ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Η απορρόφηση του Pitchfork από το GQ επιβεβαιώνει ότι το κεφάλαιο είναι πάνω από τον πολιτισμό

Η Άννα Γουίντουρ, διευθύντρια περιεχομένου της παγκόσμιας εταιρείας μέσων μαζικής ενημέρωσης Condé Nast αλλά και διευθύντρια σύνταξης της Vogue, ανακοίνωσε ότι το μουσικό περιοδικό Pitchfork δεν θα είναι πια αυτό που γνωρίζουμε και αγαπήσαμε. 

«Σήμερα εξελίσσουμε τη δομή της ομάδας μας στο Pitchfork φέρνοντας την ομάδα στον οργανισμό GQ. Η απόφαση ελήφθη μετά από προσεκτική αξιολόγηση της απόδοσης του Pitchfork. Αυτό πιστεύουμε ότι αποτελεί το καλύτερο για το brand για να προχωρήσει μπροστά, ώστε να συνεχίσουμε να καλύπτουμε τη μουσική μέσα στην εταιρεία», είπε ανάμεσα σε άλλα. Και με ελαφριά καρδιά πρόσθεσε (είναι η Άννα Γουίντουρ άλλωστε) ότι αναγκαστικά με τα νέα δεδομένα, ορισμένοι από τους συναδέλφους στο Pitchfork θα αποχωρήσουν σήμερα. 

Δηλαδή, με πιο ειλικρινή λόγια, θα υπάρξουν μαζικές απολύσεις. Φημολογείται ότι ήδη η αρχισυντάκτρια του Pitchfork έχει απομακρυνθεί από τη θέση της, αλλά και άλλοι αρθρογράφοι επιβεβαίωσαν την απόλυσή τους.

Το Pitchfork ξεκίνησε ως ανεξάρτητο μουσικό blog από τον συγγραφέα και θαυμαστή της indie μουσικής Ryan Schreiber το 1996, ενώ εργαζόταν σε ένα δισκάδικο στα προάστια της Μινεάπολης. Ο ιστότοπος κέρδισε τη φήμη για την εκτεταμένη κάλυψη της εναλλακτικής και ανεξάρτητης μουσικής. 

Μετά από λίγο καιρό μετέφερε τα γραφεία του στο Σικάγο και το 2011 στο Μπρούκλιν. Ο όμιλος Condé Nast απέκτησε την εταιρεία το 2015 η οποία μεταφέρθηκε στο One World Trade Center μαζί με τις άλλες εκδόσεις, ενώ ο Schreiber και ο πρόεδρος Chris Kaskie παρέμειναν στις θέσεις τους μέχρι το 2019 και το 2017, αντίστοιχα. Όταν μπήκε στον όμιλο Condé Nast και για να μπορέσει να ακολουθήσει την εμπορική γραμμή που του δόθηκε, επεκτάθηκε για να καλύψει άλλα είδη μουσικής, όπως το χιπ-χοπ και η ποπ.

Ο ιστότοπος έγινε περισσότερο γνωστός για τις καθημερινές μουσικοκριτικές του σε νέες κυκλοφορίες, επανεκδόσεις και box set ενώ από το 2016 και κάθε Κυριακή άρχισε να δημοσιεύει αναδρομικές κριτικές κλασικών και άλλων άλμπουμ που δεν είχε εξετάσει στο παρελθόν. Οι λίστες με τα “καλύτερα” της εβδομάδας, του μήνα, του χρόνου κτλ., ήταν κάτι σαν τη Βίβλο των μουσικοφανάτικς και είχε τη δύναμη να επηρεάζει τις μουσικές τάσεις, ακόμα και όταν έχασε τον ανεξάρτητο, αρχικό, χαρακτήρα του. 

Και τώρα, γυρίζει σε σελίδα σε ένα μέλλον που μοιάζει δυσοίωνο για να απορροφηθεί από έναν ανδρικό τίτλο και να το τρέχουν άνθρωποι που κατά πάσα πιθανότητα ελάχιστα γνωρίζουν από τη μουσική βιομηχανία αλλά προφανώς γνωρίζουν τι σημαίνει “δημιουργώ τη γραμμή των trends” παίρνοντας οδηγίες από αυτούς που πληρώνουν. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που ένα μέσο επιτυχημένο πέφτει στα λάθος χέρια διαχείρισης, τα οποία βάζουν το κεφάλαιο πάνω από το περιεχόμενο. Και φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε ένα μουσικό περιοδικό ή site να αλλάζει μορφή, να χαντακώνεται ή να κλείνει. Έχει συμβεί και στα δικά μας χωράφια. 

Για παράδειγμα, όλο αυτό, μου θύμισε μια δική μου εμπειρία που είχα στα ‘00s όταν εργαζόμουν στον ΔΟΛ (Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη). Ήμουν μέλος της ομάδας του BHMAgazino, του BHMAdonna και του FREE (Πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε). Εκείνη την περίοδο το FREE ήταν στις μεγάλες δόξες του. Καλώς, κακώς, κάφρικο, ξεκάφρικο, είχε μια ομάδα που είχε πιάσει τον παλμό της φάσης και το έντυπο ξεπουλούσε. 

Μέχρι που οι από πάνω σκέφτηκαν να το δώσουν στη διευθύντρια των τότε γυναικείων περιοδικών του οργανισμού, η οποία στα δημοσιογραφικά πηγαδάκια είχε -γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο το παράδειγμά μου- τη φήμη που έχει και η Άννα Γουίντουρ στο δικό της level. 

Εκείνη λοιπόν, για να αποδείξει ότι υπό τη δική της διεύθυνση θα έφερνε περισσότερο χρήμα στον ΔΟΛ το FREE ανέθεσε τη θέση του αρχηγού του σε έναν άνθρωπο που προερχόταν από την ΙΜΑΚΟ, την περίοδο που είχε αρχίζει να ανθίζει η τάση “χίπστερς” στην Ελλάδα. Εκείνος ξήλωσε σχεδόν ολόκληρη την παλιά ομάδα και έφερε τη δική του. Που δεν ήταν κακή ομάδα, αντιθέτως, οι περισσότεροι από αυτούς έχουν κάνει τη δική τους, πολύ καλή πορεία, στον χώρο από τότε. Αλλά δεν ήταν FREE. Ήταν κάτι άλλο. Έχασε τον χαρακτήρα του, με αποτέλεσμα μετά από 2-3 χρόνια να κλείσει. Θα μου πεις, χρειαζόμασταν ακόμα το FREE; Όχι, θα σου πω αλλά το θέμα δεν είναι αυτό, το θέμα είναι πως μπήκε μπροστά το κεφάλαιο και η μεγαλομανία και έμεινε πίσω η δημιουργικότητα και η πιο “ανεξάρτητη” μορφή του. 

Αλλά πέρα από τους τίτλους περιοδικών που έχουν γράψει ιστορία και χάνουν το ύφος τους γενικότερα, ειδικά ο τομέας της μουσικής δημοσιογραφίας αποτελεί εδώ και χρόνια μια ανοιχτή πληγή. Ξένοι τίτλοι έχουν έρθει στην Ελλάδα και έχουν κλείσει γιατί υπάρχουν από πάνω κεφάλια που θέλουν χρήμα και όχι άποψη. Να γράφεις δηλαδή στο ελληνικό Billboard μόνο για καλλιτέχνες που υπάρχουν στα charts και να προσέχεις μονίμως να μην εκθέσεις κάποιον που μπορεί να σου δώσει μία πρόσκληση, μια χορηγία ή μια διαφήμιση. 

Και αυτό είναι το πρόβλημα που πάντα υπήρχε στη μουσική βιομηχανία απλώς πλέον έχει φάει πολλά κεφάλια. Γιατί και ο κόσμος δεν πιστεύει πια, όταν από πίσω κρύβεται ένας κολοσσός ή ένα μεγάλο brand name, ότι δεν είναι όλα μεθοδευμένα από τις δισκογραφικές ή από τις εταιρείες διοργάνωσης συναυλιών και τις μουσικές σκηνές. Ένα τρανό παράδειγμα είναι το βρετανικό NME που έχει κατηγορηθεί πολλάκις από μουσικούς και κοινό ότι προωθεί ονόματα που υποδεικνύουν οι δισκογραφικές (οι οποίες όχι μόνο τα “ακουμπάνε” με διαφήμιση αλλά υπόσχονται και αποκλειστικές συνεντεύξεις με ονόματα που πουλάνε). Κάποτε το NME ήταν πραγματικά ανεξάρτητο και έτσι αγαπήθηκε και έχτισε τη φήμη του. 

Τα μικρότερα sites που καταφέρνουν και αντέχουν ακόμα, μιλώντας έξω από τα δόντια, είναι λίγα και αξιέπαινα. Η καραμέλα που πιπιλάνε εκείνοι που έχουν το κεφάλαιο (και δεν θέλουν να το επενδύσουν σε μουσικά περιοδικά ή sites) είναι ότι η μουσική δεν πουλάει πια. Οκέι, ναι, δεν πουλάει όσο κάποτε, δεν κάνει τα ίδια “clicks” όσο ένα θέμα για το μαλλιοτράβηγμα της Καινούργιου με τη Σκορδά ή για το αν πέτυχε η μπαλοτίνα στο Master Chef αλλά αυτό έχει σημασία ή το γεγονός ότι για λίγο χρήμα παραπάνω, για ακόμη μία φορά ο πολιτισμός μένει στην άκρη;  

Ξεκίνησα να γράφω το 1993 στο μουσικό περιοδικό ΠΟΠ ΚΟΡΝ, όλα τα χρόνια που ακολούθησαν, η βάση μου ήταν η μουσική και φτάνοντας πλέον στο σήμερα, με λυπεί που ο χρόνος που καταναλώνω στη δουλειά μου για να γράψω για μουσική είναι το 10% μόνο, επειδή δεν μπορώ να ζήσω μόνο από αυτό που έμαθα να κάνω. 

Στον αντίποδα λοιπόν της τάσης “η μουσική δεν πουλάει”, εγώ θα πω ότι πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα θέλουν να μιλήσουν για τη μουσική, να μοιραστούν τις απόψεις τους και εκείνοι που θα θέλουν να τους διαβάσουν και να στοχαστούν μέσα από τα κείμενά τους. Μπορεί να είναι λιγότεροι από τους λάτρεις της κιτρινίλας ή των νέων trends στα εστιατόρια αλλά όσο τους θάβουμε πιο βαθιά στην αφάνεια, όλο και πιο γρήγορα θα επικρατήσει το σκοτάδι στο κομμάτι του πολιτισμού.

Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά

Share
Published by
Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά