ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Για τα κορίτσια που πήδηξαν στο κενό

Δυο κοριτσάκια έπεσαν απ’ την ταράτσα πιασμένα χέρι-χέρι. Στα 17 τους. Στην ηλικία που ολόκληρος ο κόσμος ξημερώνει – κι είναι δικός σου. Που τους «γ@μάς τα Λύκεια» και χάνεσαι στα απέραντα χωράφια με τα ηλιοτρόπια της νιότης. Που σαν κοντοστέκεσαι και ρίχνεις βλέμμα πίσω, βγάζεις τη γλώσσα στους μεγάλους, γελάς και σκορπούν τα σκοτάδια. Να μη βγάζουμε συμπεράσματα, να ψάξουμε την αιτία – λένε. Όχι. Γύρνα στον καθρέφτη και κοιτάξου. Όταν δύο 17χρονα πέφτουν από την ταράτσα, εκεί θα δεις την αιτία.

ΕΜΕΙΣ τη φτιάξαμε αυτή την κοινωνία που έσπρωξε δυο κορίτσια στο κενό. Κάποιοι την έχτισαν απόλυτα συνειδητά και μεθοδικά, «κοιτώντας τη δουλειά» και την πάρτη τους. Οι υπόλοιποι αποτύχαμε –παταγωδώς– να την αλλάξουμε.

Και τώρα φίδι μαύρο αυτή, ζέχνει και ξερνά δηλητήριο. «Πάρτε τη», είπαμε στα εφηβάκια, κι απομακρύναμε γρήγορα γρήγορα τα χέρια μας μην τυχόν και λερωθούμε από το ίδιο μας το δημιούργημα. «Πάρτε τη, κι αν δεν σας αρέσει, αν τυχόν δεν τα καταφέρετε, εσείς θα φταίτε». Κι έτρεξαν αυτά τρομαγμένα στο παιδικό τους δωμάτιο, έκλεισαν πίσω τους την πόρτα και χώθηκαν κάτω απ’ τα σκεπάσματα να μη βλέπουν το τέρας, μέχρι τουλάχιστον να βρουν έναν τρόπο να το αντιμετωπίζουν. Έβαλαν δυνατά σαν ξόρκι τη μουσική που δεν αρέσει στους μεγάλους, έφτιαξαν απ’ το τηλέφωνο ιστορίες με την κολλητή, ερωτεύτηκαν τόσο «για πάντα» εκείνο το αγόρι.

Ολημερίς άνθιζαν με το γέλιο τους τα χωράφια της νιότης, ολονυχτίς τα πότιζαν με το κλάμα τους. Με μίσχο ακόμα αδύναμο, προσπαθούσαν να αντισταθούν στον άνεμο και τον κατακλυσμό. Τους ζήταγαν όμως ν’ αντέξουν σαν να ήταν πλατάνια αιωνόβια, όχι αγριολούλουδα που μόλις είχαν σκάσει. Μυλόπετρες οι πανελλαδικές εξετάσεις. Έχουν συντρίψει πολλά παιδιά. Έχουν «λοβοτομήσει» ακόμα περισσότερα – αυτός είναι ο σκοπός εξάλλου, η μαζική παραγωγή εξαρτημάτων για τη μηχανή. Για δεκαετίες, το ίδιο σύστημα αναπαράγει και τροφοδοτεί την παραπαιδεία σε μια χώρα που ποτέ δεν επένδυσε ουσιαστικά στη δημόσια εκπαίδευση. Ακόμα χειρότερα, σήμερα η χώρα επιδιώκει να το αντικαταστήσει, όχι με ένα μοντέλο που θα συμμορφώνεται επιτέλους με τις βασικές αρχές της παιδαγωγικής επιστήμης, αλλά με την ιδιωτική εκπαίδευση, δηλαδή με ένα σύστημα ακραία ταξικό.

Έρχονταν και σε παλαιότερες εποχές παιδιά αντιμέτωπα με την ίδια απόγνωση και απελπισία με αιτία τις πανελλαδικές εξετάσεις; Αναμφίβολα. Υπήρχαν ανέκαθεν οικογένειες που πίεζαν αφόρητα τα παιδιά τους ή αδυνατούσαν να κατανοήσουν όσα εκείνα βίωναν; Βεβαίως (όπως βεβαίως μπορεί να μην είναι καθόλου έτσι οι γονείς των συγκεκριμένων κοριτσιών).

Μόνο που σήμερα αυτό το ήδη εκτρωματικό σύστημα έρχεται να κουμπώσει πάνω σε μια κοινωνία βαθιά τραυματισμένη. Μια κοινωνία που, από τα χρόνια της κρίσης και μετά, βυθίζεται ολοένα περισσότερο σε πολιτισμική και ηθική αποσύνθεση. Τι πρόλαβαν να δουν αυτά τα δύο κορίτσια μέχρι τα 17 τους χρόνια; Ενηλίκους να εξαντλούνται σε δύο και τρεις δουλειές μόνο και μόνο για να επιβιώσουν, ακόμη κι αν είναι υπερπλήρεις προσόντων. Ανθρώπους να ασθμαίνουν για να τα καταφέρουν μία ακόμα μέρα. Ανθρώπους που δεν προλαβαίνουν να ζήσουν, πόσο μάλλον να καθίσουν με τα παιδιά τους, να τα ακούσουν, να γελάσουν μαζί τους, να τα αγκαλιάσουν, να γίνουν εκείνο το κάστρο τ’ άπαρτο που χρειάζεται κάθε παιδί όταν εμφανίζονται οι «κακοί λύκοι» της ζωής.

Τι άλλο είδαν; Ανθρώπους να λυγίζουν ψυχικά και να μην έχουν από πού να πιαστούν – ή μάλλον ακριβώς επειδή δεν έχουν από πού να πιαστούν. Γιατί την τελευταία δεκαετία η Ελλάδα μετατράπηκε ολοένα και περισσότερο σε μια ακραία ατομικιστική κοινωνία. Αν αυτή η χώρα άντεχε μέχρι πρόσφατα, ήταν χάρη σε ένα άτυπο δίχτυ προστασίας: την οικογένεια, τις φιλίες, τις γειτονιές, τους συλλογικούς χώρους, τους δεσμούς που οι άνθρωποί της επέμεναν να σφυρηλατούν μεταξύ τους.

Μετά την κρίση, αυτό το δίχτυ αποσυντίθεται ραγδαία. Μαζί του, διαλύονται στο όνομα του δημοσιονομικού κόστους και οι ελάχιστες κοινωνικές δομές που υπήρχαν, την ίδια στιγμή που δημόσιο χρήμα ταΐζεται με προκλητική ευκολία σε σκάνδαλα, υπερκοστολογημένες συμβάσεις και μηχανισμούς εξουσίας. «Αν είχε διαγνωστεί έγκαιρα η κατάθλιψη, ίσως να είχε προληφθεί το κακό», λένε κάποιοι. Δεν γνωρίζουμε αν υπήρχε τέτοιο ζήτημα. Αν υπήρχε όμως, τότε αξίζει να αναρωτηθούμε: πού είναι οι δημόσιες δομές που θα το εντόπιζαν και θα το προλάμβαναν; Και κυρίως: γιατί οι ψυχικές νόσοι θερίζουν υπερπολλαπλάσια από την εποχή της κρίσης και μετά;

Οι άνθρωποι δεν νοσούν ψυχικά μέσα σε κοινωνικό και πολιτικό κενό. Οι κοινωνίες που τους αφήνουν χωρίς βασικές υποδομές, χωρίς χρόνο και χώρο για το «μαζί» – αυτές τους γεννούν απελπισία. Και οι ακραίες συνθήκες, όταν παρατείνονται, σπρώχνουν κάποιους στο χείλος της αβύσσου. Πώς τα παιδιά να μην ατενίζουν με φόβο, αν όχι με τρόμο, ακόμη και την προοπτική της επιτυχίας σε ένα πανεπιστήμιο που ως ελεύθερος χώρος αντιμετωπίζεται συχνά ως απειλή και όπου η παρουσία των ΜΑΤ θεωρείται πια κανονικότητα;

Πώς να μην ατενίζουν με φόβο, αν όχι με τρόμο, μια κοινωνία που τα αναθρέφει σαν άλογα κούρσας μέσα σε έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό και ύστερα τα διαπομπεύει ως «χαμένη γενιά» αν δεν αντέξουν, αν δεν τα καταφέρουν; Πώς να μη φοβούνται ένα παρόν στη χώρα όπου η εχθρότητα απέναντι στην αλληλεγγύη, το συλλογικό και τους τόπους που το γεννούν, παρουσιάζεται ως φυσική τάξη των πραγμάτων; Μια χώρα όπου η αγάπη σε όλες τις κοινωνικές της εκφάνσεις περιγελάται σαν αδυναμία και συχνά πυροβολείται στα τρία μέτρα;

Δυο 17χρονα κορίτσια πιάστηκαν χέρι-χέρι για να νικήσουν τον φόβο προτού τα σπρώξει αυτή η κοινωνία στο κενό.

Μόνο και μόνο γι’ αυτά τα κορίτσια, πρέπει να φτύσουμε όλοι τους εαυτούς μας στον καθρέφτη. Για την Ελλάδα που τους παραδώσαμε. Για την Ελλάδα που αφήσαμε να καταντήσει έτσι. Για την Ελλάδα που δεν καταφέραμε να αλλάξουμε.

Συγγνώμη, κορίτσια. Συγγνώμη.

Δέσποινα Παπαγεωργίου

Share
Published by
Δέσποινα Παπαγεωργίου