ΠΡΟΣΩΠΑ

Τα μαθήματα ζωής του Περικλή Κοροβέση (1941-2020)

Μια παλιά συνέντευξη με τον συγγραφέα, ποιητή και στοχαστή της αριστεράς που πέθανε σε ηλικία 79 ετών.
Φωτογραφία: Νικος Κατσαρός / FOSPHOTOS

Ο Περικλής Κοροβέσης γεννήθηκε το 1941 στο Αργοστόλι. Σπούδασε θέατρο με τον Δημήτρη Ροντήρη, σημειολογία με τον Roland Barthes και παρακολούθησε μαθήματα με τον P. Vidal Naquet στο Παρίσι. Από μικρή ηλικία μετείχε ενεργά στο μαχητικό δημοκρατικό κίνημα της Αριστεράς. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε επί χούντας. Το πρώτο του βιβλίο, “Ανθρωποφύλακες” (1969), μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Εκτός από πεζά, έχει γράψει θέατρο, παιδικά και, τελευταία, ποίηση. Παράλληλα με τη συγγραφική του δραστηριότητα, διατηρεί μόνιμες στήλες στην “Ελευθεροτυπία” και στην “Εποχή’ και στο περιοδικό “Γαλέρα”. Μεταξύ 2007-2009 διετέλεσε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στην Α’ περιφέρεια Αθηνών. 
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών.
Αυτή είναι η φιλοσοφία της ζωής του όπως τη συμπύκνωσε σε μια συνέντευξη το 2011.

Συνηθίζω να λέω πως υπηρέτησα τη πατρίδα τρεις φορές. Η πρώτη ήταν με την αναγκαστική θητεία στον Έβρο ως σκαπανέας πυροβολητής. Η δεύτερη ήταν επί χούντας στις εγκληματικές φυλακές Αβέρωφ και Αίγινας. Και η τρίτη ήταν  στη Βουλή. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, που δεν έχεις άλλη επιλογή, λες μέσα σου  κι αυτό θα περάσει. Παράλληλα οργανώνεσαι εσωτερικά για να δεις πως θα αξιοποιήσεις στο μέτρο του δυνατού τις νέες και πρωτόγνωρες αυτές συνθήκες για να κάνεις κάτι χρήσιμο. Στο στρατό απέκτησα δεκάδες φιλίες, που μερικές κρατούν ακόμα και σήμερα. Στη φυλακή γνωρίστηκα με πολλούς αξιόλογους ανθρώπους που ουδέποτε θα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και έμαθα πολλά πράγματα απ’ αυτούς.  Στη Βουλή, στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού ελέγχου, μπορέσαμε να κάνουμε ερωτήσεις για θέματα  που δεν είχαν ποτέ τεθεί και πάντως όχι κάτω από τη δικιά μας ερευνητική οπτική γωνία (κάποιες επαναλαμβάνονται ακόμα και σήμερα  από άλλους). Η δουλειά του βουλευτή, ξέρετε, έχει συγγενικά στοιχεία με αυτή του δημοσιογράφου. Με τη διαφορά πως ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να υπεκφύγει ερώτημα δημοσιογράφου, ενώ στο βουλευτή είναι υποχρεωμένος να απαντήσει.

Eδώ και τέσσερις δεκαετίες, το μεγαλύτερο κομμάτι του ενήλικου βίου μου δηλαδή, αγωνίζομαι για την ενότητα της Αριστεράς, χωρίς να ανήκω σε κάποιο συγκεκριμένο φορέα της. Η ιδέα του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε γοητευτική, αν και από την αρχή ήξερα πως τα πράγματα είχαν περίπου τις ίδιες πιθανότητες να πετύχουν ή να αποτύχουν. Έτσι « δάνειζα» συνεχώς το όνομά μου, χωρίς ποτέ να έχω τη παραμικρή φιλοδοξία. Κι ακόμα πλήρωσα απλά το παράβολο των 150 ευρώ από τη τσέπη μου και δεν έκανα  το παραμικρό. Το βράδυ των εκλογών πήγα κανονικά για ύπνο και το πρωί που άνοιξα τη τηλεόραση είδα ότι είχα  εκλεγεί. Και τότε κατάλαβα πως τα πράγματα ήταν  σοβαρά. Κι αφοσιώθηκα με ένα σκληρά επαγγελματικό τρόπο στο να ανταποκριθώ, χάνοντας σχεδόν ολόκληρη την ιδιωτική μου ζωή. Για αυτούς τους ανθρώπους που με ψήφισαν, σκέφτομαι να γράψω ένα βιβλίο μια μέρα. Ένα είδος  απολογίας για τον κοινοβουλευτισμό μου, για να ξέρουν κι αυτοί τι έγινε η ψήφος τους.

Πιστεύω πως πρέπει να κουβεντιάζουμε με όλους όσους έχουν τη δυνατότητα του επιχειρήματος, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές τους αναφορές. Σε ένα διάλογο μετράει πάντα  το επιχείρημα και ο ορθός λόγος. Κατά το πρότυπο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που έπαιρνε το λόγο όποιος τον ήθελε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δυστυχώς απέτυχε και σήμερα πια είναι ένα άθαφτο πτώμα. Οι ευθύνες ανήκουν σε πολλούς, αλλά το βάρος του νεκροθάφτη πέφτει στον ΣΥΝ, που συμπεριφέρθηκε ακριβώς σαν κλασικό Κ.Κ. που δε θέλει συμμάχους αλλά υποτελείς.

Αν κάπου παραμένει κοινωνικά ριζωμένος ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, είναι στους ανένταχτους  αριστερούς πολίτες που έχουν δημιουργήσει κοινωνικά, περιβαλλοντολογικά ή δημοτικά κινήματα δράσης και όχι στις γραφειοκρατίες των συνιστωσών του. Αλλά δεν ξέρω πλέον αν, αυτά τα κινήματα που αναφέρθηκαν ή γεννήθηκαν μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, αναφέρονται πλέον σ’ αυτόν.

Νομίζω πως αυτά τα δύο κινήματα, η εξέγερση του 2008 και το Πολυτεχνείο, δεν είναι συγκρίσιμα. Ο Δεκέμβρης του 2008 έχει πιο συγγενικά στοιχεία με την εξέγερση της Τυνησίας και είχε κατά βάση κοινωνικό χαρακτήρα. Το Πολυτεχνείο στην ουσία του ήταν πολιτικό κίνημα και είχε αίτημα τη πτώση της Χούντας. Τέτοιου είδους αίτημα δεν μπήκε στο αυθόρμητο ξεσήκωμα του Δεκέμβρη.

Η οικολογία δεν είναι μια φυσιολατρική κίνηση, αλλά προϋπόθεση ζωής. Για να ζήσουμε χρειαζόμαστε νερό, αέρα, τροφή. Και σήμερα απειλούνται όλα πλέον. Υπάρχουν εγκυρότατες επιστημονικές μελέτες, ανάμεσα σ’ αυτές και από νομπελίστες, που ισχυρίζονται πως το τέλος του πλανήτη Γη μπορεί να έρθει πολύ νωρίτερα από ό,τι είχε προβλεφτεί. Αν δεν γίνει κάτι τώρα και τα πράγματα μείνουν ως έχουν, μπορεί σε δύο-τρεις γενιές να έχει καταστραφεί ο πλανήτης, φτάνοντας σε ένα σημείο μη αναστρέψιμο.

Αν πάρουμε τα ιστορικά διδάγματα, για να  γίνει μια κοινωνική αλλαγή βάθους που θα ανατρέψει το παλαιό καθεστώς  χρειάζεται μια μεγάλη πλειοψηφία που να την υποστηρίζει ή τουλάχιστον να την ανέχεται. Για να δημιουργηθεί αυτή η πλειοψηφία χρειάζονται συμμαχίες που θα συμφωνήσουν για το «κοινό καλό της πόλης» σύμφωνα με την άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας. Στην πολιτική δεν πρέπει να οραματιζόμαστε το «εφικτό» αλλά το άπειρο και να κάνουμε ότι είναι εφικτό. Καλύτερα να οραματιζόμαστε και να αποτυγχάνουμε, κάποιοι άλλοι θα βρεθούν μετά από μας και ίσως τα καταφέρουν καλύτερα, παρά να αδρανούμε επειδή δεν έχουμε όραμα και φαντασία. Τότε είμαστε χαμένοι από χέρι.

Στην ουσία το ΔΝΤ παίζει το ρόλο που έπαιζαν οι βιομήχανοι και οι τραπεζίτες κατά τη διάρκεια  των δύο παγκοσμίων πολέμων του περασμένου αιώνα, που επιδίωκαν με την κατάκτηση   των άλλων χωρών την άλωση του εθνικού τους πλούτου. Αυτό γίνεται και σήμερα, με τη διαφορά  πως οι εθνικές κυβερνήσεις παραχωρούν από μόνες τους τον εθνικό πλούτο έναντι συγκεκριμένων ανταλλαγμάτων. Το ΔΝΤ από όποια χώρα πέρασε, την κατέστρεψε.

Σε έναν κάτοικο του Αγίου Παντελεήμονα, θα εξηγούσα πως το χτίσιμο του φράκτη στον Έβρο είναι για εσωτερική κατανάλωση. Οι απελπισμένοι αντί να μπαίνουν από την Τουρκία θα αλλάξουν ρότα και θα μπαίνουν ή από τα νησιά μας ή από τη Βουλγαρία, ας πούμε. Κι ακόμα θα βρουν περάσματα π.χ. λαγούμια, όπως γίνεται σήμερα στη Λωρίδα της Γάζας. Η αντιμετώπιση της μετανάστευσης  θα έπρεπε να γίνεται μονάχα μέσω μιας μεταναστευτικής πολιτικής που θα γνωρίζει το πρόβλημα στο βάθος του και θα συνεργάζεται με διεθνείς οργανισμούς προς τη κατεύθυνση της ριζικής του καταπολέμησης . Στο να μην αναγκάζεται δηλαδή ο άλλος να φύγει ποτέ από τη χώρα του, με όποια αιτία.

Είναι ή άγνοια που σε κάνει δημιουργικό γιατί πρέπει να την παλέψεις. Και η γνώση είναι ανεξάντλητη. Κι αυτό  είναι γνωστό από την εποχή του Σωκράτη. «Ένα ξέρω πως τίποτα δεν ξέρω».

Θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, συγγραφέας, βουλευτής, όλες αυτές οι ιδιότητες εξυπηρετούν την ίδια ανάγκη. Να μην είμαι «αχρείος». Αυτή η λέξη στα αρχαία ελληνικά σήμαινε «άχρηστος». Είμαι μέλος σε μια κοινωνία, άσχετα αν αυτό μου αρέσει ή δε μου αρέσει. Το βασικό  για μένα είναι πως βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους. Και συμφωνώ με τον Σοφοκλή στην Αντιγόνη του όταν λέει: «Πολλά τα θαύματα, αλλά σαν τον άνθρωπο τίποτα». Και μπορεί η ανθρωπότητα να έχει δημιουργήσει καταστροφές, αλλά έχει δημιουργήσει και θαύματα που είναι αθάνατα. Το πρόβλημα είναι ποια πλευρά θα διαλέξεις. Θα είσαι με τον κόσμο της ζωής ή με τον κόσμο του θανάτου; Εγώ επέλεξα τον κόσμο της ζωής. Και ανάλογα με την συνθήκη, αυτό υπηρετώ με τις διαφορετικές μου ιδιότητες, που η μία δεν είναι αντίθετη με την άλλη.

Θα έλεγα στον νεαρό Κοροβέση του 1960, αν ήθελε βέβαια να μ’ ακούσει, γιατί μπορεί μες στη θρασύτητα της νιότης του να μην ήθελε να κουβεντιάσει μ’ έναν γέρο, πως «σημασία στην ζωή δεν έχει πώς την αρχίζεις, αλλά πώς την τελειώνεις. Κι αν αγόρι μου κάνεις κάτι καλό τώρα, μην βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. Το οριστικό συμπέρασμα βγαίνει στο κρεβάτι του θανάτου».

Ποτέ ένας συγγραφέας δεν μπορεί να έχει αντικειμενική γνώση για τα βιβλία του. Και όταν με ρωτούν ποιο από τα δεκαπέντε βιβλία σας είναι το καλύτερο, δεν ξέρω τι να απαντήσω, αν και κατά βάθος ξέρω πως το καλύτερο είναι αυτό που δεν έχω γράψει ακόμα και το ‘χω στο μυαλό μου. Ένα βιβλίο έχει πολύ κόπο για τον συγγραφέα του. Κάνει μια δουλειά που κανείς δεν τη ζήτησε, είναι δύσκολο να πληρωθεί και είναι αμφίβολο αν θα βρεθεί κάποιος να τον διαβάσει. Εγώ είμαι από τους τυχερούς που έχω γνωρίσει αναγνώστες μου. Οι πιο πολλοί είναι νέοι ή  γυναίκες. Κι αν οι Ανθρωποφύλακες έχουν μπει στην αρχή της πέμπτης δεκαετίας τους και βρίσκονται ακόμα στα  ράφια των βιβλιοπωλείων δεν οφείλεται στο ταλέντο του συγγραφέα, αλλά στο γεγονός πως είναι  η μεγάλη περιπέτεια ενός νέου ανθρώπου, που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα.

Η Αντιγόνη, πάλι στον Σοφοκλή, λέει «πως η ελπίδα με τρέφει». Η ελπίδα δεν είναι μια αφηρημένη  έννοια, αλλά μια υλική  πραγματικότητα. Ας την βρούμε, για να μας ταΐσει.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε το 2011 στο περιοδικό Esquire.
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.