Η ταβέρνα στο τέλος του δρόμου

Η ταβέρνα στην άκρη της πλατείας.Η θέα από εδώ είναι εντυπωσιακή

Ένα σουβλάκι κοτόπουλο κάτω από τον πλάτανο. Μια πλούσια χωριάτικη. Μια παλιά εκκλησία. Δυο πηγές και ένα καλό ποτήρι κρασί.  Δεν χρειάζονται πολλά για να έχεις μπροστά σου ένα θαύμα. Από εκείνα τα μικρά, τα απτά, τα καθόλου μεγαλύτερα από σένα. Από εκείνα που μέσα στην απόλυτη απλότητα τους μοιάζουν τόσο περίπλοκα φτιαγμένα.

Σε μια διάφανη μήτρα μαγική, καλά προφυλαγμένα από την φθορά που φέρνει ο χρόνος και ο άνθρωπος, αυτά τα θαύματα μας περιμένουν να τα δούμε.

Για να τα δούμε όμως, πρέπει να ξέρουμε να βλέπουμε. Και, εξίσου σημαντικό, πρέπει να βρούμε τον δρόμο προς αυτά.

Στην περίπτωση της μανιάτικης ταβέρνας στο τέλος του δρόμου, το δύσκολο δεν είναι τόσο να βρούμε τον δρόμο όσο να τον διασχίσουμε. Μόνο τότε θα βρεθούμε στο τέλος του. Και μόνο τότε θα καταλάβουμε πως εδώ έχουμε μια περίπτωση που ο προορισμός είναι εξίσου σημαντικός με την διαδρομή.

Ο στενός δρόμος προς την πλατεία.Μόνο ένα αυτοκίνητο χωράει

Για την διαδρομή λοιπόν.

Υπάρχει ένα χωριό στην Μεσηνιακή Μάνη που ονομάζεται Πηγή. 10 σπίτια τύπου πάνω στον κεντρικό δρόμο. Λίγο μετά την πινακίδα του χωριού υπάρχει ένα δρομάκι που μοιάζει αδιέξοδο. Ίσως οδηγεί σε κάποιο σπίτι. Σε τοίχο. Πουθενά; Στην πραγματικότητα αυτός ο δρόμος είναι ο μόνος που διασχίζει το χωριό.

Και δεν είναι δρόμος. Είναι αυτό που λέμε καλντερίμι. Σοκάκι. Φαρδύ μονοπάτι. Αν κάτσεις ωστόσο,  και το παρατηρήσεις λίγο παραπάνω βλέπεις ότι στο σοκάκι μπαίνουν αυτοκίνητα. Κάπως έτσι θα αποφασίσεις να μπεις κι εσύ.

Ο δρόμος είναι στα πιο στενά του 1,80 μέτρα. Στις πιο πλατιές του στιγμές φτάνει τα 1,90 μέτρα. Καθημερινός τρόπος μετακίνησης για τους ντόπιους, για όλους εμάς τους άλλους είναι το μέσο για να δοκιμάσουμε κάθε χρόνο τις ικανότητές μας στους ακριβείς ελιγμούς του αυτοκινήτου μας αλλά και τα αντανακλαστικά μας τύπου καλά/ήρθε/πιο/κοντά/ο/τοίχος/φέτος;

Μπαίνεις λοιπόν. Αν εσύ πηγαίνεις δεν χωράει να έρθει αντίθετα από σένα ούτε μύγα. Πας με τους καθρέφτες κλειστούς ή πας τελικά με τα πόδια. Όλοι όμως πάνε κι έρχονται με αυτοκίνητα. Πάνε κι έρχονται; Σε ένα δρόμο 1 χλμ, εξαιρετικά «σοκακώδη»; Τι γίνεται αν κάποιος πάει και κάποιος έρχεται ταυτόχρονα; Το θέμα είναι λυμένο.

¨Όταν μπαίνεις στο δρόμο στα αριστερά σου πάνω στο βράχο στο ύψος του καθήμενου οδηγού βρίσκεται ένας διακόπτης. Πατάς τον διακόπτη ανοίγει ένα φως δίπλα σου στην αρχή του δρόμου κι ένα φως στην άλλη άκρη, στο τέλος του δρόμου. Μένουν αναμμένα για 2,5 λεπτά ακριβώς. Όσοι βρίσκονται στην άλλη μεριά, ξέρουν. Κάποιος έρχεται. Αν εσύ είσαι που έρχεσαι.. πρέπει να τρέξεις τώρα. Έχεις μόνο 2,5 λεπτά. Διότι παίζει να μείνεις κάπου στη μέση ακίνητος. Μια κρίση πανικού. Μια αδυναμία. Κι αν αυτό συμβεί.. Πρέπει να πεταχτείς έξω με κινήσεις αίλουρου να πας μπρος ή πίσω ποδαράτος για να ξαναπατήσεις το φως. Μη τυχόν και μπει κανένας άλλος.. γιατί τότε τα πράγματα μπορεί να γίνουν πραγματικά δύσκολα.

Ο διακόπτης είναι απαραίτητος για να ειδοποιήσεις στην άλλη άκρη του δρόμου οτι έρχεσαι.Αν τον ξεχάσεις κινδυνεύεις να βρεθείς σε δύσκολη θέση

Για μια ταβέρνα στο τέλος του δρόμου δεν ήθελα να γράψω;  Πράγματι.

Στο τέλος της διαδρομής που, από τη μια πλευρά έχει εισόδους σπιτιών που κυριολεκτικά κρέμονται πάνω σε ένα βράχο (σπίτια που μοιάζουν να κρέμονται στον αέρα), κι από την άλλη εισόδους σπιτιών, που είναι κυριολεκτικά χτισμένα μέσα σε ένα βράχο, υπάρχει μια μικρή πλατεία. Μια πηγή. Ένας πλάτανος. Μια εκκλησία. Και μια ταβέρνα. Συγκεκριμένα εδώ υπάρχει Η Ταβέρνα.

Όλα αυτά υπάρχουν από πάντα. «Το μαγαζί άνοιξε το 1938 σαν καφενές από το προπροπάππο μου. Ταβέρνα την κάναμε το 1985», μου λέει ο Στάθης ο ιδιοκτήτης.

Η μάνα μου δεν μας έφερνε συχνά εδώ πέρα όταν κάναμε διακοπές σαν παιδιά… Της φαινόταν πολύ χωριάτικο το περιβάλλον, πολύ χωμένο στο χωριό, πολύ κλειστοφοβικό. Νομίζω ότι το ίδιο αισθανόταν για χρόνια και η μάνα του Στάθη, η Ζαχαρούλα για αυτό και το 1993 αποφάσισε να επεκταθεί και στο εξωτερικό δημιουργώντας τεράστιο εστιατόριο, μια εξελιγμένη βερσιόν της ταβέρνας, 2 χλμ παρακάτω πάνω στον κεντρικό δρόμο. Μπορεί ο ψήστης να ήταν ο ίδιος, τα εμπνευσμένα ορεκτικά να ήταν τα ίδια, οι ιδιοκτήτες οι ίδιοι..  ωστόσο «Το αρχοντικό της Ζαχαρούλας» έκλεισε γρήγορα με τον γιο της τον Στάθη να αναλαμβάνει ξανά την χωμένη ταβέρνα του χωριού μαζί με την γυναίκα του, την Σεβαστή.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω ότι ο Στάθης πάει το δρομάκι και με την όπισθεν σφαίρα! Και μάλιστα με το αγροτικό.

Στάθης και Μπλέντι επί το έργον

Και η ταβέρνα του λοιπόν πάει σφαίρα.  Πάει τόσο σφαίρα όσο καθόλου δεν πάμε εμείς ενώ προσπαθούμε να το φτάσουμε.   Η ταβέρνα αυτή είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό της Μάνης που λίγοι έχουν ακούσει ότι υπάρχει κι ακόμα λιγότεροι έχουν καταφέρει να βρουν.

Η επιτυχία της; Θα έλεγα ότι το 50% οφείλεται οπωσδήποτε στο δρομάκι.

Το επόμενο 50% στα πιάτα της Σεβαστής. Όλα χειροποίητα in house.  Πατατοσαλάτα και ρώσικη –οι καλύτερες που έχω φάει  ποτέ. Φρέσκο σύγκλινο Μάνης. Σαγανάκι τόσο όσο. Μελιτζανοσαλάτα  που τρως και δεν χορταίνεις. Χόρτα φρεσκομαζεμένα. Χωριάτικη με σφέλα και αντράκλα. Πατζάρια δικά τους. Σκορδαλιά θεική. Τηγανητές πατατούλες με μυζήθρα ή σκέτες. Ψωμί ψημένο στην σχάρα με λάδι και ρίγανη ή με σάλτσα από φρέσκιες ντομάτες και ρίγανη. Αυτά είναι τα δικά μου αγαπημένα. Η ωδή στην Σεβαστή γίνεται κάθε 5 λεπτά σε κάθε τραπέζι όταν ο άντρας της ο Στάθης παρουσιάζεται με εκείνο  τον τεράστιο δίσκο με ορεκτικά από τον οποίο διαλέγεις ότι θέλεις.

Το τελευταίο 50% του 150 το παίρνει πάνω του ο ψήστης. Με το όνομα Μπλέντι. Ναι. Η ταβέρνα δεν έχει ούτε μαγειρευτά, ούτε θαλασσινά. Έχει μόνο ορεκτικά και κρέας.

Κι αν η Σεβαστή κάνει τα καλύτερα ορεκτικά του κόσμου.. είναι βέβαιον ότι ο Μπλέντι είναι ο ψήστης που κάθε ταβέρνα θα ήθελε να έχει.

Ο Μπλέντι και τα σουβλάκια του

Κλεισμένος και αμπαρωμένος μέσα στην κουζίνα κόβει, σιγοψήνει και γυρνάει ασταμάτητα τα φιλέτα, τα σουβλάκια, τα παιδάκια και τις συκωταριές, με τους πελάτες, κάθε χρόνο, να τον φωτογραφίζουν στα κλεφτά έξω από την ταβέρνα.

Μόνο κατά τις 2 βγαίνει έξω μαζί με ένα μπουκάλι ρακί με αρμπαρόριζα (κι αυτό η Σεβαστή το φτιάχνει).. μαζί με τον Στάθη που πετάει τζιτζίκια στις τουρίστριες για να φοβηθούν.. μαζί με τον παππού με την μαγκούρα που αν ο Στάθης παρεκτραπεί πολύ, του δίνει και μια δυνατή στα πλευρά.. μαζί με εμάς που, πλέον, βρισκόμαστε σε ένα νέφος μπύρας, κρασιού και ρακής, έτοιμοι για την τελευταία περιπέτεια της βραδιάς.. Έτοιμοι και πάλι να διασχίσουμε το δρομάκι.

Αν πας μην ξεχάσεις τα παρακάτω:

Να φας χαλβά με ινδοκάρυδο. Είναι, άλλωστε, το μόνο γλυκό που προσφέρει η ταβέρνα.

Να δοκιμάσεις τα μπιφτέκια που μοσχομυρίζουν δυόσμο.

Να αφήσεις τον δάσκαλο του χωριού να σου μιλήσει για την ιστορία της εκκλησίας –κάθεται πάντα στην ταβέρνα.

Μην τσιμπήσεις αν ο Στάθης πάει να σου πετάξει τζίτζικα –πήγαινε κοντά στον ένα παππού με την μαγκούρα, που κάθεται επίσης πάντα στην ταβέρνα.

Προτίμησε να διασχίσεις το δρομάκι με τα πόδια. Αν πάρεις το αυτοκίνητο θυμήσου ότι  πρέπει να πατήσεις τον διακόπτη με το φως κι ότι έχεις μόνο 2,5 λεπτά.

Τα λέμε εκεί.

Τίνα Κουλουφάκου

Share
Published by
Τίνα Κουλουφάκου