ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Οι συγγραφείς της νησιωτικής Ελλάδας

Ανταλλαγή απόψεων με τον διανοούμενο Γιώργο Σχορετσανίτη. Τί γίνεται με τη λογοτεχνία της νησιωτικής Ελλάδας; Γιατί η αναγνώριση έρχεται με την μετανάστευση του συγγραφέα απ’ το νησί του στο κλεινόν άστυ; 

Κάποιοι συγγραφείς ζούνε εκτός του μεγάλου γεωγραφικού διαμερίσματος της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Ζούνε στα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη και τα νησιά του Ιονίου.  Πρόκειται για ανθρώπους που ζουν μόνιμα σ’ αυτούς τους μικρούς φυσικούς παραδείσους. Όσοι μετανάστευσαν βορειότερα προς τα μεγάλα αστικά κέντρα συντηρούν μέσα τους την αδιάπτωτη νοσταλγία για τα πατρώα εδάφη στα οποία και τελικά παλιννοστούν ή με τη φυσική παρουσία τους ή με τη νοερή.

Τα ήθη των πόλεων τούς φαίνονται τρομακτικά. Όχι γιατί είναι μικροαστοί. Οι περισσότεροι απ’ τους συγγραφείς της νησιωτικής Ελλάδας είναι οι τελευταίοι θεματοφύλακες των υψηλών αξιών και των ιδανικών, σαν προερχόμενοι από εποχές με ιππότες και όρκους τιμής, σαν ιδαλγοί,  τους προκαλεί δυσανεξία η επαφή με το άστυ και τους παθογόνους μηχανισμούς ανάδειξης ενός πνευματικού έργου. Δεν μπορούν να γίνουν ούτε καν ουραγοί στις κουστωδίες των τυχοδιωκτών και των ανάλγητων. Οι δεσμοί τους με τις οικογένειες τους είναι πολύ ισχυροί, δεν μπορούν να γίνουν επιλήσμονες αυτών των συγγενών που τους μεγάλωσαν και τους ενεφύσησαν ακόμη και με τον πιο άκυρο τρόπο την αγάπη προς την δημιουργικότητα.

Ξέρω πάρα πολλούς νησιώτες συγγραφείς που δεν αφήνουν τους τόπους που γεννήθηκαν και τις οικογένειες τους γιατί ακριβώς δεν μπορούν να ξεχάσουν τις προγονικές φωνές, τις δικές τους παιδικές φωνές, δεν μπορούν να ξεχάσουν το παρωχημένο που βίωσαν, αναγνώρισαν ως τέτοιο και προσέφεραν ως αντίδωρο στην κοινωνία τον ρηξικέλευθο μόχθο τους. Δεν ζούνε στην Αθήνα, την Πάτρα ή την Θεσσαλονίκη.  Ή, όπως τόνισα και πιο πάνω, αν το κάνουν, η φυγή τους και η διαμονή τους σε κάποια μεγάλη πόλη τούς επιτρέπει την απρόσκοπτη αναπόληση των γνώριμων σχημάτων της επαρχίας. 

Στο συγκεκριμένο άρθρο θα ασχοληθώ αποκλειστικά με τους συγγραφείς που δεν αφήνουν τις εστίες τους για μετοικεσίες σε άλλες μεγάλες πόλεις ή και γιατί όχι σε άλλες χώρες. Είναι πολύ της μόδας κάποιος να εγκαταλείπει την Ελλάδα και την κουλτούρα της, αυτομολώντας σε αλλότριες κουλτούρες, θυσιάζοντας της εθνική μας αναγέννηση στο βωμό της προσωπικής του δόξας. Οι συγγραφείς που μένουν στη νησιωτική Ελλάδα είναι αδιάφοροι  στους βιβλιοκριτικούς που θέλουν επιπλέον και μια εκ τους σύνεγγυς επαφή με τον δημιουργό. Έτσι χρόνο με το χρόνο ακόμη και το τυχαίο πρώιμο ενδιαφέρον κάποιου μελετητή φιλολόγου για το έργο ενός συγγραφέα εξανεμίζεται πολύ γρήγορα. Μεγάλοι συγγραφείς αυτής της Ελλάδας περιθωριοποιούνται και είναι γνωστοί μόνο στα μέρη τους. Δημιουργούν όπως ο καλόγερος έχει το εργόχειρο του. Χωρίς την προσμονή κάποιας επιστροφής συναισθημάτων από επίσημους θεσμικούς κατά κάποιον τρόπο εκτιμητές λογοτεχνικών και άλλων ειδών ιστοριών.  Γνωρίζω συγγραφείς στα Δωδεκάνησα πολύ σπουδαιότερους απ’ τους σπουδαίους των Αθηνών.

Δυστυχώς δεν γνωρίζουν ούτε καν την αδηφάγο πλευρά της βιβλιοπαραγωγής που σχεδόν ζητά απ’ τον καλλιτέχνη ένα τίτλο ανά χρόνο. Εκδίδουν και κάθε δέκα χρόνια ή κάθε είκοσι ή γιατί όχι και ένα μοναδικό βιβλίο σε όλη τους τη ζωή. Δεν ξέρουν ότι όσο πιο μεγάλο είναι το κενό ανάμεσα σε δυο τους βιβλία τόσο αυτό αναπληρώνεται απ’ τους πολυγραφότατους και αυτοί οι ολιγογράφοι ξεπέφτουν σε κάποιου είδους συγκεχυμένη ανάμνηση κουρασμένων απ’ την μελέτη μυαλών. Ο κόσμος αλλάζει γρήγορα και οι μωροφιλόδοξοι τρέχουν για να προλάβουν αυτές τις αλλαγές.

Η περιορισμένη συνήθως λογοτεχνική παραγωγή των νησιωτών συγγραφέων είναι και ζήτημα μιας βαθιάς αυτεπίγνωσης. Απομακρυσμένοι απ’ τα μολυσμένα σινάφια των καλλιτεχνών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, που καλλιεργούν στα μέλη τους πάθη τρομακτικά προσκολλημένα στην εφήμερη δόξα και τις ηλίθιες τιμές, οι νησιώτες δουλεύουν υπομονετικά την τεχνική και το ύφος τους. Κουράζονται και θυσιάζουν την προσωπική ζωή τους για ένα καλό αποτέλεσμα. Σίγουρα όχι όλοι…οι περισσότεροι απ’ αυτούς. Στις μεγάλες πόλεις οι συγγραφείς δεν έχουν και πολύ χρόνο για να δημιουργήσουν. Χαμένοι στις κοσμικές εκδηλώσεις, τις λογοτεχνικές βραδιές, τα κρατικά και ακαδημαϊκά βραβεία  και προκειμένου να μην αφήσουν ανικανοποίητη τη θέληση τους για δύναμη και εξουσία παραμελούν το έργο τους έρμαιο στη βιάση και την προχειρότητα. 

Κάτι άλλο που δεν απασχολεί το πρότυπο του συγγραφέα για το οποίο μιλάω είναι οι λογοτεχνικές τάσεις που μπορεί να είναι κακό αλλά μερικές φορές απ’ την άλλη ευνοεί τον πειραματισμό και την δημιουργία μιας προσωπικότητας καλλιτέχνη που σφραγίζει για πάντα τα γραπτά της. Τα προβλήματα απ’ την απουσία γειτνίασης με τα μοντέρνα λογοτεχνικά ρεύματα μπορούν να εκδηλωθούν με την εμμονή στην παράδοση και την μιμητική αναπαραγωγή ενός τρόπου γραφής που δοκιμάστηκε, πέτυχε και έκανε τον κύκλο του. Για να είμαι ειλικρινής εν κατακλείδι είχα προσφάτως την εμπειρία της αναγνωστικής επαφής με το σπουδαίο και σχετικά άγνωστο έργο του διανοούμενου Γιώργου Σχορετσανίτη. Ο κύριος Σχορετσανίτης είναι γιατρός στην Κρήτη και θα μ’ ενδιέφερε η άποψη του πάνω σε όλα αυτά. Τον αναζήτησα μέσω μέηλ και σ’ αυτόν ανήκουν και οι δύο τελευταίες παράγραφοι.  

«Σε πολλούς τόπους, η έννοια του γεωγραφικού νότου,  παρατηρείται και θεωρείται διακριτή, κατά ένα τρόπο. Για παράδειγμα, ο αμερικάνικος Νότος, ο πολύπαθος αυτός χώρος της  ατελείωτης ηπείρου, είχε εδώ και κάποιους αιώνες και έχει ακόμα τη δική του δυναμική, ίσως λόγω των πολλαπλών και επώδυνων βιωμάτων,  η οποία πέραν των άλλων επηρέασε δεόντως και μάλιστα έδωσε την αναγκαία ώθηση και για την περίφημη ‘Αναγέννηση του Χάρλεμ’, η οποία όπως καλά γνωρίζουμε δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στη λογοτεχνία. Θα μπορούσαμε την ίδια στιγμή να μεταφερθούμε στην απ’ εδώ  όχθη του Ατλαντικού, στην Ιταλία συγκεκριμένα, και να δούμε την περίπτωση του πρόσφατα αποχωρήσαντα από τα εγκόσμια, Αντρέα Καμιλλέρι (1925- 17 Ιουλίου 2019). Μακρυά από το ιταλικό κλεινόν άστυ, ανέπτυξε και ξεδίπλωσε το δικό του ταλέντο και μάλιστα κατόρθωσε να αναρριχηθεί στην προτίμηση των συμπατριωτών του γράφοντας αστυνομικές ιστορίες σε μια διάλεκτο αμιγώς ‘σικελική’, τουτέστιν πλημμυρισμένης από ιδιωματισμούς της σικελικής υπαίθρου.  

Το ίδιο, θα μας επιτρεπόταν να ισχυρισθούμε,  ισχύει και για τη δική μας νησιωτική χώρα, με τις μικρές νησιωτικές κυψέλες του νότου, μακράν της πρωτεύουσας. Σε όλα σχεδόν τα  απομακρυσμένα γεωγραφικά μετερίζια ζουν άνθρωποι οι οποίοι το επέλεξαν ή αναγκάστηκαν, για διάφορους λόγους ο καθένας, και οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε πολύπλευρες πολιτιστικές δραστηριότητες. Οι συγγραφείς αυτοί, παράλληλα με το επάγγελμά τους, απλώνουν τα ενδιαφέροντά τους και σε άλλα πεδία. Πολλές δεκαετίες πριν, η κρατική τότε τηλεόραση, είχε δώσει φωνή στους  συγγραφείς των περισσότερων επαρχιακών πόλεων, αλλά κάπου η συνέχεια δεν υπήρξε η αναμενόμενη παρά τις διαχρονικές και μεγαλόστομες πολιτικές εξαγγελίες. Σήμερα, πάντως με την χρήση του παντοδύναμου διαδικτύου, πολλά πράγματα δείχνουν να αλλάζουν επί τα βελτίω. Στο χώρο που ζει ο γράφων, στο Ηράκλειο της Κρήτης, πολλοί συγγραφείς κάνουν την παρουσία τους καθημερινά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στα δρώμενα της πόλης, αλλά και αλλαχού. Πολλοί γράφουν και αρθρογραφούν σε καθημερινές τοπικές εφημερίδες, όπως για παράδειγμα, την ιστορική ‘Πατρίς’, άλλοι σε γνωστότερες των Αθηνών, κάποιοι σε ενδιαφέρουσες και  υψηλού επιπέδου ιστοσελίδες, και φυσικά αρκετοί προχωρούν σε εκδόσεις των βιβλίων τους είτε μέσω των εκδοτικών συγκροτημάτων των Αθηνών, είτε ιδιωτικά. Ορισμένοι εστιάζουν το ενδιαφέρον τους σε αμιγώς τοπικιστικά και λαογραφικά θέματα, μερικοί σε αρθρογραφία, δοκίμια, βιβλιοκριτικές, πεζογραφία, λαογραφία, αρκετοί σε ιστορικά θέματα που αφορούν τον ευρύτερο χώρο της Κρήτης, και λιγότεροι σε ζητήματα διαχρονικά και διεθνή. Μερικοί κατάγονται από άλλα μέρη αλλά εγκαταστάθηκαν εδώ για τον δικό του λόγο ο καθένας, και πολλοί είναι γέννημα και θρέμμα του τόπου. Επί του παρόντος, πάντως, δεν διαφαίνεται κάποια λογοτεχνική συγγένεια σε όλους αυτούς. Κάθε ένας συγγραφέας αναπτύσσει και εξελίσσει το δικό του λογοτεχνικό ενδιαφέρον,  και το ευτύχημα είναι ότι αρκετοί άρχισαν να γίνονται γνωστοί και στην πολύβουη και αδηφάγο πρωτεύουσα. Θα μπορούσα να αναφερθώ εν τάχει σε κάποια ονόματα, αλλά σίγουρα θα αδικούσα πολύ περισσότερα. Δεν μπορώ όμως να μην εστιάσω τη σκέψη μου, κλείνοντας ετούτο το σημείωμα, σε κάποιους πραγματικά σπουδαίους συγγραφείς, πάλι χωρίς αναφορά ονομάτων εδώ, οι οποίοι για διάφορους λόγους πέρασαν ή θα περάσουν στην λήθη, ελπίζοντας πως στο μέλλον να υπάρξουν, σε αυτή την κατηγορία, σαφώς λιγότεροι!» 

μενο: Φώτης Θαλασσινός. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.