ΛΑ ΓΚΡΕΚΑ ΜΠΕΛΕΤΣΑ

Γενέθλια στην Καραντίνα

«Αυτά που ποτέ δε θα ξεχάσεις», έτσι τελείωνε μια ευχή από αυτές που δέχθηκε ο Παναγιώτης Μένεγος που γιόρτασε φέτος με απαγόρευση κυκλοφορίας.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
ΣΤΗΛΗ
ΛΑ ΓΚΡΕΚΑ ΜΠΕΛΕΤΣΑ
Ο Παναγιώτης Μένεγος ζει στην ομορφότερη χώρα του κόσμου.

Για όλους υπήρξε μια στιγμή. Εκεί που ο καθένας μας κατάλαβε ότι το πράγμα ζορίζει. Ή ότι είναι ζόρικο έτσι κι αλλιώς – πιο πολύ απ’ ό,τι νόμιζε στην αρχή όταν ο ιός απείχε μερικές ηπείρους χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Δεν έχει σημασία αν ήταν νωρίς ή αργά, όσοι δείχνουν με το δάχτυλο κι αυτές τις μέρες, είναι και πάλι εκτός θέματος. Όμως εκείνη η Παρασκευή, έντεκα μέρες πριν, που μπήκαμε όλοι σε καραντίνα ήταν το σημείο στίξης που διέκοψε την περίοδο της κανονικής μας ζωής. Μένει να φανεί αν θα είναι παρένθεση και πόσο θα αντέξουμε αν αποδειχθεί παράγραφος. 

Περπατούσα από το Σύνταγμα προς τα γραφεία της Popaganda όπου θα λύναμε κι επίσημα τους ζυγούς περνώντας στην εποχή της πιξελαρισμένης βιντεοκλήσης, μπορούσες να καταλάβεις ότι η ατμόσφαιρα άλλαζε. Ένας κύριος φώναζε «δεν μπορώ να βάλω κι αυτό στο μυαλό μου» έξω από τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος (η δεύτερη πιο μάταιη δουλειά των ημερών μετά από εκείνη του αθλητικού συντάκτη). Ποιος ξέρει ποιον προσπαθούσε να νουθετήσει πέρα από τον εαυτό του, αν και το τηλεφώνημα έμοιαζε με αυτά που όλοι κάναμε εσπευσμένα κάποια στιγμή σε γονείς και παππούδες. Λίγα μέτρα πιο κάτω, έξω από το Υπουργείο Οικονομικών, ένας άλλος κύριος, μεσήλικας, φιλοσοφούσε σε μια από από αυτές τις κλασικές κουβέντες των 60ρηδων λίγο πριν – λίγο μετά την ουρά της τράπεζας: «είμαστε όλοι κινητές βόμβες». Αυτή είναι η νέα αργκό που έχουν επιβάλλει τα δελτία ειδήσεων. Πάμε να κλείσουμε ένα μήνα «πολεμώντας τον αόρατο εχθρό»: πρώτα στον Έβρο, μετά η πανδημία, λίγο ακόμα κι ο Ευαγγελάτος θα πάρει σύνταξη εθνικής αντίστασης…

Οι Αθηναίοι αυτές τις μέρες κρατάνε τα παράθυρά τους ανοιχτά. Πιο πολύ από το συνηθισμένο τους, οι κουρτίνες είναι μόνιμα μανταλωμένες στο πλάι. Θέλουν να διατηρήσουν την επαφή τους με το πρωτόγνωρα απαγορευμένο. Το φως, αυτό που μάλλον τους κράτησε ζωντανούς την περασμένη δεκαετία. Κρατάνε ημερολόγια καραντίνας και κάθε μέρα ξεθαρρεύουν όλο και πιο πολύ για βόλτες και, «φυσικά προσεκτικούς», σύντομους περιπάτους. Κρυφοκοιτάνε σε εκείνα τα ανοιχτά παράθυρα μπας κι αντιγράψουν στρατηγικές εγκλεισμού, μήπως υπαρχουν κάποιοι που το κάνουν καλύτερα; Κι εκεί βλέπουν ανθρώπους μπροστά σε οθόνες κι ανακουφίζονται, όλοι το ίδιο κάνουν τελικά. Φορτώνουν πλεϊλίστες και ξεθεώνουν τα σκυλιά τους στο πέρα δώθε, σχηματίζουν πολύ σκόρπιες διαδηλώσεις στον Εθνικό Κήπο, στο Πάρκο Ελευθερίας και τον περιφερειακό του Φιλοπάππου, ανεβάζουν τις ίδιες φωτογραφίες από την άδεια Ερμού και την έρημη Πλάκα στο Instagram, κάποιοι παράτολμοι μπαίνουν στο αμάξι προς παραλία. Κι όλοι μόλις γυρίζουν σπίτι, βλέπουν στο Facebook μια φωτογραφία ουράς στα διόδια, και κατηγορούν με τη σειρά τους ως «ασυνείδητους» τους υπόλοιπους γιατι βγαίνουν κι αυτοί εξω. 

Τα ζευγαράκια κρατιούνται ένα τσικ πιο σφιχτά χέρι-χέρι, η συντροφιά είναι ο μόνος πλούτος που μπορείς να επιδείξεις αυτές τις μοναχικές μέρες. Διασχίζουν τον μεγάλο περίπατο της Αρεοπαγίτου, εκεί που οι πλανόδιοι έχουν μείνει σε αδράνεια στις ίδιες θέσεις αλλά χωρίς εμπόρευμα, οι τραβαδούροι παίζουν το ίδιο σετ «κάμπινγκ στην Αιγιάλη» και παρέες (μέχρι δέκα ατόμων) σχηματίζουν κύκλους (με διάμετρο αυστηρά δύο μέτρων) κάνοντας καφενειακές αναλύσεις για τον κύκλο ζωής του ιού. Αν το καλοσκεφτείς, είναι η πιο αρχαιοελληνική εικόνα στην οποία έχουν συμμετάσχει νεοέλληνες. 

Πιτσιρικάδες και παππούδες είναι οι δύο πληθυσμιακές ομάδες που θα μάθουν τελευταίες τον όρο-φετίχ «ασυμπτωματικός». Οι εφηβοι μαζεύονται συνωμοτικά στα σκαλάκια των πολυκατοικιών των Πετραλώνων με το απαραίτητο παπί για ντεκόρ, οι παππούδες προλαβαίνουν ένα γρήγορο πηγαδάκι το πρωί που πάνε στον φούρνο της γειτονιάς, ένας βέβαια σταμάτησε τον άλλον που ερχόταν προς το μέρος του με υψωμένη παλάμη «εκεί καλά είσαι, έχω και καρδιά». Τους είναι δύσκολο να το καταλάβουν όλο αυτό παρότι είναι εκείνοι που κινδυνεύουν περισσότερο – η παρουσία τους στη λαϊκή της Αρχιμήδους, της Ζαχαρίτσα ή της Καλλιδρομίου θα κριθεί από το πόσο κοντά τους βρίσκονται κάποιοι νεότεροι για να την ματαιώσουν με συνοπτικές διαδικασίες. Οι τεχνίτες καλούνται στα κρυφά για μερεμέτια «βάλε ρε γάντια σου λέω, όχι για σένα, γι’ αυτούς», οι άνθρωποι που είναι όλη μέρα στον δρόμο σε κοιτάνε με απλανές βλέμμα και σε ρώτανε «και στο σπίτι τι να κάνω;».

Οι 30something νεαροί επαγγελματίες, στα όρια του burnout σε κακοπληρωμένες δουλειές μέχρι χθες, καθονται σπίτι. Το βλέπουν ως μια ευκαιρία να κάνουν οικονομία, μαγειρεύουν φακές για πρώτη φορά στη ζωή τους, ο νεός μικρός τους φαρισαϊσμός είναι ότι θα προλάβουν να δουν όλες αυτές τις θεατρικές παραστάσεις, όλες αυτές τις ταινίες κι όλες τις επιλογές από το Netflix με τις οποίες τα sites τους βομβαρδίζουμε καθημερινά. Αλλά κανένας δεν έχει όρεξη. Κανένας δεν μπορεί να συγκεντρωθεί. Στο τέλος της ημέρας, απλά περνάμε όλη την ημέρα μας στα σόσιαλ μίντια. Ό,τι κάναμε και πριν δηλαδή. (Μακάριοι φυσικά αυτοί που δεν έχουν δει Wire, Sopranos ή/και Mad Men, γι΄αυτούς η καραντίνα θα είναι ευκαιρία – εμένα πείτε στο Better Call Saul να με περιμένει). Η μεθεπόμενη ημέρα φυσικά είναι ο μεγαλύτερος φόβος, ποιος αντέχει να ανέβει ξανά την ανηφόρα; Προσπάθούν να ξυπνάνε νωρίς, αν και remote, για να μη χαλαρώσουν, αντικαθιστούν στα ψηφιακά τους καλεντάρια τα φυσικά ραντεβού με αντίστοιχα διαδικτυακά, κανένας δεν είναι σίγουρος τι ακριβώς συζητάνε αφού όλα έχουν παγώσει. Τα βράδια πάντως οι οικιακές κάβες αδειάζουν με ανησυχητικά γρήγορους ρυθμούς, έχει περάσει μόνο ένα δεκαήμερο κι όλοι αισθάνονται in limbo συμφωνώντας ότι το πιο ανησυχητικό είναι που «δεν ξέρεις ποτέ θα τελειώσει». 

Ο καθηγητής Τσιόρδας γίνεται ο πρωταγωνιστής του έργου κάθε μέρα στις 18.00, για χάρη του στήνονται τα πρώτα οδοφράγματα στα σόσιαλ, το ξέρουμε όλοι ότι επικείται χαμός. Μόλις φοβηθούμε λιγότερο, μόλις τη σιάξουμε τη ρημάδα την καμπύλη ή απλά μόλις σταματήσει η Ιταλία να είναι η τόσο οικεία προβολή του τρόμου, το ξέρουμε όλοι ότι πάμε για τον τρίτο εμφύλιο γύρο μετά το Δημοψήφισμα και το Μάτι. Τα προσχήματα ακόμα κρατούνται, το ένστικτο αυτοσυντήρησης καταλαβαίνει ότι το να τσακώνεσαι στο Facebook ενώ ο ιός βρίσκεται σε έξαρση είναι τόσο «κοσμάρα» όσο το να δίνεις σε καιρούς πανδημίας προσφορά Μίλτον Φρίντμαν. 

Κι όλα αυτά κάπως μπλέκουν μεταξύ τους (συν την απαραίτητη επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ), προσπαθώντας να διαμορφώσουν τη νέα ρουτίνα. Μέχρι ένα κυριακάτικο απόγευμα να βγει ο Πρωθυπουργός στην τακτική τηλεοπτική εκπομπή του «Το Διάγγελμα» και να ανακοινώσει την «απαγόρευση κυκλοφορίας». 

Η οποία ξεκίνησε σήμερα, την 6η πρωινή της ημέρας των γενεθλίων μου. «Αυτά που ποτέ δε θα ξεχάσεις», έτσι τελείωνε μια από τις πρώτες ευχές που δέχθηκα σήμερα το πρωί. Τέτοια μέρα έχω βάλει γύψο, έχω εισαγάγει τον πατέρα μου στο νοσοκομείο, ανθρώπινα πράγματα, κατηγορία shit happens. Αυτό όμως; Γενέθλια σε «κατ’ οίκον περιορισμό»; Τι να στείλω στο 13033; Δεν είναι ότι θα μου λείψει κάποιου είδους πάρτι (δε συμφωνείτε ότι τα γενέθλια είναι μια ψυχαναγκαστική κατάσταση που σκίζεσαι για να περάσουν οι άλλοι καλά, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο;), αλλά «όχι κι έτσι ρε παιδιά». Κι όμως έτσι, τελικά, αφού «ζούμε την ταινία με την οποία μεγαλώσαμε». Απλά την είχα φανταστεί λίγο διαφορετικά. Με συμπρωταγωνιστές τους φίλους μου και όχι τον Σπύρο Παπαδόπουλο και με μαλλί λίγο καλύτερο από τη χαίτη Γιώργου Βαϊτση που σιγά σιγά μεγαλώνω μες στην καραντίνα. 

Έχω διαβάσει πολλά ανάλογα, και μάλλον ακριβέστερα, «ημερολόγια καραντίνας» αυτές τις μέρες. Συνήθως κλείνουν με κάτι εμπνευστικό (sic), με μια motivational δέσμευση ότι όλα θα πάνε καλά και ότι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα κυλιστούμε ξανά στα λιβάδια όταν ο COVID-19 θα εξουδετερωθεί. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω βέβαια ότι όσοι μας θεωρούν μαλάκες ανυπομονούν να μας σφίξουν στη αγκαλιά τους, μου είναι δυσκολότερο να πιστέψω το αντίστοιχο και για μας. Ούτε από αυτήν την κρίση, λοιπόν, θα βγούμε καλύτεροι. Ούτε χειρότεροι. Σημασία έχει να βγούμε ίδιοι. Κι όσο το δυνατόν όλοι. Κι αν γίνεται λίγο πιο συνειδητοποιημένοι κι όχι αγωγοί του αντικοινωνικού μίσους απέναντι σε αυτούς που μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά μας ή φροντίζουν με αυτοθυσία τους γέρους μας αυτές τις κρίσιμες στιγμές. Για την ώρα αυτό που φτάνει είναι να νοιαστούμε. Για εκείνους που φοβούνται, περισσότερο κι από τον κορονοϊό, τον εαυτό τους μέσα σε αυτό που συμβαίνει. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.