριλογία της εκδίκησης και έπειτα, ικανοποιητική αλλά σίγουρα όχι χαρακτηριστική του ύφους του. Την ίδια χρονιά (2013) θα αναλάβει και χρέη παραγωγού για το Snowpiercer του έτερου Καππαδόκη του σύγχρονου κορεάτικου κινηματογράφου, Bong Joon Ho.

Και φτάνουμε στο σήμερα, όπου και κυκλοφορεί την τελευταία και άκρως χαρακτηριστική του ταινία, την Υπηρέτρια. Μια ταινία που όχι μόνο επιστρέφει στο γνώριμο σκηνοθετικό στυλιζάρισμα, αλλά και δείχνει να αγγίζει ποιοτικά το παρελθόν του, ξεπερνώντας κατά πολύ τις τρεις τελευταίες του δημιουργίες. Μιλώντας αποκλειστικά σε παρελθόντα χρόνο, αφηγείται μια ιστορία που ο θύτης και το θύμα αλλάζουν από λεπτό σε λεπτό, χωρίς να μπορεί κανείς να μαντέψει που θα καταλήξουν τα πάντα. Αυτή τη φορά η βία που άλλοτε ήταν πάγιο χαρακτηριστικό του, παίρνει μια μορφή πιο εσωτερική, αφήνοντας στον αισθησιασμό και τα παιχνίδια μυαλού να έχουν τον πρώτο λόγο. Τοποθετεί με αρτιότητα τους χαρακτήρες πάνω στη σκακιέρα της αποπλάνησης και της παραπλάνησης και τους χειρίζεται σαν πιόνια ενός μεγαλύτερου σχεδίου, το οποίο δεν είναι γνωστό ούτε στους ίδιους. Και με αυτόν τον τρόπο μας υπενθυμίζει προς τι ο ντόρος γύρω από το όνομά του. γιατί καταφέρνει πάντα να μιλήσει με διαφορετικό τρόπο για θέματα παρόμοια χωρίς να γίνεται βαρετός. Γιατί η αισθητική του είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές και αναγνωρίσιμες. Γιατί κάθε ταινία του αποτελεί ένα εγκεφαλικό αίνιγμα που καλεί το θεατή να το λύσει και δύσκολα βγαίνει από το μυαλό του. Γιατί το χιούμορ του, αν και διεστραμμένο, χτυπάει πάντα κέντρο στο στόχο του.  Κι αυτά ισχύουν σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του, με τις όποιες ποιοτικές διακυμάνσεις μπορεί να υπάρχουν, χωρίς όμως να υπάρχει μια μέτρια δουλειά του. Αναμφίβολα, ένας αυθεντικός auteur.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.