NY63948

«Το γεγονός ότι η σύγχρονη κοινωνία είναι θεαματική εξυπακούεται. Σε λίγο όσοι περνούν απαρατήρητοι θα είναι άξιοι παρατήρησης. Είναι πλέον αμέτρητα τα έργα που περιγράφουν το φαινόμενο το οποίο κατέληξε να χαρακτηρίζει τα βιομηχανικά έθνη δίχως να εξαίρει τις χώρες που είναι καθυστερημένες ως προς την εποχή τους. Αλλά παρατηρείται κάτι το φαιδρό, ότι τα βιβλία που αναλύουν αυτό το φαινόμενο, συνήθως για να το οικτίρουν, οφείλουν κι αυτά να θυσιαστούν στο θέαμα, προκειμένου να γίνουν γνωστά».

Είναι ένα απόσπασμα από ένα άρθρο της Le Monde με ημερομηνία 19 Σεπτεμβριου το 1987. Το έχει παρουσιάσει ο ίδιος ο Γκι Ντεμπόρ, με την περιφρόνηση που του αρμόζει, στα δικά του «Σχόλια Πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος» (εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος). Γιατί είκοσι χρόνια πριν, είχε παρουσιάσει το έργο του «Η Κοινωνία του Θεάματος» και δεν χρειάστηκε αναφορές από τα μέσα ενημέρωσης στις σελίδες του βιβλίου του. Απέκτησε φήμη ως «αμφιλεγόμενος θρύλος, ως αόρατο και κακόβουλο πνεύμα, ως διεστραμμένος Άρχοντας του Σκότους». Γιατί ήταν ένας από τους ελάχιστους θεωρητικούς που κατηγορήθηκαν ότι άναψαν το φυτίλι για την εξέγερση του Μάη του ’68 στο Παρίσι. Τα μέσα ενημέρωσης δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες αποδείξεις. Οι φράσεις από το βιβλίο του ήταν διάσπαρτες στους τοίχους των κατειλημμένων πανεπιστημιακών κτιρίων δίπλα στις φωτιές και τα οδοφράγματα που είχαν στηθεί από τους εξεγερμένους. 

Ο Γκι Ντεμπόρ, σκηνοθέτης, στοχαστής και ιδρυτής της Καταστασιακής Διεθνούς, μίας ομάδας που επιθυμούσε να αναμείξει τη τέχνη με την επανάσταση, ολοκλήρωσε το πιο διάσημο βιβλίο του το Νοέμβριο του 1967. Αναφέρει περήφανα ότι το βιβλίο του όπως και η «Επανάσταση στην Καθημερινή Ζωή» του Ραούλ Βανεγκέμ, του συντρόφου του εν όπλοις, ήταν ανάμεσα σε αυτά που έκλεβαν περισσότερο οι φοιτητές και οι μπλουζόν νουάρ. Άλλωστε ποτέ δεν διεκδίκησε μία θέση ανάμεσα στους διαννοούμενους των καιρών του. Όπως γράφει ένας από τους βιογράφους του, ο Άνσελμ Γιάπε, «η εποχή μας -μιλάμε για τις τελευταίες δεκαετίες στην Δυτική Ευρώπη- θεώρησε τους στοχαστές της εντελώς ακίνδυνους και όχι αναίτια. Ανάμεσα στα λιγοστά πρόσωπα που θεωρήθηκαν εξαιρετικά επίφοβα περιλαμβάνεται σίγουρα και ο Γκι Ντεμπόρ».

0013571_195

Ο Ντεμπόρ κατέθεσε πενήντα -παρά ένα- χρόνια πριν την κριτική του στην υπάρχουσα κοινωνία με συμμάχους, στοχαστές και ποιητές, τον Μαρξ και τον Χέγκελ, τον Ρεμπό και τον Κόμη του Λοτρεαμόν. Θεώρησε και δικαιώθηκε, ότι το θέαμα δεν είναι απλά οι εναλλασσόμενες εικόνες σε μία τηλεοπτική οθόνη αλλά «ο εφιάλτης της σύγχρονης αλυσοδεμένης κοινωνίας που δεν εκφράζει εν τέλει παρά την επιθυμία της να υπνώττει. Το θέαμα είναι ο φρουρός αυτού του ύπνου». Το βιβλίο του δεν είναι φυσικά μία θεωρία των μέσων επικοινωνίας, αλλά μία συνολική ερμηνεία μιάς κοινωνίας που ξεπήδησε από την ευμάρεια των μεταπολεμικών χρόνων, όπου ως ολικός αρνητής της την τεμαχίζει μεθοδικά και την αναλύει.

Όσα απασχολούσαν τους επαναστάτες της δεκαετίας του ’60, που άλλοτε έβγαιναν στους δρόμους, άλλοτε έφτιαχναν συνωμοτικές ομάδες και έπαιρναν τα όπλα βρίσκονται εδώ. Δεν είναι μόνο το θέαμα που υποτάσσει, είναι η οικονομία, η πολεοδομία, οι ιδεολογίες αλλά και ο χρόνος όπως τον μετράνε οι κυρίαρχοι. Τον Ντεμπόρ δεν τον απασχολούσε η επιφανειακή προπαγάνδα της τηλεόρασης, αλλά ο τρόπος με τον οποίον το θέαμα εισχωρεί σε κάθε στιγμή της καθημερινής ζωής.

«Αν δεν ήμουν ο Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν ο Διογένης». Αυτήν είναι υποτίθεται η φράση που είχε πει ο μεγαλοπρεπής βασιλιάς Αλέξανδρος όταν συνάντησε τον γεμάτο κυνισμό Διογένη στο πιθάρι του. Κι αυτή είναι η φράση που επανέλαβε ο Ντεμπόρ, αφού το βιβλίο του δεν είναι μόνο μία απλή αναφορά στους πυλώνες της υπάρχουσας κοινωνικής οργάνωσης αλλά ένα εγχειρίδιο στρατηγικής. Για το περιεχόμενο του δεν χρειάζεται να γραφούν περισσότερα. Ο Ντεμπόρ μέσα από τις 221 θέσεις της Κοινωνίας του Θεάματος, προσδιορίζει το πεδίο της μάχης και την τακτική που πρέπει να ακολουθήσουν οι αρνητές της τάξης. Αυτοί που δεν χρειάζονται αναλύσεις, αλλά γράφουν την ιστορία στους δρόμους, κάθε φορά που διαταρράσεται η τάξη αυτού του κόσμου.

«Η Κοινωνία του Θεάματος» κυκλοφορεί ξανά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη.