Tα ελληνικά ομόλογα δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) αν προηγουμένως δεν ληφθούν αποφάσεις από ESM, ΔΝΤ για το xρέος.

Αυτό δήλωσε το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Μπενουά Κερέ, σε συνέντευξή του στο Reuters. Ο ίδιος αναγνώρισε ότι η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει πρόοδο στις μεταρρυθμίσεις, όμως πρέπει να ξεκαθαρίσει αρκετά ακόμα εμπόδια προτού η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξετάσει τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της.

Όπως αναφέρει, οι αξιωματούχοι της Eυρωζώνης πρέπει να συμφωνήσουν σε συγκεκριμένα μέτρα για τη μείωση του ύψους του ελληνικού χρέους και το ΔΣ του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πρέπει επίσης να αποφασίσει αν θα συμμετέχει στο υφιστάμενο πρόγραμμα.

Συνεπώς όπως εκτίμησε ο ίδιος, ένα τέτοιο χρονοδιάγραμμα υποδηλώνει πως η συμμετοχή της Ελλάδος στο πρόγραμμα μπορεί χρονικά να απέχει ακόμη μήνες. Συμπληρώνοντας ότι η συμμετοχή της χώρας στο πρόγραμμα αποτελεί συμβολική αλλά πολυπόθητη κίνηση που θα μπορούσε να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και να επιταχύνει την ανάκαμψη της χώρας μόλις δυο χρόνια αφότου έφτασε κοντά στην έξοδο από την ευρωζώνη.

Αναφορικά με την επικείμενη συνεδρίαση του Εurogroup επεσήμανε ότι «η Δευτέρα θα είναι η ημέρα για πολιτικές αποφάσεις» και συμπλήρωσε ότι «αυτό που θα θέλαμε να δούμε ως ΕΚΤ είναι μια ξεκάθαρη περιγραφή των μέτρων για το χρέος και πόσο θα συμβάλουν στη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Χρειαζόμαστε έναν επαρκή βαθμό εξειδίκευσης».

Σχετικά με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, ξεκαθάρισε ότι «δεν χρειαζόμαστε επισήμως το ΔΝΤ, όμως θα μας ανακούφιζε ξεκάθαρα αν το ΔΝΤ συμμετείχε με όρους της αξιοπιστίας των μέτρων για το χρέος».

Στην ίδια συνέντευξη ο Κερέ τόνισε ότι η ΕΚΤ δεν πρέπει να περιμένει πάρα πολύ για να μειώσει τη νομισματική στήριξή της, εφόσον έχει πεισθεί ότι ο πληθωρισμός αυξάνεται, ενώ θα μπορούσε θεωρητικά να αυξήσει τα επιτόκια νωρίτερα.

Με τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη να έχει αυξηθεί τώρα κοντά στο 2% και τον ρυθμό ανάπτυξής της να είναι ο υψηλότερος εδώ και χρόνια, η ΕΚΤ υφίσταται πιέσεις από τη Γερμανία να αρχίσει τη μείωση του προγράμματος αγοράς ομολόγων, ύψους 2,3 τρισ. ευρώ, και να αρχίσει να αυξάνει το βασικό επιτόκιό της.

Ο Κερέ δήλωσε ότι η Τράπεζα πρέπει να είναι έτοιμη να αλλάξει τη στάση της μόλις το επιτρέψουν οι οικονομικές συνθήκες, διαφορετικά θα διακινδυνεύσει μεγαλύτερες επιπτώσεις όταν θα αποφασίσει να το κάνει.

«Οι πολύ σταδιακές κινήσεις στη νομισματική πολιτική ενέχουν τον κίνδυνο μεγαλύτερων προσαρμογών της αγοράς, όταν ληφθεί τελικά η απόφαση» εξήγησε, προσθέτοντας ότι η ΕΚΤ δεν πρέπει να δίνει πολύ μεγάλο βάρος σε πολιτικά γεγονότα, όπως οι εκλογές, όταν αποφασίζει για τις πολιτικές της, μία πιθανή αναφορά στις εκλογές που θα γίνουν στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο και στην Ιταλία τον Μάιο του 2018.

Αν και υπερασπίσθηκε την πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ και τη μελλοντική κατεύθυνση της, άφησε ανοικτή την πόρτα, τουλάχιστον θεωρητικά, στην αύξηση του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων της Τράπεζας ακόμη και πριν από το τέλος του προγράμματος αγοράς ομολόγων, αντίθετα με τη διακηρυγμένη πολιτική της.

Οι δηλώσεις του είναι σε διαφορετικό μήκος κύματος από τις απόψεις που εξέφρασαν ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Βίτορ Κονστάντσιο και ο επικεφαλής οικονομολόγος της Πέτερ Πράετ, δύο στενοί συνεργάτες του Ντράγκι, οι οποίοι έχουν ταχθεί υπέρ της αργής ομαλοποίησης της πολιτικής.

Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ανήλθε στο 1,9% τον Απρίλιο, εναρμονισμένος με τον στόχο της ΕΚΤ (λίγο κάτω από το 2%), αλλά αναμένεται να μειωθεί τους επόμενους μήνες, καθώς θα υποχωρεί η επίπτωση από την αύξηση των τιμών ενέργειας.

Το ΔΣ της ΕΚΤ αναμένεται να συνεδριάσει στις 8 Ιουνίου στο Ταλίν, χωρίς να αναμένεται κάποια σημαντική μεταβολή στην πολιτική της, εκτός από μία ελαφριά αλλαγή στην επικοινωνιακή διατύπωσή της που θα αντανακλά τη βελτίωση των οικονομικών προοπτικών της Ευρωζώνης.

Ο Κερέ τόνισε ότι η ΕΚΤ πρέπει να πεισθεί ότι η αύξηση του πληθωρισμού θα έχει διάρκεια και ότι θα διατηρηθεί και μετά την απόσυρση της νομισματικής στήριξης. Πρόσθεσε, όμως, ότι η μελλοντική πολιτική της τράπεζας – η οποία τώρα προβλέπει αγορές ομολόγων έως το τέλος του έτους και επιτόκια στα σημερινά ή χαμηλότερα επίπεδα έως αρκετά μετά από αυτό το χρονικό σημείο – δεν είναι «γραμμένη σε πέτρα».

«Ειδικότερα, πρόκειται για το κόστος και τα οφέλη από το πολύ χαμηλό και αρνητικό επιτόκιο καταθέσεων που έχουμε σήμερα».

Μέχρι τώρα, είπε ο Κερέ, τα οφέλη είναι μεγαλύτερα από τα μειονεκτήματα, αλλά πρόσθεσε ότι, γενικά, το επιτόκιο θα μπορούσε να αυξηθεί, εάν άρχιζε να περιορίζει τον τραπεζικό δανεισμό.