ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Δεν μπορώ άλλο να ζω σε μια χώρα που σκοτώνει

«Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες,
γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια.
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο Στόχος
το νου σου ε;»
-Κατερίνα Γώγου

Έχεις κοιτάξει ποτέ ψηλά στον ουρανό εκείνες τις φορές που πυκνώνει από αμέτρητα χελιδόνια που όλα μαζί, συντονισμένα, πετούν για να φτάσουν στον προορισμό τους; Κάπως έτσι, οργανωμένα, έρρεαν τα πλήθη χτες από κάθε στενό της Αθήνας προς το ετήσιο ραντεβού. Γιατί έφτασαν πάλι «οι μέρες του Αλέξη». 

«Πυροβόλησαν κάποιον στα Εξάρχεια». Το αίμα είχε παγώσει. Αυτό ήταν το πρώτο tweet που κανείς δεν ήξερε τότε τι προμήνυε για τη χώρα για κάθε Δεκέμβρη κι έπειτα.

Μια ημέρα πριν την 6η του Δεκέμβρη που όλοι ξέρουμε τι συνέβη 14 Δεκέμβρηδες πριν, χέρι αστυνομικού πυροβόλησε στο κεφάλι έναν άλλο 16χρονο. Τον Κώστα Φραγκούλη.

Αυτήν τη Δευτέρα ξυπνήσαμε μετρώντας άλλη μια κρατική απόπειρα δολοφονίας -αν όχι δολοφονία, γιατί μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές αρνούνται να εκδώσουν ιατρικό ανακοινωθέν. Γιατί άραγε; Για την ακρίβεια, μιλάμε για απόπειρα δολοφονίας ενός ανήλικου, ενός παιδιού, ενός εφήβου, ενός 16χρονου. Που ήταν και άοπλος. Όχι, ο αστυνομικός δεν τον πυροβόλησε γιατί δεν πλήρωσε τα 20 ευρώ. Τον πυροβόλησε γιατί ήταν Ρομά.

Ας θυμηθούμε το περιστατικό στο Βόλο πριν από λίγες εβδομάδες που μια λευκή, ελληνική οικογένεια δεν πλήρωσε βενζίνη αξίας -και πάλι- 20 ευρώ και όλα έληξαν ομαλά, όπως και θα έπρεπε. Ποια η διαφορά μεταξύ των δύο περιστατικών; 

Ο ρατσισμός που ζέχνει για μια κοινωνική ομάδα που της έχουμε κρεμάσει τόσες ταμπέλες «του περιθωρίου», βαφτίζοντας τους Ρομά ληστές κι εγκληματίες -θαρρείς κατ’ αποκλειστικότητα- λες κι είναι μοναδικοί, λες κι οι Έλληνες δεν ληστεύουν, δεν βιάζουν, δεν σκοτώνουν.

Το βράδυ λοιπόν της Δευτέρας λιγότερα από 200 άτομα μαζεύτηκαν στο Σύνταγμα σε μια διαμαρτυρια για το αυτονόητο. Το δικαίωμα στη ζωή. Με πρωτοστάτες την οικογένεια του Νίκου Σαμπάνη, ο κόσμος φώναζε «Δεν ήταν η βενζίνη, δεν ήταν τα λεφτά, οι μπάτσοι πυροβόλησαν γιατί ήταν Ρομά». Γιατί όταν στοχεύεις στο κεφάλι, στοχεύεις για να σκοτώσεις. Αλλιώς, η σφαίρα θα ήταν στα πόδια ή στα χέρια. Η στόχευση στο κεφάλι σημαίνει ότι η ζωή αυτού του ανθρώπου δεν είναι άξια να βιωθεί για το ελληνικό κράτος, για την «Γ’ Ελληνική Δημοκρατία» που όλα δείχνουν πως έχει μείνει παγιδευμένη στα μετεμφυλιακά της συμπλέγματα και ασκεί μια βιοπολιτική που ορίζει το αξιοβίωτο της ζωής μόνο για τους λευκούς, ετεροκανονικούς Έλληνες, της μεσαίας και ανώτερης τάξης και τους άριστους.

Περνώντας μέσα από την στολισμένη με χριστουγεννιάτικα πλατεία Συντάγματος και την πάντα πολυσύχναστη Ερμού, αυτή η μικρή πορεία έδειξε την τεράστια αντίθεση ανάμεσα στο πνεύμα του καταναλωτισμού και τον γιορτινό στολισμό που σαν άλλα όπια του λαού σε κάνουν με μεγάλη επιτυχία να ξεχνάς την βιαιότητα της ύπαρξης σε μια χώρα που μαστίζεται από πολλαπλές κρίσεις (που δεν νοιάζεται καταφανώς ούτε για την ενεργειακή κρίση, στολίζοντας χωρίς ντροπή κάθε τετραγωνικό της κεντρικότερης πλατείας). Ενώ δεν προλαβαίνουμε να μετρήσουμε και να θρηνήσουμε τις κρατικές δολοφονίες (αυτές που ξέρουμε, αλλά κι αυτές για τις οποίες δεν μαθαίνουμε που λαμβάνουν χώρα στα σύνορα-φρούριο της χώρας). 

Όλα μπορούν να τα φωτίσουν τα λαμπιόνια, εκτός από το σκοτάδι στις ψυχές. Φωτίστηκε όμως υπέρλαμπρη η οργή του κόσμου, κι ας ήταν λιγοστός, απέναντι στα όσα γίνονται καθημερινά, υπογραμμίζοντας πως ο ρατσισμός δεν είναι μόνο του συστήματος, αλλά και του κινήματος. Αλλιώς, θα είχε διεξαχθεί μια γιγαντιαία πορεία και(!) για τον Κώστα Φουντούλη. Όπως έγινε, γίνεται και θα γίνεται πάντα για τον Αλέξη. 

Σαν να μην έφτανε η εγκληματική δράση της ΕΛ.ΑΣ, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αποφάσισε να προβεί στην πλέον χρυσαυγίτικη πρακτική, βραβεύοντας το κάθε βίαιο χέρι του κράτους με 600 ευρώ εφάπαξ, την ίδια μέρα του πυροβολισμού κατά του 16χρονου και να κλείσει το μάτι σε όλη την άκρα δεξιά,  λέγοντας ένα κραυγαλέο μπράβο στις δολοφονικές τακτικές της ελληνικής αστυνομίας που κάνει άριστα τη δουλειά της και σκοτώνει τον Άλλο -αυτόν και αυτήν που η εθνοπατριαρχία έχει καταστήσει ως Άλλους, διαφορετικούς, ξένους και επικίνδυνους για την κοινωνία. Ξεχνώντας επιδεικτικά ότι είναι η ίδια που τους/τις εξαναγκάζει στο περιθώριο. Η εξουσία που πρώτα δημιουργεί τη φτώχεια και μετά την τιμωρία αυτής όμως, δεν απολογείται ποτέ.

Το σύνθημα «Η Ελλάδα να πεθάνει, να ζήσουμε εμείς», όπως βροντοφώναζαν πάνω από 10.000 άνθρωποι το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου, μπορεί να ακούγεται βίαιο εκ πρώτης, αυτό που θέλει να πει όμως είναι πως το Έθνος κι ο Εθνικισμός, ο συστημικός ρατσισμός, ο μισογυνισμός, η τρανσφοβία, η ομοφοβία, και η αριστεροφοβία πρέπει να πάρουν δρόμο για να μπορέσουμε να ζήσουμε ελεύθερα, όλα τα άτομα, σε μια κοινωνία που μας χωρά. Σε μια χώρα που υπάρχει «Δηκεοσηνι» για τον Κώστα Φραγκούλη, για τον Νίκο Σαμπάνη, για την 19χρονη που βιάστηκε στο ΑΤ Ομόνοιας, για τον Εμπουκά που βρέθηκε νεκρός στο ΑΤ Ομόνοιας, για τον Ζακ Κωστόπουλο, για την Ελένη Τοπαλούδη και όλα τα παιδιά που το κράτος δεν αναγνωρίζει ως «κανονικά», γιατί είναι γυναίκες, γκέι, μετανάστες, Ρομά ή απλά φτωχά.

Χτες το βράδυ, τα βήματα όλων στο κέντρο της Αθήνας ήταν βαριά. Γιατί δεν αντέχουμε άλλο ένα κράτος-φονιά. Τελείωσε η πορεία κανονικά και μείναμε τριγύρω από την πλατεία Ομονοίας βουβά. Ίσως περιμέναμε να γίνει κάτι. Ίσως ελπίζαμε να ακούσουμε ότι δεν θα σηκώσουν πιστόλι ή γκλομπ ποτέ ξανά. Ίσως απλά να είχαμε μουδιάσει από την τόση βία και να μέναμε σιωπηλά, γιατί στερέψαμε από λόγια. Μόνο κάτι τραγούδια ακουγόντουσαν που και που. 

Μέχρι που άρχισαν να σκάνε οι κρότου λάμψης ανάμεσά μας και τα πλήθη διαλύθηκαν. Ο κόσμος έτρεχε πανικόβλητος προς κάθε κατεύθυνση. Κάποιες φωνές καλούσαν σε ψυχραιμία για να μην ποδοπατηθούμε. Το ελικόπτερο από πάνω περιπολούσε προκλητικά. Είδαμε ότι μπήκαν δύο αύρες και τα ΜΑΤ, πεζά και δίκυκλα, στα στενά των Εξαρχείων και προέβησαν για άλλη μια φορά σε απάνθρωπες και ανείπωτες πράξεις αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας. Η Διεθνής Αμνηστία δεν έχει σταματήσει να δημοσιεύει εκθέσεις και εκκλήσεις για το πως καθόλου αναλογική δεν είναι η βία που ασκείται από την ελληνική αστυνομία. Για τα νέα του εξωτερικού, η αστυνομική βία εδώ αποτελεί για χρόνια old news.

Δεν μπορώ να αναπνεύσω.

Κι εγώ απορώ, πως ακόμη θεωρείς εμένα για εχθρό; Μήπως γιατί η TV δείχνει ότι ο κόσμος που κατεβαίνει στις πορείες προκαλεί τη βία, ενώ η αστυνομία αμύνεται και προστατεύει τον πολίτη; Γιατί θεωρείς ότι δεν πρέπει να μπλέκομαι με τέτοια και να κάθομαι ήσυχη στο σπιτάκι μου να κάνω τη δουλίτσα μου; 

Σε ένα δρόμο εκεί δίπλα, ένας τοίχος φωνάζει: «I’m awake in the place where women die» κι ακριβώς δίπλα το «Καμία άλλη δολοφονημένη» μου θυμίζει ότι κι εγώ -ως γυναίκα σε μια πατριαρχική κοινωνία- από τύχη ζω σε αυτήν την χώρα, στα κανάλια της οποίας καλούνται εκπρόσωποι της ΕΛΑΣ και δίνουν οδηγίες σε γυναικοκτόνους. Και θίγω την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες εδώ, γιατί δεν υπάρχει αγώνας αντιφασιστικός, αν δεν είναι πρώτα αντιπατριαρχικός. 

Αλλά δεν μπορώ να ζω άλλο σε μια χώρα που σκοτώνει. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Ασφυκτιώ και δεν ξέρω πια ποιές λέξεις να χρησιμοποιήσω που να μπορούν να μιλήσουν σε εσένα που κοιτάς από μακριά αυτές τις πορείες και απορείς. Απορείς γιατί δεν καταλαβαίνεις ότι για εμάς είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου και ελευθερίας.

Με ποιες λέξεις να σου πω ότι μας σκοτώνουν και να με ακούσεις; Γιατί πιο πολύ κι από τις σφαίρες φοβάμαι όσους λένε «καλά του έκαναν» κι όσους μένουν σιωπηλοί και άπραγοι. Γιατί όταν έρθουν να πάρουν εσένα, ποιος θα υπάρχει για να διαμαρτυρηθεί;* 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Το πανό της Ανοιχτής Ορχήστρας γράφει «Κάνουμε ησυχία όταν τα παιδιά κοιμούνται, όχι όταν τα σκοτώνουν». Εκεί θα με βρεις, μαζί με τις κιθάρες, τα κλαρινέτα και τα τύμπανα που φτιάχνουν μουσικές και όνειρα για έναν άλλο κόσμο. Εκεί, αν με βρεις, πιάσε το χέρι μου και πες μου ότι ούτε εσύ αντέχεις ένα κράτος-δολοφόνο. Εκεί, θα χωρέσουμε μαζί όλο τον πόνο και τα όνειρα θα αποκτήσουν πλέον υπόσταση υλική. Αρκεί να είμαστε όλες και όλοι μαζί, αψηφώντας τις προσταγές περί ατομικισμού κι ατομικής ευθύνης, αφού τις θετικές για την κοινωνία και τη ζωή αλλαγές τις φέρνει πάντα ο λαός. Συλλογικά. 

Πρώτα όμως πρέπει να συναντηθούμε. Εκεί, στο δρόμο, μην φοβάσαι. Στο μυαλό είναι ο στόχος, το είχε πει η Γώγου -να σπείρουν τον φόβο, να σε μουδιάσουν. Κοίτα όμως τις Ιρανές, ξεκίνησαν ήδη την Επανάσταση. Κατά του ολοκληρωτισμού, κατά του φόβου και της βίας, κατά των κρατικών δολοφονιών. Υπέρ μιας ζωής ελεύθερης, με αξιοπρέπεια. 

Ήρθε η ώρα να πούμε κι εμείς «Φτάνει πια». Θέλω αύριο να διαβάζουμε μαζί ένα άλλο ποίημα της Κατερίνας Γώγου, ενώ αγωνιζόμαστε για να πάρουν αυτές οι γραμμές σάρκα και οστά και να λέμε «Θα ‘ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράγματα».


*«Όταν οι ναζιστές ήρθαν για να πάρουν τους κομμουνιστές, σιώπησα επειδή δεν ήμουν κομμουνιστής. 

Όταν φυλάκισαν τους σοσιαλδημοκράτες, σιώπησα γιατί δεν ήμουν σοσιαλδημοκράτης. 

Όταν ήρθαν να πάρουν τους συνδικαλιστές, σιώπησα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής.

Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβαίους σιώπησα γιατί δεν ήμουν Εβραίος

Όταν ήρθαν να συλλάβουν εμένα, δεν υπήρχε πια κανείς για να διαμαρτυρηθεί».

– Martin Niemoeller (1892-1984)

Αναστασία Βαϊτσοπούλου