Saul-fia-bilde-2

Ο Γιος Του Σαούλ (Son of Saul) ****1/2*

Ουγγαρία, 2015, Έγχρωμο

Σκηνοθεσία: László Nemes

Πρωταγωνιστούν: Géza Röhrig, Levente Molnár, Urs Rechn

Διάρκεια: 107’

Ο Saul είναι ένας sonderkommando (Εβραίος με παράταση ζωής που καθαρίζει πτώματα από τους θαλάμους αερίων) σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μετά από μια μαζική δολοφονία, στα πτώματα αναγνωρίζει το γιο του, τον οποίο προσπαθεί να κηδέψει παρά τις απάνθρωπες συνθήκες. Αναζητά ένα ραβίνο για να τελέσει την κηδεία ανάμεσα στους συγκρατούμενούς του, ενώ ο φασιστικός ζυγός κάνει την επιχείρησή του να φαντάζει υπεράνθρωπη. Εν τω μεταξύ, μια επανάσταση ετοιμάζεται στο παρασκήνιο. Εξοντωτικό αλλά με λόγο, το ντεμπούτο του László Nemes χαρακτηρίζεται από τον ακραίο συνδυασμό της θεματικής ωμότητας και της περίπλοκης φόρμας, όντας μια εμπειρία που καθόλου δε στοχεύει στην ψυχαγωγία, ενώ χαρακτηριστική είναι και η έλλειψη εμφανούς θέσης. Αυτή είναι μεν ορατή, αλλά όχι διδακτιστική, προέχει η καταγραφή της αλήθειας. Αυστηρά για ανθρώπους με αδαμάντινα νεύρα.

Όσο πομπώδες ή ποιητικό και να ακουστεί, η αλήθεια είναι πως τις μεγαλύτερες κτηνωδίες της ιστορίας δεν τις έχουμε γνωρίσει ως τώρα και είναι αμφίβολο αν θα τις μάθουμε ποτέ μας. Όσα ντοκουμέντα από την Ιερά Εξέταση και τα βασανιστήριά της, όσα τεκμήρια του Ολοκαυτώματος, όσα Εργαστήρια του Διαβόλου (Men Behind The Sun/Black Sun) και να έχουν κυκλοφορήσει, όσες φορές και να διαβάσουμε τη Ζωή Εν Τάφω, δεν μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια την εμπειρία μιας θηριωδίας που λαμβάνει μαζικά χώρα. Τολμώ να πω πως οι πιο ακραίες πράξεις δεν έχουν γίνει καν γνωστές, ήταν οι πρώτες που επιμελώς κρύφτηκαν για να μη μαθευτεί πόσο κοντά έφτασε στην κυριαρχία της σκοτεινής του πλευράς το ανθρώπινο γένος. Παρατηρώντας τα σκηνοθετικά τεχνάσματα του Γιού Του Σαούλ (Son of Saul), αυτή η θέση παίρνει σάρκα και οστά με τη χρήση της κάμερας.

Δεν πρόκειται για μια ταινία η οποία θα δείξει προτίμηση στην τυπική κινηματογράφηση, που θα αναγάγει το γενικό ή έστω αμερικάνικο πλάνο σε κανόνα και θα αφήσει τα πλάνα αντίστιξης να κάνουν την εύκολη, συμβατική δουλειά. Με σεβασμό στην κινηματογραφική παράδοση του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, ο László Nemes θα πατήσει πάνω στην περίπλοκη κινούμενη κάμερα του Miklós Jancsó, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές: τα σαφώς λιγότερα πλάνα-σεκάνς (με τα «κοψίματα» να είναι τακτικότερα) και με την προτίμηση στα ασφυκτικά κοντινά πλάνα παρακολούθησης. Με αυτόν τον τρόπο, ο θεατής ούτε ταυτίζεται με τον πρωταγωνιστή, ούτε παρακολουθεί από απόσταση. Είναι κομμάτι των γεγονότων, χωρίς ηδονοβλεπτικές τάσεις, ενώ του δίνεται η δυνατότητα του άμεσου σχολιασμού μέσω της παρατήρησης, της ερμηνείας των προβαλλόμενων καρέ.

Αυτό, επιπλέον που προειπώθηκε σε σχέση με τα όσα δεν έχουμε δει, έχει τη βάση του και σε μια άλλη σκηνοθετική ιδιότητα της συγκεκριμένης ταινίας. Καθώς πρόκειται για ένα φιλμ συναπαρτιζόμενο ως επί το πλείστον από πλάνα παρακολούθησης, οι βαρβαρότητες του στρατόπεδου δεν γίνονται ποτέ άμεσα ορατές. Μένουν πάντα εκτός εστίασης, θολές, με την υπόνοια να κυριαρχεί επί της κατάδειξης. Οι κραυγές, οι πυροβολισμοί, οι εκρήξεις θα ακουστούν, θα φανούν ελάχιστα, αλλά ποτέ δε θα δούμε με πλήρη αμεσότητα μια μαζική δολοφονία. Η κάμερα ελάχιστα θα εγκαταλείψει τον πρωταγωνιστή προκειμένου να απεικονίσει κάτι που δεν είναι άμεσα συνδεδεμένο με την εμμονή του. Με αυτόν τον τρόπο, η αποκτήνωση μέχρι και του κρατουμένου και η άπειρη βία δεν θα θαφτούν, αλλά θα παραμείνουν ως θολή ανάμνηση του παρελθόντος. Σχεδόν σαν έναν επιζήσαντα που, στην προσπάθειά του να επανενταχθεί σε ένα διαφορετικό, ασφαλέστερο (;) κόσμο αρνείται πεισματικά να ξαναφέρει επακριβώς τις παραστάσεις που έζησε.

Εντούτοις, η ταινία έχει και ένα δευτερεύον, υπαρξιακής φύσης επίπεδο ανάγνωσης. Ο παραλογισμός που προκύπτει από τον πόλεμο δείχνει να έχει μια υφή που θα ταίριαζε στον τρόπο με τον οποίο ο Camus περιγράφει την αντίληψη του Σίσυφου για τον κόσμο. Όπου παύει να αναγνωρίζει το τι συμβαίνει γύρω του και βυθίζεται στον σκοπό του, έναν σκοπό που, παρ’ ότι είναι παράλογος (μη βιαστείτε να κρίνετε, περιμένετε να τελειώσει η ταινία), εξακολουθεί να είναι ο μόνος δρόμος προς την ατομική ευτυχία, εκείνος που αν και ο κόσμος πυρπολείται γύρω, παραμένουμε στοχοπροσηλωμένοι και μας καλεί να αδράξουμε την ευκαιρία για να διεκδικήσουμε αυτό που μας «ανήκει». Σε αυτά τα υπαρξιακά πλαίσια, υπάρχουν και μερικές δόσεις κατάμαυρου χιούμορ που, αν ειδωθούν σε ένα άλλο πλαίσιο, καταλήγουν να είναι απόλυτα κωμικές. Τρανό παράδειγμα, η σκηνή με το ραβίνο λίγο πριν το τέλος της ταινίας, όπου μια σκηνή ομολογουμένως τραγική, είναι στημένη σαν λεκτική κωμωδία. Όχι για ξέφρενα γέλια, αλλά σαρκαστική ως προς την ίδια την τραγωδία της ζωής.

Αν τολμήσετε να τη δείτε, καλύτερα να μην πάτε απροετοίμαστοι, γιατί δε θα σας φερθεί καθόλου φιλικά. Διαβάστε την υπόθεση, δείτε το τρέιλερ για να συνηθίσετε τη στυλιστική του άποψη και, αφού αποκτήσετε μια γενική εικόνα, τότε κάντε το μεγάλο βήμα. Γιατί είναι η μόνη ταινία εδώ και καιρό που δεν ωραιοποιεί ούτε στο ελάχιστο το Ολοκαύτωμα, χωρίς να απευθύνεται καθόλου στο συναίσθημα. Γιατί σε αυτή την ταινία η λογική έχει τον πρώτο λόγο, καθώς η ψυχή σαραβαλιάζεται ήδη από τα δύο πρώτα εισαγωγικά πλάνα, ένα δεκάλεπτο που εκμηδενίζει κάθε ελπίδα.


Spectre ***1/2**

ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, 2015, Έγχρωμο

Σκηνοθεσία: Sam Mendes

Πρωταγωνιστούν: Daniel Craig, Christoph Waltz, Ralph Fiennes

Διάρκεια: 150’

Μετά από μια αποστολή στο Μεξικό η οποία αποδεικνύεται επιβλαβής για τη λειτουργία του τμήματος 00 των Μυστικών Υπηρεσιών, ο Bond πρέπει να αποδειχθεί αντάξιος των προσδοκιών των προϊστάμενών του και πιο συγκεκριμένα του νέου Μ. Η εμφάνιση ενός μηνύματος, το οποίο προέρχεται από το παρελθόν του, που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί για να γίνει κατανοητό, μπορεί να τον οδηγήσει στα άδυτα της εγκληματικής οργάνωσης SPECTRE. Για να το καταφέρει αυτό, θα χρειαστεί να στρατολογήσει τους βοηθούς του, όπως και κάποιους νέους συνεργάτες που μπορούν να τον βοηθήσουν στο δύσκολο εγχείρημά του. Αν και κάπως κατώτερο των δύο προηγούμενων ταινιών, δεν παύει να είναι μια καλογυρισμένη και άκρως ψυχαγωγική ταινία, δείχνοντας πως ο Sam Mendes δεν  ήταν κάποιος οπορτουνιστής που προσπάθησε να οικειοποιηθεί την ευκαιρία που του δόθηκε. Ο Bond του εξακολουθεί να είναι ο πιο ρεαλιστικός απ’ όσους έχουν υπάρξει, η σκηνοθεσία του σαφώς σκοτεινότερη (αν και χαμηλότερου επιπέδου από την ευφυΐα του Skyfall) και τα λεπτά κυλάνε αβίαστα ενώ το καστ δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Σε αυτό το σημείο, βέβαια, να τονίσω πως όσο καλά και αν υποδύονται τους ρόλους τους, ο Daniel Craig και ο άλλοτε λατρεμένος Christoph Waltz τείνουν να χαρακτηριστούν ως μανιεριστές του ενός ρόλου. 


Μια Φορά τον Χρόνο (Love the Coopers) **1/2***

ΗΠΑ, 2015, Έγχρωμο

Σκηνοθεσία: Jessie Nelson

Πρωταγωνιστούν: Olivia Wilde, Diane Keaton, John Goodman

Διάρκεια: 107’

Οι Coopers, όπως σχεδόν κάθε (αμερικάνικη και κινηματογραφική) οικογένεια, συνυπάρχουν αποκλειστικά άπαξ ετησίως, τα Χριστούγεννα. Αυτή τη φορά, όμως, η οικογενειακή μάζωξη θα πάρει έναν κωμικοτραγικό χαρακτήρα, καθώς κανένας δεν υπολογίζει πως ενδέχεται να παρευρεθούν και κάποιοι ακόμα οι οποίοι θα δημιουργήσουν διάφορα κωμικά περιστατικά. Ας μη γελιόμαστε, δεν είναι η καλύτερη κωμωδία που μπορεί να δει κανείς. Αλλά τουλάχιστον όταν γελάς, γελάς φυσικά και δεν καταλαβαίνεις πως περνά η ώρα. Χώρια που μετά αναπόφευκτα θυμάσαι αντίστοιχες οικογενειακές μαζώξεις και πληθώρα αντίστοιχων στιγμιότυπων. Και σου φτιάχνει λίγο παραπάνω η διάθεση. Ίσως είναι άτοπη η ημερομηνία κυκλοφορίας, βέβαια. 


Το Δέντρο Με Τα Τσόκαρα (L’ Albero Degli Zoccoli)

Ιταλία, 1978, Έγχρωμο

Σκηνοθεσία: Ermanno Olmi

Πρωταγωνιστούν: Luigi Ornaghi, Francesca Moriggi, Omar Brignoli

Διάρκεια: 186’

Το αριστούργημα του Ermanno Olmi, του σκηνοθέτη που ξεκίνησε την καριέρα του ως συνεχιστής της παράδοσης των νεορεαλιστών, επιστρέφει στις αίθουσες. Τέσσερις οικογένειες ζουν μια σκληρή αγροτική ζωή στη Λομβαρδία των τελών του 19ου αιώνα. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες και τις διαρκώς παρούσες δυσκολίες, ο σκληρός αφέντης για τον οποίο εργάζονται δεν εννοεί να αφήσει για λίγο τα χαλινάρια από το σκληρό τους τράβηγμα. Μια υπέροχη αλληγορία για την εκμεταλλευτική φύση του καπιταλιστικού συστήματος, με ιδιαίτερη νατουραλιστική σκηνοθεσία και  εκπληκτικές ερμηνείες από τους ερασιτέχνες (χωρικούς) ηθοποιούς.