Α Χ

του Γιάννη Στίγκα

Υπάρχει ένα μικρό κούφιο πραγματάκι, που χωρά τόσα,
μα τόσα πολλά:

Μεγάλες χορεσπερίδες.
Να στροβιλίζεσαι και να στροβιλίζονται όλα γύρω σου.
Η επί γης ενσάρκωση της ηλιοκεντρικής θεωρίας.

Την ανάμνηση ενός αξιωματικού που βγάζει βιαστικά
τις τιράντες του.
Οι νύχτες είναι σατέν.
Η αληθινή ευγένεια καταλήγει πάντοτε στους βουβώνες.

Την ιδέα για μία ακόμη κόμμωση που αψηφά τη βαρύτητα.
Καράβι, ερωδιός ή φρουτιέρα.

Ένα νόμο για την κατάργηση του ψωμιού.
Το ψωμί είναι βρώμικο. Ένα κράμα αμορφωσιάς και ιδρώτα.

Την ανάμνηση ενός άλλου αξιωματικού που βάζει βιαστικά τις τιράντες του.
Τα πρωινά είναι κρυστάλλινα.
Πρέπει να έρχονται από τη Βοημία.

Πέρλες, διαμάντια, μαργαριτάρια.
Γενικά ό,τι καθρεφτίζει υπάκουα.  Να καθρεφτίζεσαι έτσι
είναι μια μικρή μπαρόκ αθανασία.

Την αντίληψη ότι ο χρόνος είναι ένα σκυλάκι ράτσας.
Δεμένο με χρυσή αλυσίδα.

Ώσπου ακούγεται ένα κρακ, κάτι σαν λάμψη, αλλά βαριά
Άχου, τι λάσπες είναι αυτές
τι λασποκόκκινα τερτίπια;

Έτσι πάει. Κεφάλι είναι και πετά.

Το σώμα πίσω σπαρταρά, Αντουανέτα.


Από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Στίγκα «Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος