ΣΙΝΕΜΑ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Νίκος Labôt μιλάει για τη «Δουλειά Της», τη μόνη ελληνική μεγάλου μήκους ταινία που έδειξε το Φεστιβάλ του Τορόντο

Αποσπώντας μάλιστα εξαιρετικές κριτικές κι εντυπώσεις με την ιστορία μιας γυναίκας, απλής και και καθημερινής, από αυτές που συναντάμε καθημερινά γύρω μας, αλλά σπανίως γίνονται κινηματογραφικές ηρωίδες. Της Μάρας Θεοδωροπούλου.

Ο ξένος Τύπος μπορεί να έχει εμμονή με το “Greek weird wave”, αλλά δεν μοιράζονται όλες οι ελληνικές ταινίες με διεθνή πορεία το ίδιο DNA. Ένα δείγμα δουλειάς προσγειωμένο στην αναγνωρίσιμη καθημερινότητα της σύγχρονης Ελλάδας είναι το Η Δουλειά Της του Νίκου Labôt, η μοναδική μεγάλου μήκους ελληνική ταινία που συμπεριλήφθηκε στο φετινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο (στην ενότητα Discovery, που έχει αποτελέσει εφαλτήριο για σκηνοθέτες όπως ο Κρίστοφερ Νόλαν, ο Στιβ Μακουίν και η Λιν Ράμσεϊ).

Ένα κοινωνικό δράμα με περίσσεια ανθρωπιά κι επίκαιρο μήνυμα, το Η Δουλειά Της παρακολουθεί την σταδιακή πορεία απελευθέρωσης από τους περιορισμούς του φύλου και των κοινωνικών συμβάσεων μιας καθαρίστριας, συζύγου και μητέρας, ενώ παράλληλα αποτελεί ύμνο στην ατομική ολοκλήρωση που μπορεί να προσφέρει η δουλειά σε έναν άνθρωπο με περιορισμένες επιλογές. Με μια συγκινητική κεντρική ερμηνεία από την Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, η πρώτη ταινία του Labôt εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς στην παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ και ξεκίνησε με τις καλύτερες προδιαγραφές το ταξίδι της στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Η Popaganda, που βρέθηκε φέτος στο Τορόντο, εξασφάλισε μια συνέντευξη με το σκηνοθέτη της ταινίας, στην οποία μιλάει για την αληθινή έμπνευση που έδωσε ώθηση στην ιστορία, τον περίπλοκο ρόλο της γυναίκας στη μοντέρνα κοινωνία και τον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο της αξέχαστης ηρωίδας που συνδημιούργησε μαζί με την Κατερίνα Κλειτσιώτη.

Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου στον κεντρικό ρόλο της Παναγιώτας

Η ταινία εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, αλλά για πόσο καιρό βρισκόταν στο μυαλό σας η ιδέα; H ιδέα ήρθε στα πρώτα χρόνια της κρίσης κάπου στις αρχές του 2012. Αλλά δεν ήθελα να κάνω μια ταινία για την κρίση. Ήθελα να κάνω μια ταινία για αυτούς τους ανθρώπους που νομίζουν ότι δεν μπορούν, επειδή δεν έχουν τα προσόντα, την παιδεία ή τις ευκαιρίες και πιστεύουν ότι η πορεία τους είναι προδιαγεγραμμένη. Γι’ αυτούς που νομίζουν ότι δεν δικαιούνται κάτι καλύτερο. Με ενδιέφερε λοιπόν να ρίξω το βλέμμα μου και να εστιάσω σε ανθρώπους που τους συναντάμε καθημερινά, αλλά οι περισσότεροι συνήθως δεν τους βλέπουν. Είναι αόρατοι. Για μένα τα ζητήματα που θέτει η ταινία  είναι πιο βαθιά και δε μένουν ούτε στο κάδρο της κρίσης, ούτε μόνο στο ελληνικό πλαίσια. Τέτοιες ιστορίες μπορεί να συναντήσει κανείς σε πολλες κοινωνίες είτε έχουν κρίση είτε δεν έχουν.

Δεδομένου του παρελθόντος σας, αλλά και του θέματος, αμφιταλαντευτήκατε ποτέ σχετικά με το αν η ταινία θα μπορούσε να είναι ντοκιμαντέρ ή ήσασταν πάντα αποφασισμένος ότι αυτό θα ήταν το πρώτο σας βήμα στη μεγάλου μήκους μυθοπλασία; Έκανα ένα ντοκιμαντέρ κι έχω δουλέψει σε 2-3, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου ντοκιμαντερίστα. Τη συγκεκριμένη περίοδο με είχε στοιχειώσει η ιδέα του ρεαλισμού. Το να γίνει δηλαδή μια απόπειρα να προσεγγίσω όσο πιο πολύ γίνεται κάτι που θα το βλέπουμε στο πανί και θα αγγίζει πραγματικά τον θεατή χωρίς να σκέφτεται ότι αυτοί οι ήρωες που βλέπει είναι ηθοποιοί που φοράνε κοστούμια, πίσω τους υπάρχει ένα ντεκόρ κι ούτω καθεξης. Ο μοναδικός τρόπος που σκεφτόμουν πάντα για να επιτευχθεί αυτό το εγχείρημα ήταν να μιλήσω κατευθείαν στο συναίσθημα του θεατή χωρίς πολλά λόγια, χωρίς επεξηγήσεις, με μοναδικό σύμμαχο τον φιλμικό χρόνο που τρέχει μπροστά στα ματια του την ίδια στιγμή με τους ήρωες της ταινίας. Να νιώθουν δηλαδή την ίδια έκπληξη, τα ίδια συναισθήματα, να μην παίρνουν απόσταση από τους ήρωες και να μην τους κρίνουν. Πάντα με εξίταρε η ιδέα το να κάνω μια ταινία όπου ο θεατής δεν ξεχωρίζει αν αυτό που βλέπει είναι αληθινό ή μύθος.

Πώς ξέρατε ότι η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου ήταν η σωστή πρωταγωνίστρια; Το να διαλέξω ποιά θα ήταν η Παναγιώτα ήταν ένα μεγάλο αίνιγμα γι’ αυτό κι έκανα οντισιόν σε πολλές καλές ηθοποιούς. Πριν παίξουν τις σκηνές που τους δόθηκαν, δεν εξήγησα πολλά και δεν έδωσα πολλές λεπτομέρειες για τον χαρακτήρα της Παναγιώτας γιατί ήθελα να δω τι θα μπορούσαν να «κουβαλήσουν» από μόνες τους στο ρόλο χρησιμοποιώντας κυρίως το ένστικτό τους. Παρατήρησα ότι η Μαρίσσα έφερνε γλαφυρά στην επιφάνεια κάποιες άγνωστες και ιδιαίτερες πτυχές της Παναγιώτας. Μπορούσα να διακρίνω την ίδια κρυφή δύναμη που υποβόσκει μέσα στη φαινομενικά αδύναμη Παναγιώτα. Έβλεπα ότι η Μαρίσσα κουβαλάει ένα καλά κρυμμένο βαρύ φορτίο, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πολύ χρήσιμο (ένα «όπλο» στη φαρέτρα της) προκειμένου να ενσαρκώσει τον απαιτητικό ρόλο. Τέλος, ενώ είναι μια όμορφη γυναίκα, έχει τη δυνατότητα να μεταμορφωθεί σε μια απλή, σχεδόν απαρατήρητη και συνηθισμένη, γυναίκα.

Η ιστορία της Παναγιώτας θυμίζει τη ζωή πάρα πολλών γυναικών, υπήρχε κάποια πραγματική εμπειρία που χρησιμοποιήσατε ως έμπνευση; Υπήρχε μια πραγματική ιστορία μιας γυναίκας που αρχικά λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης, αλλά κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του σεναρίου άλλαξα πολλά για να μείνω πιστός στο συναίσθημα που ήθελα να βγάλει η ταινία. Επίσης κατα την διάρκεια των προβών αλλά και του γυρίσματος σε συνεργασία και με τους ηθοποιούς άλλαξα πράγματα για λόγους δραματοποίησης ή ακόμη και νοήματος. Και, ναι, έχετε δίκιο, η ιστορία αυτής της γυναίκας σίγουρα μας θυμίζει κάτι οικείο, κάτι που είτε έχουμε ζήσει, διαβάσει ή μας έχουν διηγηθεί…

Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου και Δημήτρης Ήμέλλος

Πώς δώσατε κινηματογραφική υπόσταση σε ανθρώπους και θέματα που αντιμετωπίζονται ως αόρατα; Δεν βλέπουμε στο σινεμά τέτοιες καθημερινές, απλές ιστορίες ακόμα κι αν όντως τις αναγνωρίζουμε… Ξεκινώντας από το σενάριο, ήθελα να έχουμε διαλόγους που να υπάρχουν στην πραγματική ζωή και όχι να υπάρχουν απλά ατάκες μόνο και μόνο για να βοηθήσουν στην εξέλιξη της ιστορίας. Όσοι διάλογοι γράφτηκαν προσπαθήσαμε να είναι ρεαλιστικοί, γειωμένοι. Γράφτηκαν ατάκες που θα έλεγαν αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι και όχι ατάκες που θα έλεγα εγώ αν ήμουν στη θέση τους. Ακόμη κατά την διάρκεια των προβών, αλλά και του γυρίσματος, αυτοσχεδιάζαμε ανάλογα με τον χώρο, τον χρόνο και τον ρυθμό της κάθε σκηνής. Για να αποτυπώσω τον ρεαλισμό που απαιτούσε αυτή η ιστορία, έβαλα την κάμερα κοντά στους ήρωες. Με ενδιέφερε να αποτυπώσω την στιγμή απλά και ταπεινά, τέτοιοι είναι άλλωστε και οι ήρωες της ταινίας μου. Κατά την διάρκεια του μοντάζ προσπάθησα να συλλάβω τον εσωτερικό ρυθμό της ηρωίδας. Σκοπός ήταν να νιώσει ο θεατής ότι αυτό που βλέπει, συμβαίνει τώρα, μπροστά στα μάτια του. Χώρισα την αφήγηση σε επεισόδια/στάδια που περνάει η Παναγιώτα. Στη συνέχεια έπρεπε να βρω τις αποχρώσεις του χαρακτήρα της, τις αντιδράσεις της για κάθε περίσταση, ώστε από τη μία να κατανοούμε και να συμπάσχουμε με τις κινήσεις και τα συναισθήματα της και από την άλλη να μείνω πιστός στην ιδέα ότι αυτή η γυναίκα κουβαλάει πέρα από αγάπη και μια καλά κρυμμένη δυναμη.

Η ταινία τονίζει τη σημασία της αυτονομίας και ανεξαρτησίας μιας γυναίκας μέσα σε μια κοινωνία που συνεχώς προωθεί το μήνυμα ότι το καθήκον της γυναίκας είναι η εγκατάλειψη των προσωπικών της φιλοδοξιών από τη στιγμή που θα γίνει σύζυγος και μητέρα… Aν και βρισκόμαστε στο 2018 και σίγουρα έχουν βελτιωθεί κάποια πράγματα προς όφελος του γυναικείου φύλου, χρειάζονται να γίνουν πολλά ακόμη για να πούμε ότι υπάρχει ισότητα. Αρκετοί μάλιστα παραξενεύονται όταν ανοίγει αυτό το θέμα γιατί θεωρούν ότι πλέον η γυναίκα δεν υφίσταται καταπίεση. Όμως αν κοιτάξουμε λίγο τι γίνεται σε πολλές περιπτώσεις στην επαρχία ή ακόμη και σε περιοχές της Αττικής όπου ζουν οικονομικά ασθενέστεροι άνθρωποι που δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες για εκπαίδευση και γνώση, θα δούμε δυστυχώς ότι με αυτά τα στερεότυπα είναι βαθιά ποτισμένα η κοινωνία μας. Με την κρίση η κατάσταση στα νοικοκυριά ως γνωστό χειροτέρεψε, όμως έχει ενδιαφέρον να δούμε και μια φωτεινή πλευρά που προκύπτει. Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους οικονομικής κρίσης, αρκετές γυναίκες σήμερα κρατάνε το τιμόνι και συνεισφέρουν ισότιμα, αν όχι αποκλειστικά, στο εισόδημα των νοικοκυριών. Κι αυτό το γεγονός μπορεί να οδηγήσει σιγά σιγά και σε άλλους δρόμους. Μπορεί να ξυπνήσει διεκδικήσεις για ίσες ευκαιρίες στη μόρφωση, στον ελεύθερο χρόνο, στη συμμετοχή στα κοινά, στην απόλαυση και την κοινωνική εξέλιξη. Αν οι άνθρωποι θελήσουν να κυνηγήσουν τα όνειρά τους, μακριά από ενοχές και προκαταλήψεις, μπορούν να αλλάξουν την πορεία τους. Ακόμη κι όταν όλα δείχνουν το αντίθετο.

Ένα χαρακτηριστικό της ταινίας είναι η «αθόρυβη» εξερεύνηση της προσωπικής και συναισθηματικής πορείας της Παναγιώτας, σε ένα είδος σινεμά που συχνά καταφεύγει σε έντονες εξάρσεις και υπερβολικούς μελοδραματισμούς. Είναι υποτιμημένη η ησυχία στο σινεμά και τη ζωή; Δεν ξέρω αν είναι υποτιμημένη η σιωπή στο σινεμά, ίσως. Στη ζωή πάντως σίγουρα είναι και μάλιστα πολλές φορές εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Προκειμένου να επιτύχω τον δικό μου «ρεαλισμό», να αιχμαλωτίσω αυτές τις ζωντανές στιγμές, αποφάσισα να ακολουθήσω τους ήρωές μου στις μικρές καθημερινές αθόρυβες στιγμές όπου υποβόσκουν τα έντονα συναισθήματα αλλά δεν «φωνάζουν». Eξερευνώντας τον εσωτερικό κόσμο της Παναγιώτας προσπάθησα να μείνω πιστός στον ιδιαίτερο χαρακτήρα αυτής της γυναίκας. Η Παναγιώτα είναι μια γυναίκα φοβισμένη, χωρίς αυτοπεποίθηση αλλά συγχρόνως ρομαντική και καλοπροαίρετη. Έχει μάθει να μην μιλάει πολύ μιας και σε αυτήν την οικογένεια τον πρώτο λόγο τον είχε ανέκαθεν ο άντρας. Ξέροντας μόνο ό,τι πρέπει να κάνει ότι περνάει από το χέρι της για να βοηθήσει την οικογένειά της, συνεχίζει την πορεία της μέσα στον άγνωστο (για αυτήν) κόσμο της εργασίας. Οι αλλαγές που έρχονται στη ζωή της έρχονται ανεπαίσθητα, η ίδια δεν τις πολυκαταλαβαίνει ούτε και ξέρει πώς να τις διαχειριστεί. Προτιμά λοιπόν να σωπαίνει και να κάνει τα πράγματα αθόρυβα. Συνήθως στη ζωή δεν λέμε δυνατά τις σκέψεις μας και αυτό ήταν κάτι που ήθελα να υπάρχει διακριτά στην ταινία. Για αυτό και πολλά πράγματα δεν ειπώνονται αλλά υποβόσκουν. Έχει μεγαλύτερη δύναμη ένα πλάνο μιας βουβής γυναίκας από το να ακούσω απλά τη σκέψη της.

Η ταινία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Τορόντο, εκπροσωπώντας την Ελλάδα για φέτος. Τι αποκομίσατε από την παρουσία σας εκεί και την προσωπική σας επαφή με το κοινό του φεστιβάλ; Στην πρεμιέρα είχα πολύ άγχος μιας και ήταν η πρώτη δημόσια προβολή της ταινίας. Το κοινό του Τορόντο είναι υπέροχο. Ενημερώνεται και παρακολουθεί τις νέες τάσεις του σύγχρονου κινηματογράφου. Οι προβολές ήταν συγκινητικές και οι συζητήσεις πολύ ενδιαφέρουσες, τόσο στα Q&A όσο κι έξω από τις αίθουσες. Επίσης η ταινία πήρε πολύ θερμές κριτικές από μεγάλα κινηματογραφικά περιοδικά που μελέτησαν σε βάθος το θέμα και τη δομή της. Πιστεύω ότι το ξεκίνημα της φεστιβαλικής πορείας της ταινίας στο Τορόντο θα βοηθήσει ώστε η ταινία να ταξιδέψει σε όσες περισσότερες χώρες γίνεται και ενδεχομένως να συμβάλει λίγο στο να κάνω πιο γρήγορα το επόμενο φιλμ.

Η Δουλειά Της συνεχίζει το ταξίδι στο 34ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βαρσοβίας και σύντομα θα ανακοινωθεί η προβολή της και στις ελληνικές αίθουσες.
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.