ΘΕΑΤΡΟ

«Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» : Μπορεί να συμβαίνει τώρα.

Μια παράσταση που μας χαρίζει ατόφιο το κείμενο του Χόρβατ, τους χαρακτήρες, την ατμόσφαιρα της εποχής, μας καλεί να σκεφτούμε ένα περιβάλλον της Γερμανίας του Μεσοπολέμου, επαρκώς αναγνωρίσιμο σήμερα σε πολλά σημεία του πλανήτη. Γράφει η Όλγα Σελλά.

«Τίποτα δε μας δίνει τόσο την αίσθηση του απείρου, όσο η βλακεία» είναι η αρχική φράση του έργου που παρουσιάζεται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Και εκεί, σ’ αυτή την ιστορική σκηνή, κατάφεραν να χωρέσουν η μικρόνοια, η πονηριά, ο καιροσκοπισμός και η αγραμματοσύνη των μικροαστών του Μεσοπολέμου, μέσω ενός σπουδαίου θεατρικού κειμένου: τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του σπουδαίου Εντεν Φον Χόρβατ. Ενα έργο που γράφτηκε το 1931 και αποτυπώνει, εστιάζοντας σε χαρακτήρες της διπλανής πόρτας, το πώς διευκόλυνε μια αδιάφορη και ημιμαθής μικροαστική κοινωνία, της Γερμανίας στην προκειμένη περίπτωση, την εναπόθεση των ελπίδων της στο Γ Ράιχ! 

Δεν θα μπορούσε να είναι πιο απελπιστικά επίκαιρο το έργο του Χόρβατ σήμερα. Η Μαριάννα Κάλμπαρη με τη συμβολή του θιάσου αναπαρέστησαν αυτό το σύμπαν υπογείως σκωπτικά, τονίζοντας την ελαφρότητα, τη σκληρότητα και την κενότητα των χαρακτήρων. Μερικοί μικροαστοί σε μια ανώνυμη επαρχιακή πόλη περνούν τη μέρα τους, φτιάχνουν τη ζωή τους, πάνε εκδρομές στην εξοχή… Το μόνο σκηνικό, μερικοί πάγκοι που στην αρχή παίρνουν το σχήμα σταυρού (θρησκεία, παράδοση ιδιαιτέρως υπογραμμισμένα σ’ αυτό το περιβάλλον), μ’ ένα καρβέλι ψωμί κι ένα μαχαίρι πάνω του, και στην πορεία, στην κατάληξη του έργου για την ακρίβεια, παίρνουν το σχήμα αγκυλωτού σταυρού αυτοί οι πάγκοι με τα τραπέζια, στις «διαδρομές» του οποίου μπαινοβγαίνουν όλοι αυτοί οι διπλανοί μας άνθρωποι (από τις πιο ανατριχιαστικές σκηνές της παράστασης. Σκηνικά Χριστίνα Κάλμπαρη, όχι ιδιαιτέρως επιτυχή, κυρίως λειτουργικά ήταν, αλλά στο συγκεκριμένο σημείο, εύγλωττα).

Σ’ αυτή την καθηλωμένη κοινωνία υπάρχουν οι άνθρωποι που δεν αναζητούν τίποτα, που βαδίζουν σ’ αυτό που έχουν μάθει, εκείνοι που προκαλούν, φοβίζουν και εκμεταλλεύονται, εκείνοι που υπομένουν και υπακούουν, εκείνοι που θέλουν να διαφεντεύουν ακυρώνοντας τους γύρω τους έστω κι αν είναι το παιδί ή το εγγόνι τους με μία παρανοϊκή κακία και ασυνειδησία, κι εκείνοι που ονειρεύονται το άπιαστο. Οι πρώτοι έχουν τη δουλίτσα τους, θέλουν να κάνουν τα γνωστά (οικογένεια, παιδιά, κ.λπ.). Οι δεύτεροι είναι βίαιοι, εκδικητικοί, προκλητικοί, ψοφοδεείς όμως. Και υπάρχει κι εκείνο το θλιμμένο πλάσμα, το πληγωμένο, το απονήρευτο, το φοβισμένο, το υποταγμένο, το ανίδεο: η Μαριάννε (Κωνσταντίνα Τάκαλου, σπαρακτική). Ημιμαθείς άνθρωποι, λαϊκοί, μικροαστοί, αυτοί δηλαδή που πάντα επιχειρούν να αποδείξουν ότι είναι κάτι παραπάνω, που ελάχιστα αντιλαμβάνονται τα…κυβικά τους. 

Ολο αυτό το υπογραμμίζει και το αποδίδει μαγευτικά η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, δημιουργώντας έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της παράσταση;. Οι φράσεις «η θέα είναι μεγαλειώδες», «με διώχνεις κατά συρροήν» είναι μερικά μόνο δείγματα. Βρίθει τέτοιων εκφράσεων η μετάφραση, και βγάζει γέλιο, συχνά πικρό. Μέσα σ’ όλο αυτό το περιβάλλον, του Μεσοπολέμου, μην ξεχνιόμαστε, υπάρχει και η θέση της γυναίκας. Εκείνης που οι πολλοί θέλουν άβουλη, υποταγμένη, συνοδό, πρόθυμη στις απαιτήσεις κάθε αρσενικού. Ανάμεσά τους υπάρχουν αυτές που αποδέχονται στωικά και άλλες που επιδιώκουν να αντιδράσουν, συχνά μη γνωρίζοντας, συχνά εμπιστευόμενες κίβδηλες υποσχέσεις, συχνά προδιδόμενες. Νέα βήματα ήταν, αδέξια, με κινδύνους, βία και ταπείνωση συχνότατα. Υπάρχει η Μαριάνε, η αθώα, η άβουλη, η οραματιζόμενη, υπάρχει η διεκδικητική, ανάλγητη, αποφασιστική, δίκαιη και μαζί χειριστική Βαλερί (της υπέροχης Ιωάννας Μαυρέα), υπαρχει η κακόμοιρη μητέρα της Κατερίνας Λυπηρίδου, υπάρχει η τρομερή γιαγιά της Σμαράγδας Σμυρναίου, μια από αλλού «Φραγκογιαννού», της τάξης και της ηθικής. Η κοινωνία και οι αποχρώσεις μέσα από τους γυναικείους ρόλους, όσο και μέσα από τους αντρικούς: του πονηρού και προπέτη Μάγου (καίριος ο Νίκος Χατζόπουλος), του Οσκαρ, του χασάπη, του κολλημένου, του ερωτευμένου με τη Μαριάννε  (αποτελεσματικότατος και με σωστές δόσεις χιούμορ ο Νικόλας Χανακούλας), του τρομακτικά αναγνωρίσιμου εκκολαπτόμενου Ναζί Εριχ (Βασίλης Μαγουλιώτης), του κοινωνικού αθύρματος (Νίκος Αλεξίου), του με όλους επιβιώνω Φερντινάντ (Δημήτρης Δεγαΐτης), του είρωνα εκπροσώπου της παλαιάς αστικής τάξης Ιλαρχου που διακρίνει, παρεμβαίνει αλλά και υπονομεύει (Θόδωρος Γράμψας). Γυναίκες και άντρες παλεύουν σ’ αυτό το έργο, συντήρηση και παράδοση, νέοι οραματισμοί, αναζητήσεις, αγκυλώσεις, εφιαλτικές ελπίδες. 

Ο Χόρβατ περικλείει όλη αυτή την αγωνιώδη κοινωνική και πολιτισμική πάλη στη φράση «μια γυναίκα με επάγγελμα υπονομεύει κάθε ερωτική σχέση». Μοιάζει να είναι σάτιρα και παρωδία αυτό το έργο αλλά με κανέναν τρόπο, αφού ο Χόρβατ έχει ήδη προλάβει να πει: «Δεν είμαι σατιρικός, κυρίες και κύριοι, έχω έναν και μοναδικό στόχο: να ξεγυμνώσω τη συνείδηση». Και αυτό το κάνει και σ’ αυτό το έργο με ακριβή, χειρουργικό, αποφασιστικό, ευαίσθητο και διεισδυτικό τρόπο.

Η παράσταση το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης τα ανέδειξε όλα αυτά έχοντας στη διάθεσή της κατ’ αρχήν τη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, μερικές σπουδαίες ερμηνείες (Κωνσταντίνα Τάκαλου, Ιωάννα Μαυρέα, Νίκος Χατζόπουλος, Νικόλας Χανακούλας, Θόδωρος Γράμψας, Κατερίνα Λυπηρίδου). Ο Βασίλης Μαγουλιώτης ήταν επαρκής αλλά περισσότερο ρεαλιστής, ο Νίκος Αλεξίου δεν έπειθε σε όλες τις στιγμές του, και η Σμαράγδα Σμυρναίου υπερέβαλε ως τρομερό πρόσωπο της γιαγιάς-νύχτας που ερχόταν και θανάτωνε τα πάντα. Και νομίζω ότι ειδικά αυτός ο ρόλος θέλει μια διαφορετική προσέγγιση, πιο εσωτερική, λιγότερο προφανή. 

Στα βασικά μείον θεωρώ πρώτον το μέγεθος της σκηνής του Υπογείου όπου στενάζουν οι πολυπρόσωπες παραστάσει, τα σκηνικά, ιδίως εκείνη την κουρτίνα που έκρυβε το βάθος της σκηνής (αλλά κατανοώ τους οικονομικούς περιορισμούς), και μια μεγαλύτερη δόση ρεαλισμού σε κάποιες ερμηνείες. Και μια απορία: είναι παράδοση του Θεάτρου Τέχνης να μπαινοβγαίνουν οι μαθητές και να βοηθούν στο στήσιμο και στο ξεστήσιμο των σκηνικών μεσούσης της παράστασης. Ορθώς. Ερχονται σ’ επαφή με τη σκηνή. Αλλά σε πολυπρόσωπες παραστάσεις, σε τόσο περιορισμένη σκηνή, το να προστίθενται άλλοι τέσσερις, πέντε, έξι άνθρωποι, είναι σχεδόν ασφυκτικό. Και δημιουργούσε μικρά χάσματα μεταξύ των σκηνών, τα οποία επαρκώς προσπάθησαν να καλύψουν τόσο η Μαρίνα Χρονοπούλου στο πιάνο όσο και η αφηγήτρια Μαριλένα Μόσχου.

Λεπτομέρειες εν πολλοίς. Γιατί η παράσταση το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης μας χαρίζει ατόφιο το κείμενο, τους χαρακτήρες, την ατμόσφαιρα της εποχής, μας καλεί να σκεφτούμε, να συγκρίνουμε, να διακρίνουμε. Φεύγουμε γεμάτοι από ωραίες ερμηνείες, πλήρεις όσο και θορυβημένοι για ένα περιβάλλον του Μεσοπολέμου, επαρκώς αναγνωρίσιμο σήμερα σε πολλά σημεία του πλανήτη, σκεπτικοί ασφαλώς γιατί οι χαρακτήρες δεν ήταν μόνο του Χόρβατ, δεν ήταν μόνο του Μεσοπολέμου. Είναι διαρκείς, πανταχού παρόντες, νυν και αεί. Φευ.

Info
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας. Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη με τη συνεργασία του θιάσου. Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου. Δραματολόγος παράστασης: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου. Σκηνικά: Χριστίνα Κάλμπαρη. Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη. Μουσική Επιμέλεια: Μαρίνα Χρονοπούλου – Μαριάννα Κάλμπαρη. Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου. Βοηθός σκηνογράφου: Σοφία Αρβανίτη-Φλώρου. Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου
Πρωταγωνιστούν: 
Νίκος Αλεξίου,  Θόδωρος Γράμψας, Δημήτρης Δεγαΐτης, Κατερίνα Λυπηρίδου, Βασίλης Μαγουλιώτης, Ιωάννα Μαυρέα, Σμαράγδα Σμυρναίου, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Νικόλας Χανακούλας, Νίκος Χατζόπουλος.
Στο πιάνο η Μαρίνα Χρονοπούλου
Συμμετέχουν: Μαριλένα Μόσχου και οι μαθητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Κωνσταντίνος Καραντζής, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Άννα-Μαρία Παπαϊωάννου, Ματίλντα Τουμπουρού.
Παραστάσεις: 
Τετάρτη και Κυριακή στις 8μ.μ, (εκτός Τετάρτης 3 Απριλίου), Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 9.15μ.μ. Απογευματινή: Σάββατο 6.15μ.μ.
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.