ΠΡΟΦΙΛΟ Μίμης Κωστόπουλος δεν κυκλοφορεί εδώ κι ένα χρόνο στις οδούς Βασιλικής, Λίμπονα και Κ...

Ο Μίμης Κωστόπουλος δεν κυκλοφορεί εδώ κι ένα χρόνο στις οδούς Βασιλικής, Λίμπονα και Κολοκοτρώνη.

Αποχαιρετισμός του Γιάννη Λιγνάδη για έναν επιστήθιο φίλο και χρηστό πολίτη.

Ήταν το πιο καλό παιδί και από καλή γενιά. Ήταν ένας άνθρωπος που διάβαζε πολλά βιβλία. Ξεκίνησε σαν αθλητής με πολλά πρωτεία, έγινε δικαστής στην ανώτατη βαθμίδα, δεν ξέμαθε να ζει, να σκέφτεται, να χαίρεται την καλή παρέα και το κρασί. Για τους παροικούντες την Πλατεία Αγίας Ειρήνης ήταν το σύμβολο της ανυπακοής αλλά και της οικειότητας. Ο μικρόκοσμός μας έγινε πιο απόξενος, σχεδόν ανοίκειος από τότε που έφυγε ο Μίμης. Όλα τα πάντα αλλάζουνε καθημερινά, κουμπιά, κορδέλες και πανικά φεύγουν. Έρχονται κι άλλα σουβλάκια κι άλλα σούσι κι άλλες σφολιάτες. Κάπου αλλού αυτός διαβάζει και κρίνει αυστηρά, κάπου αλλού είναι πάλι άρχοντας, ενώ εμείς θέλουμε τουλάχιστον να μας μείνει, ύστατο προνόμιο, η μνήμη.

Για τον Μίμη: Αναμνηστικό σε πρώτο Πρόσωπο

Ἄν εὐτυχής ἤ δυστυχής εἶμαι δέν ἐξετάζω

Πλήν ἕνα πράγμα μέ χαράν στόν νοῦ μου πάντα βάζω

πού στήν μεγάλη πρόσθεσι

(τήν πρόσθεσί των πού μισῶ)

πού ἔχει τόσους ἀριθμούς, δέν εἶμ᾽ ἐγώ ἐκεῖ

ἀπ᾽ τές πολλές μονάδες μιά. Μές στ᾽ ὁλικό ποσό

δέν ἀριθμήθηκα. Κι αὐτή ἡ χαρά μ᾽ ἀρκεῖ.

Κ. Καβάφης, Πρόσθεσις

 

Αγαπημένε Mίμη,

Σου αφιερώνω το ποίημα αυτό του αγαπημένου σου Αλεξανδρινού, γιατί πιστεύω πως σου ταιριάζει άριστα, και γιατί δεν έχω αμφιβολία πως θα σου άρεσε πολύ. “…Στην Μεγάλη Πρόσθεση…δεν είμαι εγώ εκεί…μες στ᾽ ολικό ποσό δεν αριθμήθηκα”. Μα φυσικά, Μίμη, και δεν αριθμήθηκες· γιατί, σαν τον Ποιητή, ήσουν και εσύ μια εξαίρετη μονάδα· με τον τρόπο σου μοναδικός. Μόνο δεν ξέρω, αν η μοναδικότητα είναι ευλογία ή κατάρα· αν είναι ο δρόμος για την Ευτυχία ή την Δυστυχία. Ίσως να είναι και για τα δύο. Γιατί η άλλη -η αθέατη- όψη της μοναδικότητας είναι η μοναχικότητα. Κι εσύ τα είχες και τα δύο.

Το σχήμα της ζωής σου, λες και συναιρούσε όλες τις οξείες αντιφάσεις, όλα τα παράδοξα που διέπουν τον ιδιόρρυθμο βίο μιας πνευματικής υπάρξεως, ας πω, ενός ποιητή. Όθεν και η “συγγενική” αγάπη που έτρεφες για την ποίηση και τον κόσμο της. Γιατί είχες στ᾽ αλήθεια πολιτογραφηθεί στων “Ιδεών την Πόλη” και επαξίως κατείχες σ᾽ αυτήν την θέση του μύστη και του εκλεκτού κριτή.

Για όποιον σε γνώριζε, οι αντιφάσεις σου ήταν αυτές που του προκαλούσαν την ζωηρότερη εντύπωση.

Πώς ένας ένορκος θεράπων της Θέμιδος μπορεί να λατρεύει ταυτόχρονα έναν Διόνυσο και μία Αφροδίτη;

Πώς ένας ανώτατος κρατικός λειτουργός μπορεί σχεδόν καθημερινά να “αναλώνεται” σε ολονύχτιους κώμους και σε ασύδοτα (αν και πνευματικά) συμπόσια;

Πώς ένας Σύμβουλος Επικρατείας δύναται να γίνεται ομοτράπεζος, συνδαιτυμόνας και συμπότης με τους μικρούς κι ανώνυμους της βιοπάλης· τον έμπορο, τον βοσκό, τον ψαρά, τον λαχειοπώλη…;

Πώς ένας οικογενειάρχης, σύζυγος και πατέρας μπορεί να συμπεριφέρεται άλλοτε ως μποέμ εργένης, άλλοτε ως άτακτος έφηβος;

Πώς η νηφάλια και αυστηρή κρίση του Δικαστή μπορεί συνδυάζεται με τον ευδαιμονισμό της αλκοολικής μέθης;

Πώς οι προσαρμογές στην ουσία μιας “χριστιανικής ζωής” μπορούν να συνυφαίνονται με τις αμαρτωλές έξεις ενός ειδωλολάτρη βίου;

Πώς ένας τέως πρωταθλητής των καταδύσεων και ένας περιζήτητος δανδής των “νομικών κύκλων”, μπορεί να μεταβάλλεται σε αισθητή-διανοούμενο των αστικών σαλονιών, σε πνευματικό αριστοκράτη, σε άριστο κάτοχο της ελληνικής παιδείας και εμβριθή γνώστη της γαλλικής λογοτεχνίας;

Πώς γίνεται ένας Δημήτριος Κωστόπουλος να επιμένει να τον φωνάζουν “Μίμη”;

Αναμφίβολα, για τους πολλούς ήσουν ένα παράδοξο, Μίμη. Ένα οξύμωρο σχήμα βίου. Όσοι σε ήξεραν κάπως καλύτερα, εκ του πλησίον, μπορούσαν, κάπως, να διακρίνουν και τα αληθινά και τα θεατρικά σου. Πως πίσω, ας πούμε, από το βλοσυρό σου βλέμμα, κρυβόταν η αθώα λαμπερή ματιά ενός μικρού παιδιού. Πως η στεντόρεια μεταλλική φωνή σου, έκρυβε συχνά την θωπεία μιας βασιλικής ευγένειας. Πως πίσω από άτεγκτη -και κάποτε αδυσώπητη- κρίση σου, υφείρπε η θέρμη και η αγαθότητα ενός απροσποίητου φιλάνθρωπου αισθήματος.

Προπάντων, για μένα ήσουν, Μίμη, άνθρωπος δαιμόνιος. Σωκρατικός. Και είρων ήσουν και σκώπτης και αλαζών. Αλλά τι αλαζών…! Με ταπεινόφρονες και ευγενείς προθέσεις. Πτωχαλαζών. Και τι είρων και τι σκώπτης…! Θεατρικός και φιλοπαίγμων (ίσως και κάποιες φορές ἐν οὐ παικτοῖς). Γι᾽ αυτό, δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που δίχως να σ᾽ έχουν καταλάβει, ενοχλούνταν και πειράζονταν και κακιώναν. Όμως ο σαρκασμός σου και το σκώμμα σου δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα αθώο παιχνίδι, μία διασκεδαστική φάρσα, ένα “πείραγμα” που άναβε τα αίματα και τάραζε τις ψυχές των γύρω σου, έτσι, θα ’λεγες, για να μην εφησυχάζουν.

Άλλες φορές το προσωπείο λες και γινόταν όντως πρόσωπο, και τότε γινόσουν σκυθρωπός πολύ και δύσθυμος και δύστροπος· κάνοντας τον βίο αβίωτο (και συνάμα ηρωικό!) σε όσους ζούσαν κοντά σου. Γιατί; Ίσως για να επιβάλλεις στον εαυτό σου μία ποινή. Ή για να τους προετοιμάσεις, προκαταβολικά, για την Μεγάλη σου Αναχώρηση. Για να μην νιώσουν την απουσία, όταν θα ερχόταν, με περισσή οδύνη αλλά ως ανακούφιση και λύτρωση βασάνων. Δεν ξέρω αν αποζητούσες κάτι τέτοιο όντως, όμως το πέτυχες να μας προετοιμάσεις. Γιατί από καιρό το βλέπαμε πως βάδιζες την οδό της “δωδεκάτης”, και βουβοί και θλιμμένοι, περιμέναμε…

Και πάλι, για κάποια χρόνια μας ξεγέλασες· κι έπαιζες με τον πόνο μας. Ιδού η ύψιστη ειρωνεία και το παράδοξο: Εσύ, που ήξερες μεγαλοπρεπώς να ευεργετείς τις ζωές των άλλων, συστηματικά απεργαζόσουν της δικής σου την καταστροφή. Υπάρχει όμως ακόμα και σ᾽ αυτήν την αυτοανατρεπτική δράση ένα ηρωικό μεγαλείο: “ἀλλ᾽ ἤ καλῶς ζῆν ἤ καλῶς τεθνηκέναι/τὸν εὐγενῆ χρή” (Σοφοκλή, Αίας).

Δεν ξέρω τι δικό σου θα ξεχάσω, Μίμη. Ξέρω ότι σίγουρα όλα αυτά θα τα κρατήσω. Και ακόμα κι άλλα:

-Την μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα σου (με την αποκλειστική χρήση)

-Το τραπεζάκι, δίπλα της, με παραταγμένα φάρμακα

-Τα στοιχισμένα και τοποθετημένα εύτακτα σε στοίβες της μνήμης σου βιβλία (οι βιβλιοθήκες δεν χωρούσαν άλλα!)

-Τα πυκνά “συρμάτινα” μαλλιά σου

-Την ερρινο-ουρανική χροιά της φωνής σου

-Τα επίμονα κελεύσματά σου προς Χριστίνα και Δανάη

-Τα βαριά, ασθμαίνοντα, ανηφορικά βήματά σου στην ατέλειωτη μαρμάρινη σκάλα της Βασιλικής 6

-Το λαγαρό σου γέλιο.

-Το δάκρυ που τόσο δαψιλώς έχυνες ακόμα και για τον πιο κούφο ανθρώπινο πόνο.

-Τις ποιητικές διαλέξεις σου.

-Τον στέρεο ελληνικό σου λόγο.

-Το υπέροχο μυαλό σου.

-Το χαρμόλυπο μειδίαμά σου.

Αυτά και πολλά άλλα.

Η απουσία σου θα εξαναγκάζει για πολύ καιρό ακόμα την μνήμη όλων όσων σε αγάπησαν και μένουν τώρα πίσω. Και πάλι θα είσαι το επίκεντρο των συζητήσεων· και πάλι θα τις μονοπωλείς. Γιατί στον κοινό μας βίο ήσουν πάντα ο πρωταγωνιστής· ο αξιοθαύμαστος κωμικός και τραγικός μαζί.

Κι ακόμα περισσότερο θα είσαι:

-Για την Πατρίδα σου, ο ακέραιος και έντιμος Δικαστής.

-Για την γυναίκα σου, Χριστίνα, ισόβια τιμή.

-Για την κόρη σου, Δανάη, ύψιστο ευεργέτημα.

-Για την προγονική σου γη, την Πιαλεία, που ετοιμάζεται στην

πασχαλινή αγκαλιά της να σε δεχτεί, το σοφό και άξιο παιδί της.

-Για όλους εμάς, τους συγγενείς και φίλους, ανεκτίμητος θησαυρός μνήμης.

Τα ύστατα λόγια του Σωκράτη, με τον οποίο παραπάνω σε συσχέτισα ήταν αυτά:

“…τῷ Ἀσκληπιῷ ὀφείλομεν ἀλεκτρύονα. ἀλλ᾽ ἀπόδοτε καὶ μὴ ἀμελήσητε” (Πλάτων, Φαίδων).

Tα δικά σου τελευταία λόγια ποια να ’ταν άραγε; Κανένας δεν ξέρει. Ίσως κάτι τέτοιο να ψιθύρισες:

“Ένα καρτούτσο, παιδιά! Ένα καρτούτσο, παρακαλώ, για την ψυχή μου”.

ΧΑΙΡΕ!

Αθήνα (Αγία Ειρήνη) 4-4-2017.

Γιάννης Λιγνάδης__

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.