ΡΕΠΟΡΤΑΖΑλήθεια, οι διαφωνούντες βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζουν ποια είναι η διαφορά μεταξύ ανα...

Αλήθεια, οι διαφωνούντες βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζουν ποια είναι η διαφορά μεταξύ αναδοχής και υιοθεσίας;

Το νομοσχέδιο που κατέθεσε πρόσφατα η κυβέρνηση προκαλεί τριγμούς στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, δοκιμάζει άλλη μια φορά τη σχέση με τους ΑΝΕΛ και οξύνει την αντιπαράθεση με τη ΝΔ. Το εξηγούμε με τη βοήθεια του νομικού Γιώργου Γιάνναρου.
Φωτογραφίες: Άγγελος Χριστοφιλόπουλος

Φτάσαμε στο 2015 για να δούμε την ψήφιση του νομοσχεδίου σχετικά με το σύμφωνο συμβίωσης και την επέκταση του στα ομόφυλα ζευγάρια. Έχουμε πλέον Άνοιξη του 2018, οι θερμοκρασίες είναι υπερβολικά υψηλές για την εποχή κι ένα νέο νομοσχέδιο ανεβάζει το θερμόμετρο στο πολιτικό σκηνικό. Από τη μία, προκαλώντας τριγμούς στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, ενός ριζοσπαστικού -σύμφωνα με τα αρχικά του- κόμματος που βρίσκεται μάλιστα στην κυβέρνηση κι από την άλλη δοκιμάζοντας σε ένα ακόμα «προοδευτικό» πεδίο τη σχέση του με τους κυβερνητικούς εταίρους ΑΝ.ΕΛ., αλλά και ρίχνοντας κι άλλο νερό στο μύλο της αντιπαράθεσης με την αξιωματική αντιπολίτευση της ΝΔ.

Για να φτάσουμε στο πώς άναψε η κουβέντα περί αναδοχής και υιοθεσίας, στις 17/4/2018 κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο «Μέτρα για την Προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας». Μεταξύ άλλων, με το νομοσχέδιο προβλέπεται για πρώτη φορά η παροχή δυνατότητας απόκτησης της ιδιότητας του αναδόχου γονέα σε όσους έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης.

Τα κομμάτια του παζλ που -ευτυχώς και καθυστερημένα- δημιουργήθηκαν το 2015 ενώνονται με αυτά του 2018. Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε στους 10 (αν και μέρα με τη μέρα ο αριθμός πέφτει) βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που εξέφρασαν με επιστολή τις ενστάσεις τους αφού η πρόβλεψη του συμφώνου συμβίωσης ως προϋπόθεση αναδοχής στο νομοσχέδιο, ανοίγει το δρόμο και για τα ομόφυλα ζευγάρια. Κάτι για το οποίο «δεν είναι ώριμη ακόμα η κοινωνία», σύμφωνα με τους βουλευτές. 

«Η ΝΔ θα καταψηφίσει την αναδοχή στα ομόφυλα ζευγάρια», δήλωσε πριν λίγες μέρες στον 9.84 ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, προσθέτωντας ότι «αν η κυβέρνηση αποσύρει το συγκεκριμένο άρθρο, ίσως και να συναινέσει στο νομοσχέδιο». Αυτήν τη στάση επιβεβαιώνουν και δημοσιεύματα που επικαλούνται «κύκλους της Πειραιώς», ενώ υπάρχει κι ο αναμενόμενος Δημήτρης Καμμένος των ΑΝ.ΕΛ. με δηλώσεις του στο ΘΕΜΑ 104.6: «Οι ΑΝΕΛ δεν θα ψηφίσουμε την αναδοχή από ομόφυλα ζευγάρια γιατί σε όλο τον κόσμο δεν υπάρχει μια επιστημονική έρευνα ότι τα παιδιά αυτά θα έχουν μια φυσιολογική ζωή και δεν θα υποστούν bullying. Επειδή αυτή είναι μια νέα διαδικασία, δεν υπάρχει η απαιτούμενη βιβλιογραφία. Το bullying που θα δεχθούν τα παιδια αυτά, το κράτος δεν μπορεί να το προστατέψει. Σκεφτείτε σε ένα σχολείο τι θα τους λένε για δύο μπαμπάδες και δύο μαμάδες».

Ωστόσο, γνωρίζουμε -και, κυρίως, γνωρίζουν- πάνω σε τι ακριβώς ενίστανται οι βουλευτές και τι είναι αυτό που θα προβλέπει το νομοσχέδιο αν και εφόσον ψηφιστεί;

Τι σημαίνει «υιοθετώ» και τι «είμαι ανάδοχος ενός παιδιού»;

H αναδοχή είναι μια μορφή παιδικής προστασίας αναγνωρισμένη από το κράτος με το Ν.2082/1992. «Αποσκοπεί στην προστασία των προσωπικών συμφερόντων του ανηλίκου, όταν οι γονείς ή ο επίτροπος δεν είναι σε θέση να φροντίζουν το παιδί», εξηγεί ο δικηγόρος Γιώργος Γιάνναρος. «Η γονική μέριμνα ή η επιτροπεία παραμένουν καταρχήν ανεπηρέαστες από την αναδοχή. Στην ουσία δηλαδή πρόκειται για νομοθετική ρύθμιση μιας πραγματικής κατάστασης η οποία δημιουργείται από την ανάθεση με συμφωνία των γονέων και της ανάδοχης οικογένειας ή με απόφαση του δικαστηρίου, της πραγματικής (και καθημερινής ) φροντίδας του παιδιού σε τρίτον».

Αντικείμενο λοιπόν της αναδοχής είναι η πραγματική φροντίδα του ανηλίκου που ρυθμίζεται νομικά και κατόπιν απόφασης δικαστηρίου. Έρχεται να καλύψει μια σημαντική κοινωνική ανάγκη, από τη στιγμή που σε ορισμένες περιπτώσεις ένα παιδί επιβάλλεται να είναι μακριά από την βιολογική οικογένειά του. Η αναδοχή του δίνει την πολύ σημαντική δυνατότητα να ζήσει μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον αντί να εισαχθεί σε κάποιο από τα κλειστά ιδρύματα. «Μεταξύ του παιδιού και του αναδόχου γονέα δεν ιδρύεται κανένας νομικός δεσμός μητρότητας/πατρότητας. Απεναντίας, η αναδοχή έχει προσωρινό χαρακτήρα και απώτερος στόχος είναι η επιστροφή του παιδιού στην βιολογική του οικογένεια όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Συνεπώς, μιλάμε για παιδιά που τους λείπει ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον και χρειάζονται την προσωρινή φροντίδα από αναδόχους γονείς (ζευγάρια ή μεμονωμένους ενηλίκους)».

Τα είδη της αναδοχής είναι τέσσερα. Η συγγενική αναδοχή αφορά οικογένειες που βρίσκονται σε κρίση και η  κοινωνική λειτουργός έρχεται σε επαφή με τους συγγενείς που θέλουν να πάρουν το παιδί. Η μεσοπρόθεσμη αναδοχή διαρκεί έως 2 χρόνια, εφαρμόζεται όταν οι οικογένειες χρειάζονται αυτό το διάστημα για να ξεπεράσουν την κρίση ώστε να ξαναπάρουν το παιδί κοντά τους. Είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος αναδοχής, ο οποίος ενδέχεται να εξελιχθεί σε μακροπρόθεσμη τοποθέτηση. Στην μακροπρόθεσμη αναδοχή τα παιδιά δεν επιστρέφουν ποτέ στους βιολογικούς του γονείς. Τέλος, η αναδοχή φιλοξενίας είναι η κατάσταση στην οποία κάποιος θέλει και μπορεί να φιλοξενήσει στο σπίτι κάποιο παιδί για Σαββατοκύριακο, γιορτές, καλοκαίρι κ.α.

Μεταξύ του παιδιού και του αναδόχου γονέα δεν ιδρύεται κανένας νομικός δεσμός μητρότητας/πατρότητας. Απεναντίας, η αναδοχή έχει προσωρινό χαρακτήρα.

Κατάλληλοι για να γίνουν ανάδοχοι είναι οικογένειες αποτελούμενες από συζύγους με ή χωρίς παιδιά, ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μεμονωμένα άτομα (άγαμα ή διαζευγμένα ή χήρα) με ή χωρίς παιδιά, που μπορεί να είναι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, οποιουδήποτε βαθμού με τον ανήλικο. Η συγγενική αναδοχή προτιμάται από το δικαστήριο.

Η τοποθέτηση ανηλίκου σε ανάδοχους γονείς επιτρέπεται φυσικά εφόσον πληρούνται σωρευτικά προϋποθέσεις. Επιγραμματικά, οι ανάδοχοι γονείς πρέπει να πληρούν τα όρια ηλικίας, έχοντας συγκεκριμένη διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία περί υιοθεσίας. Πρέπει οι ίδιοι και οι συνοικούντες με αυτούς να έχουν καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία καθώς επίσης να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα και να μην εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα εκείνα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα. Οφείλουν να έχουν αποδεδειγμένα τη δυνατότητα να καλύψουν τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του ανάδοχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς οικονομικούς πόρους και καταβάλλοντας προσωπική φροντίδα.

Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν καθ’ όλη τη διάρκεια της αναδοχής. «Οι φυσικοί γονείς ή ο επίτροπος μπορούν, να τοποθετήσουν το ανήλικο παιδί, με γνώμονα πάντα το συμφέρον του, σε ανάδοχη οικογένεια, κατά προτίμηση συγγενική, καταρτίζοντας μαζί της τη σχετική σύμβαση. Εάν τα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα το κρίνουν σκόπιμο, μπορούν να ζητήσουν τη συνδρομή του αρμόδιου φορέα, για εξεύρεση της κατάλληλης οικογένειας. Προκειμένου για τοποθέτηση ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια, από νομικό πρόσωπο που έχει οριστεί επίτροπος του συνάπτεται μεταξύ του επιτρόπου, όπως αυτός κατά περίπτωση εκπροσωπείται νόμιμα, και των ανάδοχων γονέων σύμβαση, σύμφωνα με την οποία ο ανάδοχος γονέας αναλαμβάνει την πραγματική φροντίδα του ανηλίκου» επισημαίνει ο Γιώργος Γιάνναρος.

Η αναδοχή ανηλίκου προκρίνεται ιδίως σε περιπτώσεις έκθετων, ορφανών ή εγκαταλελειμμένων και από τους δύο γονείς τους ή προκειμένου περί εκτός γάμου μη αναγνωρισμένων τέκνων, από τη μητέρα τους, κακοποιημένων ή παραμελημένων από τους γονείς τους ή άλλους συνοικούντες, καθώς και ανηλίκων που διαβιούν σε ιδρύματα.

Συμπερασματικά, η αναδοχή είτε στηρίζεται σε απευθείας σύμβαση είτε σε δικαστική απόφαση, δεν επηρεάζει καταρχήν τη γονική μέριμνα ή την επιτροπεία του ανηλίκου. Οι ανάδοχοι γονείς έχουν  ορισμένα δικαιώματα. «Δικαιούνται να ασκούν όσες αρμοδιότητες είναι απαραίτητες για να αντιμετωπίζουν τα τρέχοντα ή με επείγοντα χαρακτήρα. Κατά τα λοιπά οι αποφάσεις που αφορούν τις προσωπικές ή τις περιουσιακές υποθέσεις του ανηλίκου εξακολουθούν να λαμβάνονται από τους γονείς ή τον επίτροπο. Όταν όμως η ένταξη του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια καθίσταται μονιμότερη, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι δεσμοί του με τους γονείς του, το δικαστήριο μπορεί να αφαιρέσει ολικά ή μερικά την επιμέλεια του ανηλίκου καθώς και τη διοίκηση της περιουσίας του από τους γονείς και να την αναθέσει στους αναδόχους οι οποίοι πλέον γίνονται συνεπίτροποι. Ανάλογη ρύθμιση ισχύει και για την περίπτωση κατά την οποία η αναδοχή συντρέχει με την επιτροπεία».

Περνώντας στην υιοθεσία πρόκειται για μία νομική πράξη η οποία με τη σειρά της έχει προϋποθέσεις για τους υποψήφιους γονείς και κατά την οποία το υιοθετημένο παιδί απολαμβάνει όλα τα προνόμια και τα δικαιώματα, η οικογένεια έχει τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι σε αυτό σαν να ήταν φυσικό του παιδί. «Η υιοθεσία αλλάζει τη νομική ταυτότητα του παιδιού σε αντίθεση με την αναδοχή κατά την οποία, ένα ανάδοχο παιδί κρατάει την δική του ταυτότητα (π.χ. ονοματεπώνυμο) και εξακολουθεί να είναι νόμιμο παιδί των φυσικών του γονιών».

Το προς υιοθεσία παιδί πρέπει να είναι τουλάχιστον τριών µηνών. Νωρίτερα απαγορεύεται να δοθεί η συναίνεση των φυσικών γονέων. Στις περιπτώσεις ιδιωτικών υιοθεσιών, ακόµη κι αν οι βιολογικοί γονείς δώσουν το παιδί αµέσως µετά τη γέννησή του στους θετούς, η νοµική διαδικασία δεν µπορεί να ξεκινήσει πριν από τη συµπλήρωση του τριµήνου. Δικαίωµα υιοθεσίας έχουν ενήλικες ηλικίας µεταξύ 30 και 60 ετών. Αυτές είναι μόνο μερικές από το προϋποθέσεις μεταξύ πολλών άλλων που αφορούν την ψυχική και σωματική υγεία, το περιβάλλον, την οικονομική των αιτούντων την υιοθεσία γονέων. «Τα αποτελέσματα της υιοθεσίας ανηλίκων μπορούν να συνοψισθούν σε δύο προτάσεις: Πλήρης ένταξη του θετού τέκνου στην οικογένεια του θετού γονέα και πλήρης ρήξη των δεσμών του με τη βιολογική του οικογένεια», καταλήγει ο νομικός αναδεικνύοντας τη σημαντική διαφορά μεταξύ αναδοχής και υιοθεσίας.

Το νομοσχέδιο που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ στοχεύει κυρίως στην επίσπευση κι απλούστευση των διαδικασιών αναδοχής και υιοθεσίας, αφού όπως φαίνεται στην αιτιολογική του έκθεση και στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι υιοθεσίες στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια βαίνουν μειούμενες. Παράλληλα το νομοσχέδιο προβλέπει την χαρτογράφηση των παιδιών που φιλοξενούνται στα ιδρύματα, των ίδιων των ιδρυμάτων αλλά και των υποψήφιων γονέων ενώ θεσπίζεται για πρώτη φορά  ο θεσμός της επαγγελματικής αναδοχής για τις περιπτώσεις εκείνες των παιδιών, που καθίσταται δύσκολη η τοποθέτηση τους σε αναδοχή, όπως είναι παιδιά ΑμεΑ ή παιδιά με έντονα ψυχολογικά προβλήματα. Ο ανάδοχος γονέας των περιπτώσεων αυτών θα αμείβεται με μηνιαία αντιμισθία και θα του παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη ασθένειας και συντάξεως.

Τα αποτελέσματα της υιοθεσίας ανηλίκων μπορούν να συνοψισθούν σε δύο προτάσεις: Πλήρης ένταξη του θετού τέκνου στην οικογένεια του θετού γονέα Πλήρης ρήξη των δεσμών του με τη βιολογική του οικογένεια.

Αυτό όμως που πυροδότησε τις ενστάσεις των βουλευτών, είναι η δυνατότητα αναδοχής και σε ομόφυλα ζευγάρια εφ’ όσον έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης. Ένα προοδευτικό βήμα, δηλαδή, που μοιάζει ανακόλουθα μεμπτό για βουλευτές που υποτίθεται ότι ανήκουν σε αριστερό κόμμα.

Το βασικό πρόβλημα με τους διαφωνούντες εντός του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να είναι ένας ανερμάτιστος συντηρητισμός που μάλιστα επιχειρηματολογεί. Άραγε δε γνώριζαν ότι πολιτεύονται με ένα κόμμα που σύμφωνα με πολιτική απόφαση του ιδρυτικού συνεδρίου του στηρίζει «απολύτως το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό σε σχέση με τη σεξουαλικότητα και την επιλογή φύλου, όπως και τη θεσμοθέτηση πολιτικού γάμου ομοφύλων με πλήρη και ίσα δικαιώματα, καθώς και την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου».

Οι διαφωνούντες βλέπουν το μικροπολιτικό δέντρο της εκλογικής τους πελατείας και χάνουν το δάσος. Το κοινωνικό δάσος που είναι πραγματικό και μεταφράζεται σε παιδιά εγκλωβισμένα σε μαιευτήρια και ιδρύματα που θα μπορέσουν να μπουν σε μια οικογένεια που τα λαχταρά, η οποία μάλιστα θα έχει ελεγχθεί από λειτουργούς και δικαστές. Οι διαφωνούντες βουλευτές ομολογούν στην πραγματικότητα ότι δεν εμπιστεύονται ούτε το ίδιο τους το κράτος. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και για την αξιωματική αντιπολίτευση. Αλλά, εκεί, αν αναλογιστεί κανείς την κοινοβουλευτική στάση που τήρησε η ΝΔ  στο σύμφωνο συμβίωσης ή στον προσδιορισμό ταυτότητας φύλου, δεν θα περίμενε μια προσέγγιση λιγότερο οπισθοδρομική (ή περισσότερο «κεντροδεξιά», αν προτιμάτε).

Το δέντρο για εκείνους είναι θέσφατο, αλλά στην πραγματικότητα πρέπει να κοπεί. Αν η κοινωνία, πάντα κατά τους ίδιους, είναι ανώριμη να δεχθεί παιδιά που μεγαλώνουν με ομόφυλα ζευγάρια, προφανώς δεν τους ενδιαφέρει να την αλλάξουν.

Αναρωτήθηκαν ωστόσο, πριν διαφωνήσουν, αν μεγαλώνουν ομόφυλα ζευγάρια παιδιά στην Ελλάδα; Η απάντηση είναι ναι, αλλά γίνεται κρυφά.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.