ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Βασίλης Κυρίτσης έχει φτιάξει δύο μπαρ που είναι στα 50 καλύτερα του κόσμου

«Τελικά μπάρμαν ή bartender»; «Προτιμώ το μπάρμαν. Μου αρέσει η έννοια αυτή και δεν την αλλάζω σαν vibe. Ασχολείσαι, εξελίσσεσαι, ταξιδεύεις και δοκιμάζεις, αλλά αν με ρωτάς, η ψυχή ενός ανθρώπου που είναι σε αυτόν τον χώρο, πρέπει να λέει μπάρμαν», κάπως έτσι ξεκίνησε η συζήτησή μου με τον Βασίλη Κυρίτση, ο οποίος μερικές ώρες πριν είχε δει δύο από τα μπαρ που έχει φτιάξει να μπαίνουν στην λίστα με τα 50 καλύτερα του κόσμου

Στην εκπνοή του 2014 άνοιξε μαζί με τους Λευτέρη Γεωργακόπουλο, Θάνο Τσουνάκα, Γιώργο Καίσαρη και Νίκο Μπάκουλη το Clumsies, που έμελλε να βάλει την Πραξιτέλους για τα καλά στον χάρτη της νυχτερινής Αθήνας. Τι κι αν μερικούς μήνες αργότερα η χώρα θα βίωνε τα capital controls, το «αδέξιο» μπαρ του κέντρου κατάφερε να εδραιωθεί στις καρδιές όσων αγαπούν τα καλά ποτά.

Αρχές του 2022, και πάλι σε μια περίεργη συγκυρία για τη χώρα, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού είχε βάλει την εστίαση στον πάγο, ο Βασίλης Κυρίτσης παρέα και πάλι με τον Νίκο Μπάκουλη, αλλά και τον Δημήτρη Νταφόπουλο, συνδημιουργό των Three Cents, των artisanal αναψυκτικών που αγαπούν οι καλύτεροι bartenders της χώρας, άνοιξαν το Line Athens στα Κάτω Πετράλωνα. 

Το βράδυ της Τρίτης (04/09) ο Βασίλης Κυρίτσης είδε και τα δύο μαγαζιά, τα οποία έχει βοηθήσει να πάρουν σάρκα και οστά, να μπαίνουν στην λίστα με τα 50 καλύτερα μπαρ του κόσμου.

Το Clumsies που κατέκτησε την 19η θέση, έχει συνήθισει να βλέπει το όνομά του ανάμεσα στους καλύτερους, καθώς αυτή είναι η όγδοη χρονιά που μπαίνει στα 50 καλύτερα. Όσο για το Line, κατόρθωσε -μόλις μετά από 8 μήνες λειτουργίας- να σκαρφαλώσει στην 31η θέση, μπροστά από μπαρ που μετρούν πολλά χρόνια ζωής.

Λίγες ώρες μετά την απονομή, ο μπάρμαν, όπως του αρέσει να τον αποκαλούν, μίλησε στην Popaganda για την αθηναϊκή μπαρ σκηνή, για όλα αυτά που κάνουν ένα μπαρ σπουδαίο, αλλά και για τα δικά του αγαπημένα μαγαζιά. 

Πώς βρέθηκες πίσω από τις μπάρες;

Ξεκίνησα γύρω στο 2007, όσο σπούδαζα νοσηλευτική στην Πάτρα. Μου άρεσε η ιδέα του να δουλεύω σε μπαρ, να μπορώ να βγάζω κάποια έξτρα χρήματα, να γνωρίζω κόσμο, κοπέλες δηλαδή, μην λέμε ψέματα (γελάει). Όλο αυτό το πράγμα με ενθουσίαζε τότε. Μετά στάθηκα τυχερός γιατί βρέθηκα στο Island. Εκείνη την εποχή ήταν εκεί και ο Γιάννης Σαμαράς, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στην μπαρ σκηνή τότε, αλλά και τώρα, και είδα πράγματα, τα οποία δεν είχα ξαναδεί. Κατάλαβα ότι αυτή η δουλειά μπορεί να έχει και μια άλλη κατεύθυνση. Θυμάμαι με είχε ρωτήσει κάποτε εντελώς αυθόρμητα ο Γιάννης αν θα μπορούσα να το κάνω αυτό για το υπόλοιπο της ζωής μου και του είχα πει «ναι».

Πηδάμε μερικά χρόνια και ερχόμαστε στο 2014, όπου ανοίγει για εσένα, αλλά και για την αθηναϊκή νύχτα, το κεφάλαιο Clumsies, σε μια περίεργη οικονομικά συγκυρία για την Ελλάδα, όπου βλέπαμε μαγαζιά να κλείνουν αντί να ανοίγουν. Εσείς πώς είχατε πάρει τότε την απόφαση να φτιάξετε κάτι δικό σας; 

Ήταν μια μεγάλη απόφαση, αλλά είχαμε βάλει αυτό τον στόχο και θέλαμε να τον υλοποιήσουμε. Ήταν όντως μια δύσκολη συγκυρία, γιατί εμείς ανοίξαμε Χριστούγεννα του 2014 και το καλοκαίρι του 2015 ήρθαν τα capital controls.

Ο κόσμος αγάπησε το Clumsies με το που άνοιξε. Θυμάμαι το μαγαζί να γεμίζει από την πρώτη μέρα και μάλιστα σε έναν δρόμο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο ένα άλλο μπαρ και τίποτα άλλο. Βέβαια, αυτό δεν μας είχε πτοήσει, γιατί μπήκαμε μέσα στο μαγαζί, πριν ακόμα το φτιάξουμε και είπαμε «Αυτό είναι». Θεωρώ γενικά ότι αυτή είναι η φιλοσοφία που πρέπει να έχεις απέναντι στα πράγματα. Πρέπει να έχεις το concept στο μυαλό και έτσι όταν θα μπεις σε έναν χώρο, να πεις «αυτό μπορεί να γίνει εδώ». Κάπως έτσι κάναμε και με το Line.

Στο Clumsies έγινε ένας χαμός από την πρώτη μέρα και το μαγαζί πήγε αναπάντεχα καλά τους πρώτους μήνες. Βέβαια, ήρθαν τελικά τα capital controls και ξαφνικά άδειασε. Όταν όμως πιστεύεις σε αυτό που έχεις κάνει και έχεις την επιμονή, έρχονται πάλι οι καλές μέρες. Θεωρώ ότι σε αυτό βοήθησε και η φιλοσοφία μας σαν λαός, γιατί ο Έλληνας, ακόμα και όταν δεν έχει πολλά χρήματα, θέλει να πάει να τα ξοδέψει κάπου που θα περάσει όμορφα. 

Επίσης, ο Έλληνας καταναλωτής είναι πια σε ένα πολύ καλό επίπεδο και μπορεί να επιλέξει, γιατί και η Αθήνα προσφέρει πλέον άπειρες επιλογές. Πολύ ωραία μπαρ, εστιατόρια, κομμωτήρια, πολύ ωραία μαγαζιά με ρούχα και πολύ ωραίο industry γενικότερα. 

Τί πιστεύεις ότι έκανε το Clumsies τόσο αγαπητό, γιατί είναι πια ένα μαγαζί ορόσημο για το αθηναϊκό κέντρο και όχι μόνο. 

Πιστεύω ότι βοήθησε πολύ το γεγονός ότι είναι το πρώτο μεγάλο μπαρ που άνοιξε στο κέντρο από άποψη χώρου. Επίσης, αυτό που εκτίμησε και το κοινό, αλλά και άνθρωποι που ήταν στην βιομηχανία των μπαρ, είναι το γεγονός πως αισθάνονταν όντως σαν στο σπίτι τους. Ήταν και είναι ένα μέρος όπου μπορείς να διασκεδάσεις, να χορέψεις, να περάσεις καλά, κάτι το οποίο είναι στην φύση των Ελλήνων. 

Αν πας για παράδειγμα στην Σιγκαπούρη, θα δεις ότι τα μπαρ έχουν διαφορετική φιλοσοφία. Τους αρέσει να κάθονται και να απολαμβάνουν το ποτό τους, ενώ οι Έλληνες θέλουμε να σηκωνόμαστε, να χορεύουμε, να περνάμε καλά, να νιώθουμε ελεύθεροι. Αυτό ακριβώς πιστεύω πως έχουμε καταφέρει στο Clumsies. Να περνά καλά ο κόσμος και ταυτόχρονα να δοκιμάζει διαφορετικές γεύσεις και να εμπλουτίζει την παλέτα του με πράγματα που μπορεί να μην είχε δοκιμάσει μέχρι τότε. 

Δεν υπήρξε χρονιά που να μην χαρήκαμε σαν να είναι η πρώτη φορά

Και ερχόμαστε στην Τρίτη, όπου για άλλη μια φορά είδες εσύ και οι συνεργάτες σου το μαγαζί που φτιάξατε να μπαίνει στην λίστα με τα 50 καλύτερα μπαρ στον κόσμο. Γιατί αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που το Clumsies μπαίνε στην 50αδα.

Το Clumsies είναι στη λίστα World’s 50 Best Bars από τότε που άνοιξε, με μεγάλη συνέπεια. Μάλιστα, έχει μπει έξι συνεχόμενες φορές στη δεκάδα.

Η πρώτη φορά που μπήκατε στην λίστα πώς ήταν; Ήταν ένας από τους στόχους σας; Το περιμένατε;

Κοίτα θα ήταν ψέμα αν σου έλεγε κάποιος που ανοίγει ένα μπαρ, ότι δεν έχει ως στόχο να μπει στην λίστα με τα 50 καλύτερα στον κόσμο. Είναι η λίστα με το μεγαλύτερο κύρος και βοηθά πραγματικά ακόμα και σαν οδηγός για τους επισκέπτες, γιατί είμαστε μια τουριστική χώρα και έτσι προσελκύεις κόσμο. Από κει και πέρα, την πρώτη χρονιά κάναμε κάποιες δράσεις και φέραμε ανθρώπους από το εξωτερικό να δουν το μαγαζί, κάναμε guest bartendings που τότε δεν ήταν τόσο εύκολο και θεωρώ ότι απέδωσε.

Όταν μας ήρθε το μέιλ και το είδαμε πανηγυρίζαμε και δεν το πιστεύαμε, κάναμε σαν παιδάκια. Βασικά κάθε χρόνο ο ενθουσιασμός είναι ίδιος. Δεν υπήρξε χρονιά που να μην χαρήκαμε σαν να είναι η πρώτη φορά. Το θέλαμε πολύ, αλλά ξέραμε ότι είναι δύσκολο, ειδικά αν σκεφτείς πόσα μπαρ παγκοσμίως παλεύουν γι΄αυτό, με μεγαλύτερο μπάτζετ από μας και σε πολύ μεγαλύτερες πόλεις, με παράδοση στο bartending. 

Και τώρα από εκεί που είχες ένα μαγαζί στην λίστα, βρέθηκες να έχεις δύο, με το δεύτερο μάλιστα να μην έχει κλείσει ούτε ένα χρόνο ζωής. 

Και πάλι εκπλαγήκαμε, αν και κάναμε κι εδώ κάποιες δράσεις. Το Line είναι ένα διαφορετικό project, με μια άλλη ομάδα. Είχαμε, βέβαια, την γνώση και ξέραμε τι θα έπρεπε να κάνουμε για να ακουστεί το μαγαζί και παραέξω. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα εκτιμηθεί ή ότι θα προσελκύσει κόσμο που θα τον ενδιαφέρει να ψηφίσει γι΄αυτό, αν το πάμε στο κομμάτι του voting. 

Όταν πρωτοανοίξαμε πέρασε από δω όλη η Αθήνα που είναι και καλό και κακό, γιατί ψάχναμε ακόμα να βρούμε τα πατήματά μας και κάναμε λάθη. Βέβαια έτσι πρέπει να γίνεται. Να κάνεις λάθη και να μαθαίνεις από αυτά. Ο κόσμος το εκτίμησε αυτό και πλέον έρχονται, απολαμβάνουν το σέρβις, μπορούμε κι εμείς να επικοινωνήσουμε καλύτερα όσα κάνουμε εδώ μέσα. Φέραμε και κάποιους ανθρώπους από το εξωτερικό να δουν τι κάνουμε στο Line και φαίνεται πως αυτό καρποφόρησε. Ταξιδέψαμε κι εμείς αρκετά και ήρθε η καταξίωση.

Τελικά τι είναι αυτό που κάνει ένα μπαρ σπουδαίο; Τα ποτά του; Οι άνθρωποί του; Ο χώρος;

Εγώ θεωρώ ότι παίζουν όλα ρόλο. Σίγουρα δεν μπορείς να βασίζεσαι μόνο στα ποτά. Θα πρέπει να προσφέρεις ολόκληρη την εμπειρία. Επίσης, αν και ξέρω πως αυτό ίσως ακουστεί κλισέ, όταν θα έρθει στο μαγαζί ένας άνθρωπος που είναι μέρος της βιομηχανίας των μπαρ, δεν θα πρέπει να αλλάξεις το στυλ που σερβίρεις. Αυτό θα ήταν ένα μεγάλο λάθος. Από κει και πέρα, δεν έχω να σου πω κάποιο μυστικό. Κάνεις αυτό που κάνεις, δείχνεις το concept που έχεις στο μυαλό σου στον κόσμο και αφουγκράζεσαι. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες. 

Εσύ έχεις δικό σου αγαπημένο μπαρ; Πού σου αρέσει να πίνεις το ποτό σου;

Το δικό μου κριτήριο για να πάω κάπου είναι οι άνθρωποι. Πού αισθάνομαι όμορφα, πού νιώθω οικεία, πού θα συζητήσω οτιδήποτε άλλο εκτός από μπαρ. Αυτή την ανάγκη έχω εγώ όταν βγαίνω.

Στην Αθήνα μου αρέσει πολύ το Bar in front of the Bar και πηγαίνω συχνά. Τα αγαπάω πολύ τα παιδιά εκεί. Θεωρώ ότι είναι το next best thing. Έχουν πολύ ωραία αύρα και ο κόσμος τους αγαπάει πολύ. Πιστεύω πως αν παραμείνουν όπως είναι και δεν αλλάξουν, που δεν θα αλλάξουν, θα είναι ένα από τα μπαρ που θα δούμε στο μέλλον να ξεχωρίζει και να λάμπει. Βέβαια, είναι πολλά τα μαγαζιά που αγαπώ. Θυμάμαι πιο μικρός να πηγαίνω στο Baba Au Rum και να βλέπω τον Θάνο Προυναρούς και να με πιάνει ένα δέος. Το Barro Negro επίσης κάνει σπουδαία δουλειά. Η Αθήνα είναι πια μια πολύ προικισμένη πόλη στο κομμάτι των μπαρ. 

Τί πιστεύεις ότι είναι αυτό που κάνει τόσο ξεχωριστά τα αθηναϊκά μπαρ; 

Θεωρώ ότι η αθηναϊκή βιομηχανία των μπαρ έχει πια ωριμάσει. Δεν είναι μόνο τα τρία μπαρ που μπήκαν στη λίστα με τα καλύτερα στον κόσμο (Baba Au Rum, Clumsies, Line), είναι πια μια ολόκληρη κοινότητα και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Καταφέραμε να πάρουμε το «μένω κάποιες ώρες στην Αθήνα και μετά πάω στα νησιά» και να το μετατρέψουμε «σε μένω μερικές μέρες στην Αθήνα και ενδεχομένως να μην πάω και καθόλου στα νησιά». Πλέον όποιος έρθει στην Αθήνα έχει να δει και να κάνει πολλά. Δεν είναι μόνο το Clumsies, το Baba Au Rum, το Line. Είναι ένα σύνολο πραγμάτων.

Το άλλο πολύ σημαντικό κομμάτι είναι πως καταφέραμε, ασχέτως των προσωπικών σχέσεων, να μπορούμε να καθοδηγούμε τον επισκέπτη και να του πούμε που πρέπει να πάει για να απολαύσει τα ωραία της Αθήνας, γιατί αυτός που θα έρθει εδώ και μετά θα γυρίσει στην χώρα του, θα λειτουργήσει σαν πρεσβευτής.

Το δικό μου κριτήριο για να πάω κάπου είναι οι άνθρωποι

Άρα, τελικά Βασίλη, αυτό θα κάνεις για όλη σου τη ζωή; 

Όσο έχω το κουράγιο, ναι. Δεν θα σου κρύψω ότι είμαι σε μια φάση που έχω κουραστεί με τα ταξίδια και τα πηγαινέλα, γιατί το κάνω ασταμάτητα σχεδόν δέκα χρόνια τώρα. Μπορεί να ακούγεται πολύ ωραίο, αλλά χάνεις σημαντικά κομμάτια της καθημερινότητάς σου. Όσο αντέχω όμως, αυτό θα κάνω.

Ντενίσα-Λυδία Μπαϊρακτάρι

Γεννήθηκε στην Αλβανία, λίγο πριν την πτώση του κομμουνισμού. Ζει στην Αθήνα από το 1997, παράτησε με μεγάλη επιτυχία το τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών της Παντείου και από το 2017 ασχολείται με την δημοσιογραφία.

Share
Published by
Ντενίσα-Λυδία Μπαϊρακτάρι