ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Γιάννης Γορανίτης είναι ο συγγραφέας που σας κρυφακούει στο τρένο

Και κάνει τις ιστορίες σας διηγήματα, όπως το «24» που εκδόθηκε από τον Πατάκη. Γι' αυτά μιλά στον Σταύρο Διοσκουρίδη όπως και για την τεράστια επίδραση της τεχνολογικής προόδου στο τρόπο που σκεφτόμαστε, γράφουμε και διαβάζουμε.
Πορτρέτο: Ανδρέας Σιμόπουλος/ FOSPHOTOS

Ο Γιάννης Γορανίτης καταπιάνεται πάντα (κατά κύριο λόγο στο Inside Story) με αξιοζήλευτα θέματα. Ως προς το τι αφορούν και όσον αφορά την προσέγγισή που κάνει. Η τεχνολογική πρόοδος και πως αυτή εμφανίζεται στην καθημερινότητά μας είναι μια από τις κύριες ασχολίες του. Προσωπικά τα περισσότερα τα φθονώ, με την καλή έννοια. Ο ίδιος φθόνος που υπάρχει επίσης όταν ένας δημοσιογράφος, ειδικά στις ψηφιακές μέρες μας, εκδίδεται σε χαρτί. Όχι δημοσιογραφικά αλλά λογοτεχνικά. Όπως η συλλογή διηγημάτων 24, που εκδόθηκε από τον Πατάκη, όπου στις σελίδες της θα βρείτε 24 διηγήματα που εκτυλίσσονται στις 24 στάσεις του Ηλεκτρικού στην Αθήνα. 

Πρώτα είχες την ιδέα με τις 24 στάσεις ή σου έρχονταν ιστορίες και δεν ήξερες πως να τις δέσεις; Ξεκίνησα από αυτό. Δηλαδή ότι είσαι σε ένα περιβάλλον, παρατηρείς κόσμο, ακούς ιστορίες και δεν έχουν και πολύ ντροπή να τις πουν. Για κάποιον λόγο δηλαδή στα μέσα μεταφοράς ο κόσμος εκδηλώνεται λίγο πιο άνετα, απ’ ότι αν είσαι σε άλλη συνθήκη.

Γιατί πιστεύεις ότι γίνεται αυτό; Ίσως επειδή θεωρούν ότι είμαι ένας από τους πολλούς εκεί μέσα. Στην πράξη δεν ισχύει αυτό. Όταν ήμουν ναύτης και πηγαινοερχόμουν με το τρένο μέχρι τον Πειραιά και έφτανα από εκεί Σαλαμίνα, παρόλο που ήμουν κουρασμένος και άυπνος από βάρδια, άκουσα ένα ζευγάρι που είχε ξεκινήσει να λογομαχεί από τον Πειραιά. Τους ακολούθησα και παρότι ήταν τόσο ενδιαφέρουσα η ιστορία τους, αυτά που λέγανε και εκτίθεντο τόσο πολύ που μου είχε κάνει εντύπωση. Λέω δεν γίνεται και τους ακολούθησα. Έχασα την στάση μου και συνέχισα με κουτσομπολίστικη διάθεση τότε, όχι λογοτεχνική αλλά τους ακολούθησα και άκουγα την ιστορία. Κάποια στιγμή κατέβηκαν και κατέβηκα κι εγώ. Στον γυρισμό πήρα το τραίνο σε αντίθετη κατεύθυνση για να ξαναπάω Μοναστηράκι, άκουσα έναν τύπο που είχε βγάλει το κινητό και έλεγε κι αυτός κάτι προσωπικό. Δεν είχαν σημασία τόσο οι ιστορίες, όσο το γεγονός. Έτσι γεννήθηκε η αρχική ιδέα.

Είναι και λίγο ηδονοβλεπτικό. Τώρα σου έχει κολλήσει και κοιτάς τους άλλους και ακούς τις ιστορίες τους; Όχι, αλλά έχω εντυπωσιαστεί γιατί όλοι μου ζητάνε να κάνω κι ένα με το Mετρό.

Υπάρχει κάτι το ταξικό όταν αναφέρεσαι σε ανθρώπους στην Ελλάδα που χρησιμοποιούν αρκετά τα Μέσα;  Όχι. Έχει μια συνθήκη το βιβλίο. Ήταν τότε ας πούμε που είχαν αρκετές μέρες απεργία τα βενζινάδικα και εκείνες τις μέρες ήταν πολύς κόσμος που έμπαινε στα ΜΜΜ, που κανονικά δεν θα έμπαινε. Έχω προσθέσει και ένα άλλο κλου ότι είχαν απεργία και τα ταξί, επομένως έχουν προστεθεί στους κανονικούς επιβάτες και κάποιοι που δεν θα το έπαιρναν  υπό κανονικές συνθήκες. Γι’ αυτό δεν είναι καθαρά ταξικό το μείγμα. Είναι λίγο περίεργο. Έχω, ας πούμε, μια γιατρό, δικηγόρο, στέλεχος της Τρόικα. Είναι δηλαδή, άνθρωποι που δεν θα έπαιρναν τραίνο αν υπήρχαν άλλα μέσα μεταφοράς και γι΄αυτό, κατά την γνώμη μου, το μείγμα γίνεται λίγο πιο ιντριγκαδόρικο. Δηλαδή, όλο το βιβλίο, ανεξάρτητα αν πέτυχε ή όχι, η επιθυμία μου ήταν α μην δείξω μια άλλη όψη της πραγματικότητας, ούτε να την εξωραΐσω, ούτε να την τραγικοποιήσω. Να είναι αυτό που είναι.

Εσύ πιστεύεις ότι, αυτό με την άλλη όψη της πραγματικότητας, έχεις τα κριτήρια για να πεις ότι «εγώ μπορώ να σας δείξω ότι αυτή είναι η όψη της πραγματικότητας;» Η πραγματικότητα είναι αυτό που προσλαμβάνουμε εμείς. Δηλαδή, ένας άνθρωπος που θα βρισκόταν την ίδια μέρα στον ίδιο συρμό, πιθανότατα να εστίαζε αλλού ή να κοιτούσε άλλα πράγματα, αλλά αυτό είναι η πραγματικότητα. Αντίστοιχα, αν την μεταφέρουμε σε λογοτεχνικό ή οποιοδήποτε άλλο καλλιτεχνικό πλαίσιο, αυτό θεωρώ ότι θα είναι. Δηλαδή, κι εσύ όταν βλέπεις μια ταινία, πέρα από τον βασικό κορμό και την βασική πλοκή, θα προσλάβεις διαφορετικά πράγματα. Αυτό θεωρώ ότι είναι και η καθημερινή ζωή και γι’ αυτό βάζω στο μυαλό μου ότι δεν είναι τόσο πολύ μια πεζογραφική άσκηση. Αυτό είναι μια ματιά στην πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα της πεζογραφίας.

Υπάρχει και η περιέργεια του δημοσιογράφου. Προσπάθησα λίγο να το αποφύγω. Δεν ξέρω αν τελικά το κατάφερα. Η περιέργεια νομίζω είναι έμφυτη σε όλους. Οι δημοσιογράφοι, απλώς, έχουν μάθει να την κάνουν και λίγο δουλειά και μέσο επιβίωσης.

Κάπως μου φαινόταν εμένα ότι πρώτα τα έκανες εικόνα ορισμένα πράγματα και προσπαθούσες να ντύσεις αυτήν την εικόνα με λέξεις. Δεν το ξεκίνησα με αυτή την πρόθεση αλλά ναι σε κάποια πιθανώς να εξελίχθηκε έτσι. Δεν το θεωρώ καλό ή κακό. Έτσι εξελίχθηκε και δεν ήθελα να το καταπιέσω. Η λογική του διηγήματος, όπως καλλιεργηθεί γενικά τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, μου φαινόταν περιοριστική. Δηλαδή, να πρέπει να έχω ένα διήγημα που να έχει αρχή, μέση και τέλος, μια έκπληξη ή έναν γκραν φινάλε. Μοιραία στο τέλος δεν μπορούσα να το αποφύγω απλώς θεώρησα ότι είναι προτιμότερο να πάρω μια συνθήκη που θα είναι κάπως εγκλωβισμένοι χαρακτήρες και παρόλα αυτά να τους δίνεις ένα περιθώριο γιατί και αυτός έχει και αναμνήσεις, δεν σκέφτεται μόνο τι γίνεται μέσα σε ένα τραίνο. Δεν γίνεται. Ούτε όλες οι ιστορίες που διαδραματίζονται μέσα σε ένα τραίνο έχουν τόσο ενδιαφέρον που να αποτελέσουν υλικό για βιβλίο.

«Επειδή γράφω από μικρός δημοσιογραφικά κείμενα, από τα 18, έχω δει χιλιάδες φορές το όνομά μου γραμμένο και δημοσιευμένο, καμία φορά δε συγκρίνεται με τη χαρά που βλέπεις σ’ ένα διήγημα, ούτε καν το πρώτο βιβλίο. Δηλαδή το πρώτο δημοσιευμένο σε συλλογικό τόμο- ίσως η χαρά να είναι φτωχή και σαν λέξη- δε συγκρίνεται, είναι μία ικανοποίηση σαν αυτό που λένε ότι όταν γεννιέται το πρώτο σου παιδί. »

Τώρα που τυπώθηκες και υπάρχεις σε χαρτί, οπότε μπορεί να υπάρχεις και στη βιβλιοθήκη κάποιου. Αυτός είναι κι ένας λόγος για τον οποίο πολλοί δημοσιογράφοι θέλουν να γράψουν κάτι για να μπουν κάπου, να ικανοποιήσουν μία ματαιοδοξία; Ε, αυτό να το πούμε σε 10 χρόνια. Η δημοσιογραφία πάντα ήταν για μένα ένα distraction. Πάντα προσπαθούσα, απλά για λόγους βιοπορισμού δε μπορούσα να το αφήσω και να αφιερωθώ σε κάτι άλλο. Ήθελα να γίνω συγγραφέας. Κάποια στιγμή το εγκατέλειψα, σταμάτησα να γράφω, για μία γεμάτη δεκαετία γιατί θεωρούσα ότι πρέπει να αφιερωθώ σ’ αυτό γιατί κακά τα ψέματα, για να γράψεις πρέπει να αφιερωθείς. Έβλεπα ότι δε μπορούσα να τα κουμαντάρω και τα δύο, το έριξα σχεδόν ολοκληρωτικά στη δουλειά, αφήνοντας οτιδήποτε είχε να κάνει με το λογοτεχνικό γράψιμο. Κάποια στιγμή βρήκα τον χρόνο, δυστυχώς τώρα δεν τον έχω πάλι, προσπαθώ να τα στριμώξω.

Είναι διαφορετική η αίσθηση του να βάζεις τελεία σε ένα διήγημα απ’ το να βάζεις τελεία σ’ ένα ρεπορτάζ; Καμία σύγκριση. Επειδή γράφω από μικρός δημοσιογραφικά κείμενα, από τα 18, έχω δει χιλιάδες φορές το όνομά μου γραμμένο και δημοσιευμένο, καμία φορά δε συγκρίνεται με τη χαρά που βλέπεις σ’ ένα διήγημα, ούτε καν το πρώτο βιβλίο. Δηλαδή το πρώτο δημοσιευμένο σε συλλογικό τόμο- ίσως η χαρά να είναι φτωχή και σαν λέξη- δε συγκρίνεται, είναι μία ικανοποίηση σαν αυτό που λένε ότι όταν γεννιέται το πρώτο σου παιδί. Είναι τόσο δυνατό. Όλα αυτά ίσως ακούγονται εγωκεντρικά αλλά νομίζω πως σε όλες τις συνθήκες δημιουργίας ό,τι κι αν είναι αυτό, είτε γυρίσεις ένα βίντεο, είτε γράψεις ένα τραγούδι, η ικανοποίηση που αντλείς αξίζει τον κόπο ακόμη κι αν το μοιραστείς με κανέναν.

Μιας που ασχολείσαι αρκετά και με το κομμάτι της τεχνολογίας, και της επικοινωνίας, πώς αυτή εξελίσσεται με τα νέα δίκτυα που υπάρχουν, θεωρείς ότι ο γραπτός λόγος που είναι πιο συνήθης κι από τον προφορικό πια, ενδέχεται να επηρεάσει μακροπρόθεσμα τη λογοτεχνική παραγωγή; Επηρεάζει ήδη νομίζω.

Θα σκεφτόσουν δηλαδή να γράψεις πιο μοντέρνα. Ίσως και με αρκτικόλεξα μέσα; Όχι, εγώ την αποτύπωση απλώς της πραγματικότητας προσπάθησα να την περάσω και στυλιστικά όσο γίνεται. Αλλά δε μπορείς να αγνοήσεις τη χρονολογία. Δηλαδή δε μπορείς να γράψεις για κάτι που συμβαίνει σήμερα χωρίς οι άνθρωποι να έχουν κινητό. Είναι αστείο να υποκριθείς ότι αυτό όλο δε συμβαίνει. Δεν είναι ρομαντικό, δεν είναι σύμφωνο με τις όποιες ηθικές αξίες πρεσβεύει ο καθένας, αλλά έτσι είναι, δε μπορείς να το αγνοήσεις. Η ζωή μας είναι πλέον έτσι.

Στη φόρμα πιστεύεις ότι μπορεί να επηρεάσει; Δηλαδή έχει πολλούς διαλόγους μέσα, είναι σαν ένα τσατ στην ουσία. Στη φόρμα πιστεύω ότι μπορεί να επηρεάσει, αλλά η λογοτεχνία πιστεύω ότι θα είναι ένα βήμα πιο πέρα από την τρέχουσα επικοινωνία. Κι όπως είπες σήμερα ο κόσμος γράφει πιο πολύ από ποτέ. Το σκεφτόμουν δηλαδή τη δεκαετία του ’80 του ’90 και οι άνθρωποι δε γράφανε. Το πολύ να πηγαίναν να γράψουν μία αίτηση σε μία δημόσια υπηρεσία. Η επαφή τους δηλαδή με το γραπτό λόγο ήταν σχεδόν μηδενική. Πλέον όλοι γράφουν και γράφουν, π.χ. για να εκφράσουν μια άποψη, γράφουν για να αποτυπώσουν ένα συναίσθημα. Παλιά θα μιλούσες προφορικά.

Στον λογοτεχνικό λόγο πάντως έχεις κάτι που να συγκλονίζει, δεν μπορείς να πεις ότι συγκρίνεται με το να γράψεις μία αίτηση. Πιστεύεις όμως ότι επειδή ο γραπτός λόγος όλο και περισσότερο μπαίνει στη ζωή μας, μπορεί να ευτελιστεί αυτό το είδος, δηλαδή ο τρόπος που γράφουμε και στη λογοτεχνία; Όχι, θεωρώ ότι ο γραπτός λόγος εξελίσσεται και καλώς εξελίσσεται έτσι. Τώρα ναι, πιθανώς δε θα είναι εξίσου ωραιοποιημένη η γλώσσα που θα χρησιμοποιείται σε δέκα χρόνια από τώρα. 

«Έχω ταξιδέψει αρκετά και εντός και εκτός Ευρώπης αλλά νομίζω ότι οι εικόνες που σου δίνει η Αθήνα είναι αναμφίβολα περισσότερες. Και στο βιβλίο μου είπαν ότι η πόλη είναι αυτή που κλέβει την παράσταση και πρωταγωνιστεί. »

Γράφουμε περισσότερο, διαβάζουμε περισσότερο, αλλά μπορεί πλέον να μη συγκεντρωθούμε τόσο πολύ ώστε να διαβάσουμε ένα βιβλίο. Σε τρομάζει καθόλου αυτό; Με τρομάζει λίγο από την άποψη ότι ο κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος, δηλαδή έχοντας τόσο μεγάλο όγκο κειμένου να περνάει καθημερινά μπροστά από τα μάτια τους στις οθόνες, μπορείς να πεις ότι δύσκολα κάνει κάποιο το switch off για να πιάσει ένα βιβλίο και να κάτσει δύο ώρες να ασχοληθεί με αυτό. Το βλέπω κι από μένα που παρ’ ότι θεωρώ ότι διαβάζω πολύ ο ίδιος, το distraction της ειδοποίησης από το κινητό θα το κοιτάξω. Εντάξει, είναι κι αυτό όμως μέρος της ζωής. Αυτό ενδεχομένως να επηρεάσει τη μορφή των κειμένων, δηλαδή κάποτε ας πούμε τα περισσότερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, γράφτηκαν στη λογική των τριών πράξεων, πήγαζε από το θέατρο. Γιατί οι τρεις πράξεις είχαν καθαρά λειτουργικό λόγο που υπήρχαν. Για να βγαίνει ο κόσμος και να πάει τουαλέτα, να πιει νερό και να επιστρέψει. Η λογοτεχνία λοιπόν δομήθηκε πάνω στη λογική των τριών πράξεων. Σκέφτομαι ότι αν υπάρξει κάποια δομική αλλαγή σε αυτό θα είναι αυτή. Να επηρεαστεί πολύ δηλαδή από το γεγονός ότι τα κεφάλαια μπορεί να είναι μικρότερα. Και ίσως ένα στοιχείο που άθελά μου έβαλα σε αυτό, ήταν οι διάλογοι αυτοί των επιβατών που στοιχίζονται δεξιά.

Πάντως νομίζω πως το βιβλίο απ’ όλες τις μορφές τέχνης, είναι αυτή που έχει επηρεαστεί λιγότερο δεδομένης της ανάπτυξης της τεχνολογίας. Σε οικουμενικό επίπεδο επηρεάστηκε αρκετά από το Amazon, και είχε αυτό μία παράπλευρη συνέπεια, καθώς προωθήθηκε πολύ η αυτοέκδοση, κάτι που δεν υπήρχε μέχρι τώρα, δηλαδή ο καθένας μπορεί από εκεί που ως τώρα δεν είχε αυτή την επιλογή, να στείλει ένα pdf στο Amazon και να κυκλοφορήσει το βιβλίο του παγκοσμίως. Αυτό επηρεάζει την ίδια τη λογοτεχνία, γιατί π.χ. όταν πήγαν κι έγιναν οι Αποχρώσεις του Γκρι, μια τρομερή επιτυχία, ή μετά ακολούθησε το Twilight, ακολούθησε ένας καταιγισμός ίδιων βιβλίων που υπό άλλες συνθήκες δε θα κυκλοφορούσαν. Το Amazon λοιπόν έδωσε ένα βήμα σε όλους αυτούς της αυτοέκδοσης, κάποιοι σίγουρα έκλεισαν και συμβόλαια και προχώρησαν και στο έντυπο στάδιο με εκδοτικούς οίκους, αλλά θέλω να πω ότι στην ιστορία της λογοτεχνίας ήταν η πρώτη φορά που τόσοι πολλοί κατόρθωσαν να εξαπλωθούν σ’ ένα τόσο μεγάλο κοινό.

Ναι γιατί κι εσύ απ’ εδώ απ’ την Ελλάδα πχ μπορείς να παραγγείλεις ένα βιβλίο. Αυτό όμως μεγαλώνει την αγορά, δηλαδή από την Ελλάδα δε θα μπορούσες να αγοράσεις ποτέ ένα βιβλίο που βγάζει ένας από το Περού. Κατακερματίζεται, όμως παράλληλα. Σίγουρα εγώ το θεωρώ καλό, είμαι υπέρ κάθε θετικής τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά για τη λογοτεχνία ενδεχομένως να μην είναι τόσο θετική μακροπρόθεσμα. Μένει να αποδειχθεί.

Επηρεάζει και λίγο το μυαλό μας πλέον, πηγαίνει προς μία κατάσταση στην οποία γινόμαστε καταναλωτές πληροφορίας και όχι συναισθημάτων και εικόνων τόσο; Δηλαδή θέλουμε πολύ να μαθαίνουμε ό,τι γίνεται σ’ ό,τι μας αρέσει και δε μας ενδιαφέρει να μπούμε βαθιά σε κάτι. Είναι πιθανό απλώς αυτό θα οδηγήσει και τη νέα μορφή αφήγησης. Όπως και στην τηλεόραση, δηλαδή το νέο format των σειρών άλλαξε λίγο και τη λογική της αφήγησης και το βλέπουμε να περνάει και στην κινηματογραφική αφήγηση. Δηλαδή, η λογική αυτή των επεισοδίων του Netflix που ξαφνικά έκανε ένα streaming σειράς όλα σε ένα, αυτό σίγουρα αρχίζει να επηρεάζει και τον κινηματογράφο. Σταδιακά, πιστεύω θα επηρεάσει και άλλες μορφές τέχνης ο τρόπος διάθεσης. Μπορεί να μην είναι ορατός άμεσα γιατί η λογοτεχνία είναι λίγο πιο ξεκομμένη από τις τεχνολογικές εξελίξεις αλλά αναμφίβολα θα επηρεαστεί κυρίως από τον τρόπο κατανάλωσης του περιεχομένου.

Η συλλογή διηγημάτων κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Εσύ που τα καταλαβαίνεις όλα αυτά, εξαιτίας της έρευνας που έχεις κάνει στον τομέα της τεχνολογίας σε επηρεάζει στον τρόπο που γράφεις; Δεν ήθελα το βιβλίο να έχει καλλιτεχνίζουσα αύρα δηλαδή μπερές, φουλάρι και τέτοια. Εγώ ήθελα να είναι μια όσο πιο ειλικρινής γίνεται αποτύπωση της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα δε σημαίνει ότι είναι reality, είναι ένα άλλο πρίσμα που βλέπουμε τα πράγματα. Όσον αφορά το πόσο επηρεάζομαι από αυτά, σίγουρα επηρεάζομαι απλά σε καθαρά format μορφολογικό επίπεδο το μόνο που μπορώ να βρω είναι ο κοφτός λόγος, που όμως τον θεωρώ ότι πλέον είναι κάτι που έρχεται μοιραία και όχι μόνο τεχνολογίας αλλά και λόγω του τρόπου που διαβάζουμε.

Η Αθήνα είναι λογοτεχνική πόλη; Βαθιά λογοτεχνική ναι. Πάρα πολύ, έχω ταξιδέψει αρκετά και εντός και εκτός Ευρώπης αλλά νομίζω ότι οι εικόνες που σου δίνει η Αθήνα είναι αναμφίβολα περισσότερες. Και στο βιβλίο μου είπαν ότι η πόλη είναι αυτή που κλέβει την παράσταση και πρωταγωνιστεί. Για εμένα έμπνευση είναι η σύγχρονη πόλη, ο σύγχρονος τρόπος ζωής, οι νευρώσεις. Ο βασικός άξονας του βιβλίου είναι αυτά που μας αφήνει η σύγχρονη ζωή. Είτε είναι θετικά είτε αρνητικά. Στην πλειοψηφία τους είναι αρνητικά, είναι άγχη, φοβίες, ανασφάλειες, πράγματα που τα ζούμε καθημερινά και τα βιώνουμε και στη δημόσια σφαίρα που εν προκειμένω είναι το τρένο είτε τα δηλώνουμε ανοιχτά είτε προσπαθούμε να τα κρύψουμε.

Oι πόλεις έχουν αναδειχθεί πολύ από τα social media. Τις είδαμε σαν αξιοθέατο. Επειδή οι πόλεις όπως και οι άνθρωποι τους ανανεώνονται, οι σημερινοί 20αρηδες το 2045 δε θα βλέπουν την πόλη με το ίδιο μάτι και οι επίγονοι θα το βλέπουν διαφορετικά. Σίγουρα και τα social media και τα media, αυτός ο τρόπος το εκτεθειμένο επηρεάζουν την καθημερινότητα μας και αν το γυρίσουμε πάλι στη λογοτεχνία είναι κάτι που δε μπορείς να αγνοήσεις.

Λογοτεχνικά αυτό είχε προβλεφθεί; Η λογοτεχνία του φανταστικού επειδή είχε αναπτυχθεί πολύ κατά τη δεκαετία του ’50 και του ’60 κοιτούσε πολύ στο διάστημα επομένως η εξέλιξη του πλανήτη μας δεν ήταν στο επίκεντρο, και όταν μπήκε γινόταν πιο πολύ έτσι με καταστροφολογική προσέγγιση. Πάντως σε πολλά σημεία κάτι έπιασε η λογοτεχνία του φανταστικού.

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.