ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Έρση Σωτηροπούλου: «Ο ερωτισμός κινητοποιεί όλο τον μηχανισμό της γραφής μου»

Η Ελληνίδα συγγραφέας συναντά τον νεαρό Κωνσταντίνο Καβάφη στο τελευταίο της μυθιστόρημα και αναρωτιέται τι είναι αυτό που μας «μιλάει» στην τέχνη. Συνέντευξη στη Λίνα Ρόκου.
Φωτογραφίες: Κατερίνα Σαμαρτζή / FOSPHOTOS
«Στην τέχνη πρέπει να είσαι ανοιχτός για να σου μιλήσει»

«Στην τέχνη πρέπει να είσαι ανοιχτός για να σου μιλήσει»

Στην Έρση Σωτηροπούλου δεν αρέσει που μένει στο Χαλάνδρι και αναπολεί τις ημέρες που κατοικούσε στην Πλάκα, στην οδό Απόλλωνος. Αγαπά το κέντρο «Το κέντρο είναι η πόλη» και θυμάται γελώντας όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 μετακόμισε από το σπίτι που μένει τώρα προς το κέντρο «έφυγα τελευταία από το διαμέρισμα μαζί με τα ζώα, γάτες, σκύλο, καναρίνια, παπαγαλάκια, μια προσφυγιά». Περιγράφει τη σκηνή γλαφυρά και με χιουμοριστική διάθεση και της λέω ότι μου θυμίζει τη μορφή της Μητέρας από το Η οικογένεια μου κι άλλα ζώα του Τζέραλντ Ντάρελ, μιας Μητέρας που τα έβγαζε πέρα με παιδιά, ζώα και πολλές απίθανες, αντισυμβατικές καταστάσεις. Ενθουσιάζεται «Θα το ξαναδιάβαζα με μεγάλη ευχαρίστηση. Τι γυναίκα ήταν αυτή!»

Μεγαλώσατε στην Πάτρα. Είχατε μια ανήσυχη, επαναστατική στάση από μικρή ηλικία. Αυτό ήταν κάτι αναμενόμενο όπως σε κάθε έφηβο ή ήταν μια πιο συνειδητή στάση; Δεν ήταν συνυφασμένη η στάση μου αποκλειστικά με την ηλικία μου, ήταν μια προσωπική παράφορη εξέγερση ενάντια στη συγκεκριμένη εποχή και στη συγκεκριμένη πόλη. Είχαμε δικτατορία, υπήρχε απίστευτη καταπίεση στο σχολείο και κατά συνέπεια στο σπίτι, και μολονότι οι γονείς μου ήταν αρκετά φιλελεύθεροι σοκάρονταν από τις αντιδράσεις μου. Ήμουν εναντίον όλων, δεν έβλεπα την ώρα να φύγω και γι’ αυτό το έσκασα πολλές φορές αν και αναγκαζόμουν να επιστρέψω. Με το ζόρι τελείωσα το σχολείο.

Όταν το σκάγατε που πηγαίνατε; Στην Αθήνα, πού αλλού; Θυμάμαι μια φορά ο πατέρας μου, μαζί με έναν αστυνομικό, με είχε κατεβάσει από το λεωφορείο ενώ ξεκινούσε. Έβρισκα καταφύγιο σε φίλους, μεγαλύτερους. Μου άρεσε πάντα να κάνω παρέα με μεγαλύτερους από τα 13-14 μου χρόνια, από τότε δηλαδή που απέκτησα μια προσωπική φωνή, μια ταυτότητα.

Πώς διαμορφώθηκε αυτή η ταυτότητα; Νομίζω σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο διάβασμα. Ήμουν σε σύγκρουση με το περιβάλλον μου κι από ένα σημείο και μετά η σύγκρουση αυτή ήταν απόλυτα συνειδητή. Μέσα από το διάβασμα και χάρη σ’ αυτό μπήκα σε έναν κόσμο φωτεινό σε αντιδιαστολή με την γκρίζα, πνιγηρή ατμόσφαιρα της Πάτρας, τον καθωπρεπισμό και την υποκριτική επίφαση. Ταυτίστηκα με αυτά που διάβαζα. Ταυτίστηκα με τους ποιητές που μιλούσαν για έναν κόσμο ελευθερίας. Θυμάμαι ότι είχε έρθει μια οδηγία στο Αρσάκειο, από όπου στη συνέχεια με έδιωξαν, σύμφωνα με την οποία το στρίφωμα της ποδιάς έπρεπε να είναι πέντε πόντους κάτω από το γόνατο. Την ξήλωσα εντελώς και κυκλοφορούσα με μια ποδιά μέχρι τον αστράγαλο. Διάφορα που έκανα εκείνη την εποχή και θεωρούνταν σκανδαλώδη αν τα έκανε ένα παιδί σήμερα δεν θα είχαν τον ίδιο αντίκτυπο.

Μιλάμε πάντα για μια άλλη εποχή. Τότε ήταν αδιανόητο το ότι μιλούσα μέσα στην τάξη για ελεύθερο σεξ. Με είχαν απομονώσει, όχι μόνο οι καθηγητές αλλά και τ’ άλλα παιδιά. Στο τέλος κατέληξα να έχω μόνο μια μοναδική φίλη, σχεδόν κανείς δεν μου μιλούσε. Το ευχάριστο είναι ότι όταν μετά από χρόνια συνάντησα παλιές συμμαθήτριες μου φάνηκαν καλύτερες, πιο ξύπνιες, λιγότερο ψεύτικες. Και πιο όμορφες.

Στην εποχή μου ήταν αδιανόητο το ότι μιλούσα μέσα στην τάξη για ελεύθερο σεξ

Στην εποχή μου ήταν αδιανόητο το ότι μιλούσα μέσα στην τάξη για ελεύθερο σεξ

Υπήρχε έστω ένας καθηγητής που ξεχώριζε; Ο Σωκράτης Σκαρτσής, καθηγητής τότε σε σχολείο αρρένων και ποιητής. Μου έδωσε πολλά να διαβάσω όπως τον c.c.cummings. Ήταν μια επανάσταση ο cummings στη ζωή μου. Ο Σκαρτσής είχε συγκεντρώσει γύρω του έναν πυρήνα μαθητών που τους καλλιεργούσε την αγάπη για την ποίηση. Αλλά στα σχολεία απ’ όπου πέρασα εγώ οι καθηγητές ήταν δεσμοφύλακες.

Μετά το σχολείο τι; Έφυγα για Γαλλία, όπως ήταν το όνειρό μου. Θυμάμαι τον απόηχο του Μάη του ’68, πόσο ασφυκτιούσα φυλακισμένη στην Πάτρα ενώ στο Παρίσι γινόταν χαμός, στήνονταν οδοφράγματα – εκείνες τις μαγικές μέρες όπου τέχνη και στάση ζωής έμοιαζαν να συγχέονται. Έφυγα για Παρίσι αλλά ερωτεύθηκα στα σύνορα με την Ιταλία και βρέθηκα στην Φλωρεντία όπου γεννήθηκε ο γιος μου. Ήταν η τελευταία χρονιά της δικτατορίας. Στην Ιταλία συνέβαιναν πολλά, ανθούσε ένας φεμινισμός που διέφερε από τον γαλλικό και τον αμερικάνικο, ήταν πιο κοντά στην ψυχανάλυση και επίσης πιο πολιτικοποιημένος με έντονη ταξική συνείδηση. Υπήρχαν γκρουπ αυτογνωσίας. Συνέβαιναν επίσης εξαιρετικά πράγματα στην underground τέχνη. Όχι ότι με συγκινούν μονάχα οι πειραματισμοί. Πρόσφατα ξαναδιάβασα την Άννα Καρένινα και συγκλονίστηκα άλλη μια φορά. Στην τέχνη πρέπει να είσαι ανοιχτός για να σου «μιλήσει».

Εσάς τι σας «μιλάει» στην τέχνη; Πώς απαντάει κανείς σε αυτή την ερώτηση; Νομίζω ότι με ενδιαφέρει ένα έργο που κατά κάποιο τρόπο με κρατάει σε εγρήγορση, που όχι μόνο μου θέτει ερωτήματα αλλά και κάπως με «ξύνει». Δεν σημαίνει να ενοχλεί, αλλά να οξύνει την αντίληψη. Αξίζει το έργο τέχνης που προκαλεί τις αισθήσεις, που προκαλεί το βλέμμα. Δεν εννοώ την πρόκληση ως προβοκάτσια.

Τα πρώτα δικά σας γραψίματα πότε ήρθαν; Εκεί γύρω στα οκτώ. Δεν κολλάω στις αναμνήσεις, δεν με ενδιαφέρει καθόλου το δικό μου παρελθόν, αλλά είναι αλήθεια ότι θυμάμαι πολύ ζωντανά την πρώτη φορά που έγραψα, αν και βέβαια μπορεί να την έχω μεταλλάξει τόσες φορές που την έχω αναπαραστήσει στο μυαλό μου. Θυμάμαι το πάτωμα, τη στάση μου μπρούμυτα ενώ έγραφα. Ήταν στην Αθήνα, σε ένα διαμέρισμα στην 3η Σεπτεμβρίου, στο σπίτι της θείας μου που αγαπούσα πολύ και την είχα επισκεφτεί για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Άρχισα να γράφω σε ένα λερωμένο χαρτί περιτυλίγματος. Νομίζω υπήρχε μια αμφίθυμη τάση, από την μια βαριόμουν και ήθελα να απομονωθώ από τους μεγάλους, από την άλλη προσπαθούσα να τραβήξω την προσοχή τους. Τώρα που χρειάστηκα μια τεράστια βιβλιογραφία ενώ έγραφα το τελευταίο μου μυθιστόρημα Τι μένει από τη νύχτα, πολλά από τα βιβλία που χρησιμοποίησα τα μετέφερα σε εκείνο το διαμέρισμα.

Στο τελευταίο σας βιβλίο καταπιάνεστε με τον Καβάφη. Γιατί; Πρώτη φορά έγραψα για κάποιον που υπήρξε και μάλιστα είναι τόσο γνωστός. Κι όμως δεν με ενδιαφέρει καθόλου το ιστορικό μυθιστόρημα. Ήταν μια ιδέα που μου είχε γεννηθεί το 1984 όταν είχα διοργανώσει μια έκθεση για τον Καβάφη στην Ρώμη. Είχα πρόσβαση σε όλο το αρχείο, το είχα μελετήσει και είχα διαπιστώσει πως για το συγκεκριμένο του ταξίδι στο Παρίσι, τον Μάιο-Ιούνιο του 1897, εκτός από κάτι memorabilia, δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ούτε ο ίδιος είχε αναφερθεί ποτέ σε αυτό. Πρόκειται για μια φοβερή, λαμπερή εποχή για το Παρίσι που ήταν τότε η πρωτεύουσα της πρωτοπορίας σε όλες τις τέχνες. Μου έκανε λοιπόν εντύπωση πώς ο Καβάφης δεν επανήλθε σ’ αυτή την εμπειρία, πώς δεν υπήρχε κάποια αναφορά σε σημειώσεις του. Μετά από αυτό το ταξίδι, επισκέφτηκε την Ελλάδα για πρώτη φορά, αλλά ποτέ δεν ταξίδεψε πάλι σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Επίσης με ενδιέφερε ο Καβάφης ως νέος. Έχουμε την εικόνα ενός ποιητή γερασμένου και κατασταλαγμένου. Ο Καβάφης νέος είχε γράψει μάλλον αδέξια ποιήματα. Με ενδιέφερε το πέρασμα από τον νέο ποιητή στον ώριμο, το πώς ο Καβάφης έγινε Καβάφης, μέσα από ποιες, επώδυνες πολλές φορές, διαδικασίες.

Ένα άλμα στην τέχνη είναι εφικτό μόνο όταν υπάρχει προσπάθεια από πίσω, όχι μόνο τη δική σου αλλά και πολλών άλλων.

Ένα άλμα στην τέχνη είναι εφικτό μόνο όταν υπάρχει προσπάθεια από πίσω, όχι μόνο τη δική σου αλλά και πολλών άλλων.

Αυτή η αγωνία του να ξεπεράσει τις ατέλειες του στη γραφή και να φτάσει σε μια λιτότητα και συμπύκνωση έχει υπάρξει και δική σας αγωνία; Ναι και σε έντονο βαθμό. Ένα άλμα στην τέχνη είναι εφικτό μόνο όταν υπάρχει προσπάθεια από πίσω, όχι μόνο τη δική σου αλλά και πολλών άλλων. Σε εμάς φαίνεται σαν άλμα π.χ. το «Γυμνό Δείπνο» του Μπάροουζ αλλά αυτό είναι στην ουσία ένα γέννημα μιας ολόκληρης εποχής. Άρα αντίστοιχα κι εγώ διαφορετικές συμβάσεις προσπάθησα να ξεπεράσω. Όπως και να ‘χει σε κάθε βιβλίο μου βρίσκομαι πολύ συχνά σε ρήξη με τον εαυτό μου.

Ο κάθε μεγάλος καλλιτέχνης όπως ο Καβάφης είναι προϊόν της εποχής του; Εγώ κι εσύ είμαστε προϊόντα της εποχής μας. Ο Καβάφης ξεπέρασε τη δική του γι’ αυτό μας μιλάει ακόμη και σήμερα. Ο Καβάφης διαπερνάει τον χρόνο, κάνει την υπέρβαση αλλά αυτό δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Το ποίημα «Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς· και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις» τον απασχόλησε περίπου 15 χρόνια μέχρι να πάρει την τελική του μορφή. Είχε λυσσαλέα επιμονή και υπομονή και μια φιλοδοξία που ήταν τρομακτικά δύσκολο να ικανοποιηθεί.

Ήταν υπαρξιακή αυτή του η αγωνία; Δεν ξέρω κατά πόσο ήταν υπαρξιακή ή όχι. Προσπάθησα να δώσω και την καθημερινή του πλευρά και γι’ αυτό αναφέρομαι στον αδερφό του που επίσης έγραφε ποίηση και είχε δημοσιεύσει ποιήματα στα αγγλικά. Επίσης με ενδιέφερε πολύ το πώς ο ερωτισμός κινητοποιεί όλο τον μηχανισμό της γραφής.

Στον Καβάφη ισχύει αυτό ή και γενικότερα; Σε εμένα σίγουρα αλλά δεν είναι ο κανόνας. Μέχρι τότε ο Καβάφης, στα ποιήματά του που ήταν πιο λυρικά και λιγότερα άρτια ως προς την τεχνική, δεν είχε φτάσει ακόμη στο σημείο να γράψει για την επιθυμία του για άλλους άντρες με τρόπο μη απολογητικό. Αυτό αργότερα το κατάφερε, ήλθε μετά από μια πορεία. Η πορεία της φόρμας και η πορεία του περιεχομένου είναι αλληλένδετες, το πιστεύω ακράδαντα. Για μένα μορφή και περιεχόμενα είναι αδιαχώριστα.

Εσείς γυρνάτε ποτέ σε δικά σας βιβλία κι αν ναι πώς τα βλέπετε πια; Νομίζω πως το καθένα είναι άρτιο για την εποχή του και για τις δικές μου δυνατότητες. Δεν έχει νόημα να το ξαναπιάσω.    


ti-menei-apo-ti-nuxta
 Το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου Τι μένει από τη νύχτα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.