Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
ΠΟΛΗ

Βόλτα στο Νότιο Κουκάκι

Όλοι την συζητάνε ως την ταχύτατα αναπτυσσόμενη hip συνοικία της πόλης, όμως το Κουκάκι έχει ακόμα την ενέργεια και την ζεστασιά μιας παραδοσιακής αθηναϊκής γειτονιάς.
Φωτογραφίες: Κατερίνα Σαμαρτζή / FOSPHOTOS
Μια παρέα Κουκακιωτών από τη Ρωσία παίζει ντόμινο.

Μια παρέα Κουκακιωτών από τη Ρωσία παίζει ντόμινο.

«Πάμε στου Κουκάκη;», έλεγαν οι παλιοί για την όμορφη συνοικία που ξαπλώνει στα πόδια της Ακρόπολης (και το έγραφαν με -ητα). Το σημερινό Κουκάκι πήρε το όνομά του από τον τρανό εργοστασιάρχη κρεβατιών Γεώργιο Κουκάκη, που στέγαζε την επιχείρησή στο χώρο που θα έπαιρνε αργότερα (το 1893 συγκεκριμένα) ο Κάρολος Φιξ για να επεκτείνει την οικογενειακή επιχείρηση ζυθοποιίας και που – ας ελπίσουμε – θα ανοίξει σε μερικούς μήνες (τρεις σύμφωνα με τις τελευταίες εξαγγελίες του αρμόδιου υπουργού Αριστείδη Μπαλτά) το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Το Κουκάκι χωριζόταν σε τρεις ζώνες, που άτυπα ισχύουν μέχρι και σήμερα: του Κουκάκη, του Μακρυγιάννη – που οριοθετείται χωροταξικά από την οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου, μέχρι τη Λεωφόρο Συγγρού – καθώς στη διασταύρωση των οδών Μακρυγιάννη και Αθανασίου Διάκου βρίσκονταν το σπίτι του στρατηγού και τη συνοικία Γαργαρέτα, που έλκει το όνομά της από μία εύπορη ιταλική οικογένεια που κατείχε πολλά κτήματα στην περιοχή, καθώς κι ένα πανέμορφο νεοκλασικό. 

Την δεκαετία του ’70 το Κουκάκι έβριθε από συνεργεία αυτοκινήτων, μηχανουργία και φανοποιεία, όμως τo ’80 με το Νόμο Τρίτση (για τα αυθαίρετα) τα περισσότερα έφυγαν από την περιοχή. Ωστόσο οι γειτονιές του δεν ερήμωσαν ποτέ, παρά τις όποιες διακυμάνσεις. Σήμερα το Κουκάκι είναι η ταχύτατα ανερχόμενη γειτονία του κέντρου με πολλά ενδιαφέροντα μαγαζιά, δημιουργικούς ανθρώπους και την αδιάβρωτη εκείνη ζεστασιά που είχαν οι συνοικίες στα 60s – μην ξεχνάμε σε δέκα λεπτά περπάτημα βρίσκεσαι στα Άνω Πετράλωνα και το Θησείο. Πολλή κίνηση παρατηρείται τελευταία σε αυτό που λέμε μεταξύ μας στις παρέες αστειευόμενοι Νότιο Κουκάκι, από του Φιξ δηλαδή και κάτω, εκεί όπου οι νοικοκυρές μιλάνε ακόμα από τα μπαλκόνια καθώς απλώνουν τη μπουγάδα και τα συνεργεία που ήταν γεμάτα μουτζούρες και λιπαντικά είναι σήμερα το μέρος που παίρνεις το κυριακάτικο brunch σου. 

Συχνά ξεσπούν καυγάδες για τη διαφάνεια του σκορ.

Συχνά ξεσπούν καβγάδες για την εγκυρότητα του σκορ.

Στο πάρκο της οδού Φαλήρου, απέναντι από το Μπελ Ρεϋ (το πρώην λιπαντήριο που έγινε το snack bar – place to be των τελευταίων μηνών) κάθε πρωί μια παρέα Ρώσων της περιοχής μαζεύεται και παίζει ντόμινο. Κάθονται πάνω σε καφάσια και στήνουν ένα αυτοσχέδιο τραπεζάκι. Οι καβγάδες τους αντηχούν μέχρι τον πεζόδρομο της Γεωργίου Ολυμπίου, αλλά όσο κι αν λογομαχούν για τους πόντους, πάντα φεύγουν μονιασμένοι ανανεώνοντας το ραντεβού τους για το επόμενο πρωί. Ο κύριος που κρατάει το σκορ προστάζει κάποιον να πάει απέναντι να γεμίσει το ποτήρι του με μπύρα στο Ποτάμι, το καφενείο – κολεκτίβα με τους (όχι έναν, ούτε δύο) δεκατέσσερις ιδιοκτήτες. Προς αποκατάσταση κάθε παρεξήγησης (όχι ότι αν το έχετε επισκεφθεί υπήρχε περίπτωση να την πατήσετε), το Ποτάμι άνοιξε το καλοκαίρι του 2ο13 και πήρε το όνομα του από τον ποταμό Ιλισό.

Η μπάρα του Μελ Ρεϋ. Την επιγραφή έχει επιμεληθεί η Νόνη Νέζη.

Η μπάρα του Μπελ Ρεϋ. Την επιγραφή έχει επιμεληθεί η Νόνη Νέζη.

Το Ποτάμι. Το σωστό.

Το Ποτάμι.

Δύο από τους δεκατέσσερις ανθρώπους που τρέχουν την εργατική κολεκτίβα.

Δύο από τους δεκατέσσερις ανθρώπους που τρέχουν την εργατική κολεκτίβα.

Ένα νοητό τρίγωνο συμπληρώνεται με την παρουσία της επιβλητικής πολυκατοικίας στο 92 της οδού Φαλήρου. Σχεδόν μέσα στο πάρκο, το κτίριο που χρονολογείται από το 1934, είναι ένα αρχιτεκτονικό στολίδι. Η είσοδός του ξεχωρίζει για το ιδιαίτερο πάτωμα σκακιέρα και τον γερμανικής κατασκευής ανελκυστήρα με τη σιδερένια πόρτα και την ξύλινη επένδυση που μοιάζει με χρονοκάψουλα που σε στέλνει στα χρόνια του μεσοπολέμου. Αυτό όμως που κόβει πραγματικά την ανάσα, είναι η ταράτσα με την εξαιρετική θέα. Η Σόνια, μόλις έχει πάρει τους δίδυμους γιους της, Πάνο και Μάριο, από το σχολείο, μας πετυχαίνει να φωτογραφίζουμε την ξεχωριστή είσοδο και κοντοστέκεται. Αντιλαμβανόμαστε ότι μένει εκεί. Μας προτείνει σχεδόν από μόνη της να μας ξεναγήσει στο οίκημα.

«Πάντα όταν έβλεπα ρεπορτάζ για τις ταράτσες της Αθήνας, ήθελα να ανοίξω τη δική μας σε κάποιον. Περιποιούμαστε όλοι το χώρο, έχουμε βάλει τις γλάστρες μας και τα καλοκαίρια ανεβαίνουμε όλοι οι ένοικοι και πίνουμε το κρασί μας συζητώντας. Το πόσο χάρηκα όταν άνοιξε το Ποτάμι δε λέγεται. Φώτισε την πλατεία με τα φαναράκια του, μαζεύεται κόσμος. Με το Μπελ Ρεϋ δε, το κομμάτι αυτό πήρε άλλο χρώμα. Στα γενέθλια του πρώτου χρόνου τις προάλλες ήταν πολύ όμορφα. Τόσος κόσμος στο δρόμο να χορεύει!», η Σόνια μιλά με ενθουσιασμό για τη γειτονιά της, ενώ σε άλλες γειτονιές οι κάτοικοι γκρινιάζουν για τα μαγαζιά που γεμίζουν βαβούρα τα βράδια τους. Η θέα είναι αποστομωτική. Από τη μια η Ακρόπολη και ο Λυκαβηττός και από την άλλη το επιβλητικό κτίριο της Interamerican, με τη Συγγρού να απλώνεται δείχνοντας το δρόμο προς τη θάλασσα. Η ευγενική ένοικος μας δίνει μερικές ακόμα πληροφορίες για το κτίσμα. Η σκάλα κινδύνου στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας, ήταν μέχρι πρότινος σκάλα υπηρεσίας, σε χρήση ως τη δεκαετία του ’70 που υπήρχαν ακόμα οικονόμοι στα νοικοκυριά. Παρόλο που έχει σοβατιστεί, αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά θα δει σκάγια από τον εμφύλιο πόλεμο στο εξωτερικό της.   

Η επιβλητική είσοδος της πολυκατοικίας στη Φαλήρου 92.

Η επιβλητική είσοδος της πολυκατοικίας στη Φαλήρου 92.

Το εσωτερικό του ανελκυστήρα.

Το εσωτερικό του ανελκυστήρα.

Χρονοκάψουλα για το μεσοπόλεμο.

Χρονοκάψουλα για το μεσοπόλεμο.

Ο γιος της Σόνιας, της ευγενικής ενοίκου που μας άνοιξε την ταράτσα απολαμβάνει τη θέα.

Ο γιος της Σόνιας, της ευγενικής ενοίκου που μας άνοιξε την ταράτσα, απολαμβάνει τη θέα.

Στην οδό Οδυσσεά Ανδρούτσου έχουμε φίλους. Είναι το Bob Studio, το πολυβραβευμένο δημιουργικό γραφείο με βασικό πυρήνα τους Άρη Τσούτσα, Ανδρέα Θάνο και Miguel Rodrigues. Οι δημιουργίες της ομάδας χαρακτηρίζονται από το χιούμορ, την καθαρή, ενίοτε vintage (και όχι ρετρό) εικονογράφηση και την ευρηματικότητα τους – μιλάνεμια γλώσσα με διεθνή χαρακτηριστικά χρησιμοποιώντας ελληνικό λεξιλόγιο. Η Αναστασία Λουρή, project manager του Bob ανοίγει την πόρτα και γνωρίζουμε κατευθείαν τον Μπόμπο, τη μασκότ και φύλακα του γραφείου. Μαζί με τον Άρη μας έδωσαν μερικά tips για τη γειτονιά που κατά την άποψή τους έχει μια σημαντική ιδιαιτερότητα. Μέχρι τη δεκαετία του ’70 είχε οικοδομηθεί πλήρως με μεγάλες πολυκατοικίες. Οι μονοκατοικίες έχουν εκλείψει στο Νότιο Κουκάκι. Αυτή η ιδιαίτερη ρυμοτομία δεν επιτρέπει άλλες παρεμβάσεις με αποτέλεσμα το ύφος της γειτονιάς να παραμένει αναλλοίωτο.  

Bob Sudio εν ώρα εργασίας.

Bob Studio εν ώρα εργασίας.

Αναστασία και Μπόμπος.

Αναστασία και Μπόμπος (κι απασχολημένη συντάκτρια)

Φύλακας.

Φύλακας.

«Σκατά τα κάμαμε»

«Σκατά τα κάμαμε»

Απέναντι από τους Bob, στο νούμερο 37, βρίσκεται το στεγνοκαθαριστήριο «ο Τάκης». Ο ιδιοκτήτης του, Γιώργος, που παρέλαβε την επιχείρηση από τον πατέρα του, μεγάλωσε μέσα στο καθαριστήριο και από τα 18 του μέχρι και σήμερα φροντίζει τα ρούχα, τα παπλώματα και τις κουβέρτες των κατοίκων του Κουκακίου, έτσι ώστε να μοσχοβολούν και να είναι πεντακάθαρα. «Το Κουκάκι συνολικά είναι μια αγνή γειτονιά. Έχει κρατήσει τη ζεστασιά των 60s. Θυμάμαι μετά το γάμο μου, βγήκε η γειτόνισσα από το απέναντι μπαλκόνι να με συγχαρεί. “Γιώργο, να ζήσετε!” μου φώναζε. Έχουμε γίνει πια μια οικογένεια. Όταν ήρθε το Bob, κουβαλήσαμε μαζί έπιπλα, στήσαμε τους πάγκους και μετά εκείνοι επιμελήθηκαν την ταμπέλα μου και τις κάρτες μου (σ.σ. οι οποίες μυρίζουν μαλακτικό ρούχων!). Με τα παιδιά στο Μπελ Ρεϋ είμαστε φίλοι. Σχεδόν κάνουμε ανταλλακτικό εμπόριο μεταξύ μας εδώ». 

Ο Τάκης «καθαρίζει» για πάρτη σου από το 1967.

Ο Τάκης «καθαρίζει» για πάρτη σου από το 1967.

Άμεση Εξυπηρέτηση.

Άμεση Εξυπηρέτηση.

Έμβλημα για το Νότιο Κουκάκι στην κατηγορία φαγητό αποτελεί το Δίπορτο. Η πραγματική του επωνυμία είναι «Γαρύφαλλο – Κανέλα» όμως έμεινε στην ιστορία ως Δίπορτο καθώς όταν βρίσκονταν λίγο πιο πίσω στην οδό Ανδρούτσου το κατάστημα είχε δύο πόρτες, μας λέει ο Δήμος, ιδιοκτήτης του εστιατορίου που ταΐζει φοιτητές (που επωφελούνται από ειδικές προσφορές), εργένηδες, παρέες και λάτρεις του καλού μαγειρευτού φαγητού.

Σήμερα είναι στη συμβολή Ζαν Μωρεάς και Φαλήρου. Η κουζίνα είναι ανοιχτή από τις 11 το πρωί μέχρι τις 6 το απόγευμα και όλα τα πιάτα μαγειρεύουν ο Δήμος και η μητέρα του. Παρασκευή και Σάββατο το Δίπορτο μένει ανοιχτό ως αργά, σερβίρει αποκλειστικά πολίτικη κουζίνα και συνήθως έχει και ζωντανή μουσική. Δοκιμάσαμε σαρμαδάκια αμπελόφυλλο με σουμάκ και γιαούρτι (6,90 ευρώ) και μουτζβέρ (κολοκυθοκεφτέδες) με ταρατόρ (5,50 ευρώ), ψωμάκι δικό τους, ζυμωτό και σβήσαμε τη δίψα μας με μια από τις πολλές ελληνικές μπύρες του καταλόγου, την τηνιακή Νήσος (2,80 ευρώ). Το Δίπορτο ντελιβεράρει κέντρο, υπ’ όψιν.  

Ο Δήμος με τη μητέρα του.

Ο Δήμος με τη μητέρα του.

South Koukaki /  Νότιο Κουκάκι

Σαρμαδάκια αμπελόφυλλο με σουμάκ και γιαούρτι.

South Koukaki /  Νότιο Κουκάκι

Μουτζβέρ με ταρατόρ. Κόλαση.

Διασχίσαμε τη Γεωργίου Ολυμπίου με τις σταθερές αξίες όπως το Παγκάκι, το Κουκί και τις Πατρίδες και στρίψαμε δεξιά στη Δημητρακοπούλου για να ανακαλύψουμε στον αριθμό 53 – 55 ένα πραγματικό διαμάντι, το Σύλλογο Ερασιτεχνικού Μπιλιάρδου «Ολυμπιάδα». Η κυρία Δήμητρα Λουμπαρδιά, ιδιοκτήτρια του μπιλιαρδάδικου που λειτουργεί από το 1996 μιλάει με περηφάνια μπροστά από το φορτωμένο με κύπελλα ράφι. «Το μαγαζί μας το λέγανε κάποτε εκκλησία, δεν έχει γίνει ποτέ καβγάς εδώ», μου απαντά όταν τη ρωτάω αν ποτέ υπήρξαν κόντρες στα τουρνουά μεταξύ των ομάδων. Η Ολυμπιάδα έχει δύο αμερικάνικα (5 ευρώ/ώρα) και δύο γαλλικά μπιλιάρδα κι ένα αυτόγραφο της Χαρούλας σε περίοπτη θέση. «Είναι η αγάπη μου», λέει η κυρία Δήμητρα και αποκαλύπτει πως πολλοί διάσημοι έχουν υπάρξει πελάτες της, ανάμεσά τους ο Γιώργος Μαργαρίτης και ο στιχουργός Πέτρος Βαγιόπουλος.

Ολυμπιάδα

Ολυμπιάδα

Σκοτεινό και θελκτικό το μαγαζί του συλλόγου, όπως οι γυναίκες.

Σκοτεινό και θελκτικό το μαγαζί του συλλόγου, όπως είναι άλλωστε οι γυναίκες.

Γαλλικό μπιλιάρδο.

Γαλλικό μπιλιάρδο.

Κατηφορίζουμε προς τη Βεϊκου για μια απαραίτητη στάση. Το Κουτουκάκι της Κυρά – Γιώτας, το μικροσκοπικό μαγαζάκι που εδώ και δεκαπέντε χρόνια σερβίρει εκλεκτά κρέατα και θαλασσινά. Ζητήστε την – τρυφερή – συκωταριά (8 ευρώ) και προετοιμαστείτε να ακούσετε πολλές ιστορίες από βέρους Κουκακιώτες. 

Κουτουκάκι

Κου(του)κάκι

Κουτουκάκι στου Κουκάκη.

Κουτουκάκι στου Κουκάκη.

Επιστροφή πίσω στη Φαλήρου, που υπήρξε άλλωστε και η πρώτη πιάτσα της περιοχής με το Συγκρουόμενο που τραβάει ακόμα τον φοιτητόκοσμο. Τώρα πια δίπλα του έχει το Monsieur Barbu – με τα φοβερά μπέργκερ -, τον Μπαμπά, και το ολοκαίνουριο KINONÓ το καφέ – μπαρ της Όλγας Μανέτα του Kinky και του 6 D.O.G.S. Το απογευματινό χειμωνιάτικο φως λούζει το δρόμο και φανερώνει μερικά φαντάσματα περασμένων δεκαετιών. Κλειστά συνεργεία, νεοκλασικά κτίσματα που – δυστυχώς – στέκουν μισογκρεμισμένα και ταμπέλες με 80s αναφορές.

Η τελευταία πόρτα που άνοιξε στο Νότιο Κουκάκι για εμάς, ήταν αυτή των Fuzz ink., στη Φαλήρου 24  -26. Ο Γρηγόρης, ο Ορέστης και ο Κωνσταντίνος είναι τρεις νεαροί και ορεξάτοι μεταξοτύπες και το νέο entry της γειτονιάς, αφού μετακόμισαν το εργαστήριό τους στο Κουκάκι πριν μόλις ένα μήνα. Οι Fuzz ink. εδώ και τέσσερα χρόνια επιμελούνται τις αφίσες και το merch πολλών γνωστών συγκροτημάτων όπως οι 1000mods, VIC, Sadhus, Last Rizla, Half Gramme of Soma, Korsikov και οι Black Hat Bones. 

Inside Fuzz Ink.

Inside Fuzz Ink.


Μπαίνοντας στο μετρό Συγγρού – Φιξ νιώθω ότι έχω παραλείψει δεκάδες ακόμη πράγματα για την ξεχωριστή αυτή γειτονιά. Ένα πράγμα όμως μπορεί να καταγραφεί με σιγουριά. Οι άνθρωποι του Κουκακίου είναι από τους πιο ζεστούς και φιλόξενους στην Αθήνα. Όλα συγκλίνουν στο ότι είναι, πράγματι, μια συνοικία που διατηρεί την αίγλη άλλων δεκαετιών, τότε που το κλεινόν άστυ είχε ένα πιο φιλικό πρόσωπο. Αλλά ταυτόχρονα έχει ανοιχτή την αγκαλιά του στο καινούριο και το διαφορετικό. Στο νέο. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2021 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.