Categories: ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Στο Σοφό, τον κόσμο του δολοφονημένου Νίκου Σαμπάνη, κανένα φως δε φωτίζει το πένθος

Ήταν μεσημέρι Κυριακής. Η οδηγία που μας είχε δοθεί ήταν να βγούμε από την έξοδο 4 της Αττικής Οδού στον Ασπρόπυργο και να ανηφορίσουμε προς το Σοφό, τον καταυλισμό Ρομά όπου πέρασε τη σύντομη ζωή του ο εκτελεσμένος από αστυνομικούς, Νίκος Σαμπάνης. Κάπου εκεί, όμως, αχρηστεύτηκαν και τα δικά μας εργαλεία πλοήγησης, καθώς αυτό το καταστατικά και πολεοδομικά χωροταξικό πουθενά δεν εντοπίζεται στην εφαρμογή google maps. Διαφεύγει, όπως διαφεύγει συνολικά από οποιαδήποτε έννοια κοινωνικής και προνοιακής πολιτικής του ελληνικού κράτους κι αυτό μάλλον συνιστά την επιτομή του αποκλεισμού, το να μην υπάρχεις ως υποκείμενο, να γίνεσαι ορατός μόνο τη στιγμή του βίαιου αφανισμού σου. Χαθήκαμε λοιπόν με αποτέλεσμα να κάνουμε περιστροφές κανένα δίωρο γύρω από μεγάλες βιομηχανίες, έρημα δρομάκια και μικροσκοπικές κατοικίες.

Ο κύριος Γιάννης, ο πατέρας του νεκρού, προθυμοποιήθηκε να έρθει να μας πάρει. Είχε χαλάσει το λάστιχο στο δικό του όχημα, ένα μικρό αγροτικό με το οποίο βιοπορίζεται ως παλιατζής. Γι’ αυτό δανείστηκε ένα άλλο αυτοκίνητο από τον καταυλισμό και μας περίμενε. Όταν έβαλε μπροστά, παρατήρησα ότι στο πίσω μέρος, πάνω από τις πινακίδες, κάποιος είχε γράψει «ΜΑΡΙΑΣΑΓΑΠΟΠΟΛΗ». Έτσι, ενιαίο όπως ήταν έμοιαζε συγκινητικά γνήσιο και αδιάσπαστο, σα να είναι συγκολλημένη η αγάπη με το πρόσωπο της σ’ έναν υπερθετικό βαθμό για να μη μπορεί να αμφισβητηθεί. Και ξέρεις, το πιο συγκλονιστικό πράγμα με τη γραφή δεν είναι ούτε η ορθογραφία, ούτε το συντακτικό της αλλά ο κόπος που καταβάλλουν να γράψουν οι άνθρωποι που έχουν εξοστρακιστεί από τους κόλπους της. Νομίζω πως όταν η Άννα Αχμάτοβα έγραφε πως «έπεσε βαριά σαν πέτρα η λέξη» εννοούσε ακριβώς αυτό, το βάρος που φέρει ο λόγος όχι ως κανόνας αλλά ως βίωμα, ως ανάγκη να βγάλουμε από μέσα μας σπαράγματα συναισθήματος και να τα κάνουμε λέξεις για να μας κόβουν λιγότερο.

Κάναμε μια διαδρομή ανάμεσα σε μικρούς σκουπιδότοπους με ξεκοιλιασμένα έπιπλα και φτάσαμε μέσα από ένα χωματόδρομο γεμάτο λασπόνερα στο Σοφό. Ήταν η ώρα που έπεφτε ο ήλιος. Πάει και το μοναδικό φως που φώτιζε γενναιόδωρα τον καταυλισμό. Μετά σκοτάδι. Οι 400 περίπου άνθρωποι που μένουν εδώ δεν έχουν πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό. Χρησιμοποιούν γεννήτριες και μπαταρίες για να έχουν λίγο ρεύμα και κουβαλούν νερό με τα οχήματα τους από τον Ασπρόπυργο. Ο κύριος Γιάννης, πριν μπούμε στην παράγκα τους, μου εξηγεί ότι άλλες χρονιές τέτοιες μέρες θα έριχνε μερικά χριστουγεννιάτικα φωτάκια στο δέντρο απ’ έξω. Φέτος δεν το έκανε κανείς. Λόγω πένθους. Μου λέει ότι γεννήθηκε το 1973 και συνειδητοποιώ ότι είναι μόλις έξι χρόνια μεγαλύτερος από τον Αλέξανδρο αλλά φαίνεται πολύ μεγαλύτερος, όπως και η γυναίκα του η Μαρία. Το έχω δει κι άλλες φορές, σε πρόσφυγες, προσφύγισσες, επιζώντες πολέμων και βασανιστηρίων, εργάτριες σκληρής δουλειάς να γερνούν απότομα, να γίνεται η όψη τους καθρέφτης της συμπυκνωμένης κόπωσης, της κακουχίας ή του πόνου. Ποτέ η ευζωία δεν ήταν ζήτημα επιλογής. Όπως κι αν αμπαλάρεται στις διαφημίσεις και τα wellness πρωτόκολλα ήταν ανέκαθεν κυρίως θέμα προνομίου.

Ο Νίκος πάλι είχε γεννηθεί το 2003. Ήταν μόλις 18 χρονών όταν 38 σφαίρες αστυνομικών τρύπησαν το αμάξι που επέβαινε ως συνοδηγός τον περασμένο Οκτώβρη σε μια κατοικημένη ζώνη στο Πέραμα. «Για κυνήγι πηγαίνεις και 38 φυσίγγια δε ρίχνεις. Δε μπορούσαν να ρίξουν στα λάστιχα; Έστω να τον τραυμάτιζαν μόνο και να τον είχα πάλι κοντά μου; Καμιά φορά νομίζω ότι είναι ψέματα. Όταν βραδιάζει το καταλαβαίνω. Είναι η ώρα που γύριζε από τη δουλειά. Ψώνιζε τίποτα για τα παιδιά κι ερχόταν να πλυθεί. Πότε πότε πήγαινε στη γιαγιά του που είχε μαγειρέψει για να πάρει φαΐ». Οι δυο γιαγιάδες του Νίκου είναι κι αυτές μέσα στο μικρό δωμάτιο που μιλάμε γύρω από μια σόμπα. «Εγώ πάντα θα είχα κάτι να του δώσω, πάω στη λαϊκή την ώρα που τελειώνει, με ξέρουν τα κορίτσια και μου δίνουν πράγματα» λέει η μια. Δίπλα της είναι η κόρη της, η μητέρα του Νίκου, κάθεται στο πάτωμα και επαναλαμβάνει πολλές φορές τη λέξη «δικαιοσύνη, μόνο δικαιοσύνη θέλουμε» σε μια κυκλική επιτέλεση οδυρμού.

Αυτό το δωμάτιο δεν έχει τίποτα άλλο, μόνο τη σόμπα, κάτι πλαστικές καρέκλες που έφεραν για εμάς και το ζωγραφισμένο πρόσωπο του Νίκου στο κέντρο. Αυτό γεμίζει όλο το χώρο. Είναι από τη σειρά «Ματωμένα Πορτρέτα» του Δημήτρη Αστερίου που ολοένα και αυξάνονται, γιατί η βία συνεχίζει ακλόνητη το έργο της και αφήνει πίσω γονείς που θρηνούν τα παιδιά τους. «Ένα ωχ μας έμεινε και η φωτογραφία του. Και τι δεν είπε ο Κούγιας για το Νίκο μου. Πατέρας είναι κι αυτός. Πως γίνεται να μιλάει έτσι για τα ξένα παιδιά; Να δω πως θα με κοιτάξει στο δικαστήριο. Ούτε έναν δεν έβαλαν μέσα. Ούτε καν αυτόν που έριξε. Μας ρήμαξαν τη ζωή και αυτοί θα κάνουν κανονικά γιορτές. Εμείς θα κλαίμε κι αυτοί θα γιορτάζουν. Άμα σκότωνε ένας δικός μας αστυνομικό, δε θα τον έβαζαν μέσα; Θα τον έβαζαν. Αυτό λέει ο νόμος. Τον νόμο, όμως, δεν τον βάζουν φυλακή». Ακούω τη μητέρα του Νίκου και σκέφτομαι την αφοπλιστική απλότητα που περιγράφει τα συστήματα της βιοπολιτικής και των ιεραρχήσεων, τον τρόπο εντέλει που οι φορείς του νόμου μπορούν να τον παραβιάζουν χωρίς να τους αποδίδεται η ευθύνη.

Η ευθύνη αντιστρέφεται και βαραίνει πάλι το θύμα. Δεν υπάρχει αισχρότητα που να έμεινε ανείπωτη σ’ αυτή την υπόθεση και ρατσιστικό στερεότυπο που να μην αναμοχλεύτηκε για να βρει το φονικό βολική φωλιά στο σχεδόν εγγενές μίσος και την καχυποψία που θρέφει ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας για τους Ρομά. Εκεί πάτησαν οι δικαστικοί για να εκδώσουν απόφαση μη προφυλάκισης, υπακούοντας παράλληλα στις απροκάλυπτες πολιτικές παρεμβάσεις και συνεχίζοντας τη θλιβερή δικαστική παράδοση που ρίχνει στα μαλακά τους αστυνομικούς – δράστες εγκλημάτων. «Το παιδί μου ήταν εργατικό, δεν έκλεβε, καθαρό ήταν, ούτε χρώσταγε πουθενά, τίποτα δεν είχε στην πλάτη του. Δούλευε από μικρός μαζί μου, κανένα παιδί μου, ούτε εγώ είχαμε μπλεξίματα» προσπαθεί να με πείσει ο κύριος Γιάννης. Και τον πιστεύω αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζω το άδικο φορτίο της απολογίας που φόρτωσαν σ’ αυτήν την οικογένεια, να προσπαθεί να πείσει ότι το παιδί της δεν άξιζε να σκοτωθεί, ενώ θα έπρεπε να είναι αυτονόητο.

Το μεγάλο τους παράπονο είναι η μεροληπτική μεταχείριση των αστυνομικών που προϊδεάζει για ένα δύσκολο εγχείρημα δικαίωσης και ο κόσμος που επευφημούσε τις πράξεις τους. «Εγώ δεν είχα πάει την ημέρα που οι αστυνομικοί περνούσαν από ανακριτή. Ήμουν στην κηδεία. Άμα είχα πάει και τα έβλεπα αυτά, δεν ξέρω αν θα άντεχα. Έχω πολύ θυμό γι’ αυτούς που χειροκροτούσαν και φώναζαν «ήρωες». Έτσι είναι οι ήρωες;» λέει ο πατέρας του Νίκου. Και εγώ θυμόμουν εκείνες τις ζοφερές μέρες που έκανα αναρτήσεις στα social media και δεχόμουν ένα σφοδρό κύμα εξυβρίσεων και χλευαστικών σχολίων, βασισμένο στα ρατσιστικά συμφραζόμενα της «μιαρότητας» και της «εγκληματικότητας» των Ρομά. Μόνο που δε μπορώ να ανακαλέσω ούτε μισή φορά απ’ όσες βρέθηκα σε σπίτια ή σε καταυλισμούς Ρομά και να ένιωσα φόβο ή απειλή. Οι άνθρωποι, όμως, που ξεκινούν ένα πρωινό από τα σπίτια τους με σκοπό να πάνε να ζητωκραυγάσουν υπέρ των δολοφόνων μου προκαλούν όντως τρόμο. Όπως κι αυτοί που προσπερνούν ένα πεσμένο και πληγωμένο παιδικό σώμα, το οποίο χρειάζεται βοήθεια που αν την έπαιρνε θα μπορούσε να είχε σωθεί. Αντ’ αυτού πήρε μόνο μια κλωτσιά. «Είδες τι έγινε με την Όλγα; Δεν έχουν Θεό πάνω τους. Πάρτο να το σώσεις το κοριτσάκι, τι το κλωτσάς;  Τι το περάσανε; Άνθρωποι είμαστε» επιμένει ο κύριος Γιάννης. Η μικρή Όλγα που την άφησαν να ψυχορραγεί σ’ ένα εργοστάσιο στο Κερατσίνι, ο Νίκος Σαμπάνης που εκτελέστηκε για το τίποτα, η μικρή Γιαννούλα παλιότερα στην Άμφισσα που τη σκότωσε ένας κρεοπώλης – κι αυτόν τον χειροκροτούσαν έξω από τα δικαστήρια. Η πρόσφατη ιστορία των Ρομά στη χώρα μας μπορεί να διαβαστεί και ως ένα μαρτυρολόγιο του θεσμικού και καθημερινού ρατσισμού, γεμάτο με ονόματα ανθρώπων που επειδή ήταν Ρομά δεν τους αναγνωρίστηκε το δικαίωμα στη ζωή. Πρώτα απανθρωποιήθηκαν και μετά φονεύτηκαν ως λιγότερο άνθρωποι. Αποκλείστηκαν από την ιδιότητα του πολίτη και εξοντώθηκαν ως αποκλεισμένοι. Ένα μελετημένο κύκλωμα απαξίωσης που παράγει μόνο πόνο και διακρίσεις.

Δεν έκανα πολλές ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της συνάντησης μας, κυρίως άκουγα. Σ’ αυτή τη διαδικασία με οδηγούσε το σάστισμα μπροστά στην ενσαρκωμένη θλίψη των άλλων και αυτό μου φαινόταν πιο χρήσιμο στο άνοιγμα χώρου για εκείνους που έχουν περιορισμένη πρόσβαση στο δημόσιο βήμα. Απ’ όσα άκουσα, με τσάκισε περισσότερο ο τρόπος που ο Άλεξ, ο τρίχρονος γιος του Νίκου Σαμπάνη, διαισθάνεται και προσπαθεί να απαλύνει την απουσία του πατέρα του. «Ο Νίκος είχε αγοράσει ένα ποδήλατο από το παζάρι για τον μικρό, 25 ευρώ. Έσπασε το πετάλι, γκρίνιαζε το πιτσιρίκι και το πήγε στο συνεργείο να το φτιάξει. Είναι έτοιμο αλλά δεν τολμάω να το φέρω γιατί θα κλάψει πολύ. Κάθε βράδυ φωνάζει «πατέρα». Το πρωί που ξυπνάει πάει κάτω από το πορτρέτο και του μιλάει. Μερικές φορές ζητάει δύο ευρώ, του αφήνουμε σ’ ένα σημείο ψιλά. Τα μαζεύει, παίρνει ένα monster που άρεσαν πολύ στο Νίκο και τα έπινε συχνά και το αφήνει δίπλα στη φωτογραφία του» λέει ο κύριος Γιάννης.

Η οικογένεια του Νίκου Σαμπάνη είναι πάμφτωχη. Εξάλλου, για τους Ρομά, η φτώχεια είναι σχεδόν ταυτολογική. Η φυλετική διάκριση συνεπάγεται την ένδεια. Είναι δεδομένο πως η γυναίκα του θα δυσκολευτεί να μεγαλώσει τα δύο τους παιδιά και το τρίτο που έρχεται. Είναι παρηγορητικό πως βρέθηκαν αλληλέγγυοι δικηγόροι να αναλάβουν την υπόθεση τους και πως ένα κομμάτι της κοινωνίας έχει την έγνοια τους και τη διάθεση να συμπαρασταθεί. «Ας ήταν εδώ το παιδί κι ας ήμασταν εντελώς άφραγκοι» μουρμουρίζει η μητέρα του. Πριν φύγω, μου ανέφεραν πως δεν τους έχει επιστραφεί τίποτα από τα ρούχα και τα πράγματα που είχε πάνω του ο γιος τους όταν εκτελέστηκε. «Τι φοβούνται, μη μας δείξουν τη φανέλα που είναι γεμάτη τρύπες;» κατέληξε η κυρία Μαρία. Όλα της ερωτήματα εκείνη την ημέρα, κατά κάποιο τρόπο εμπεριείχαν και την απάντηση, όμως, δεν είχαν που να αποταθούν. Το κανάλι απεύθυνσης προς τους θεσμούς και την εξουσία παραμένει κλειστό.

Όταν επέστρεψα σπίτι κι έκανα την απομαγνητοφώνηση διαπίστωσα τη θραυσματικότητα και το αδόμητο της αφήγησης σε σχέση με τα αφηγηματικά πρότυπα που επικρατούν στις αναπαραστάσεις μας, τα οποία όμως συχνά δεν εσωκλείουν τα μη προνομοιούχα υποκείμενα. Κάθε απόπειρα ενδελεχούς επιμέλειας μπορεί να έβαζε την αφήγηση σ’ ένα οικείο καλούπι εκλέπτυνσης και συγκρότησης, συνάμα όμως θα την αποτραβούσε από τη δυναμική και την αλήθεια της. Γιατί κανένα πανό που θα ζητούσε, για παράδειγμα, «Δικαιοσύνη για τον Νίκο» στην πορεία για το Πολυτεχνείο, δε θα μπορούσε να αποτυπώσει το ρίγος εκείνου που έφτιαξε η κοινότητα του, γράφοντας «ΔΗΚΕΟΣΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ».  Αυτό με έφερε αντιμέτωπη μ’ ένα εξαιρετικά διαυγές ερώτημα ηθικοπολιτικής που ανέδειξε μ’ ένα κείμενο της η Ντιάνα Μάνεση με αφορμή τη συνάντηση της με μια νεαρή προσφύγισσα, για το πώς γράφουμε για την ευαλωτότητα χωρίς να τη συνθλίψουμε, πως γράφουμε ευάλωτα: «Η Μάσα στο σημείο αυτό με έφερε αντιμέτωπη με την άγνοιά μου αλλά και με τη βία που μπορεί να επιτελεστεί όταν προσπαθούμε να αφηγηθούμε τις ιστορίες ευάλωτων Άλλων. Υπάρχουν πολλές μορφές βίας που ασκούνται τη στιγμή που ο προσφυγικός Άλλος μοιράζεται την ιστορία του. Υπάρχει το συναισθηματικό βάρος του μοιράσματος, υπάρχει το βάρος της συγγραφής και η βία της αναπαράστασης στον λόγο, υπάρχει και το βάρος της μετέπειτα χρήσης και αξιοποίησης αυτής της έρευνας. Υπάρχει επίσης και η βία που ασκείται, όταν μέσα από ηγεμονικούς λόγους και μεθόδους προσπαθούμε να αφομοιώσουμε τον Άλλο σε μία γλώσσα μεταφράσιμη. Μέσα από τη γλώσσα της «μεταφρασιμότητας» ανοίκεια, μη εξηγήσιμα βιώματα, κόσμοι και θέσεις γίνονται «επικοινωνήσιμα», ελέγχονται, ερμηνεύονται, πλαισιώνονται και εντάσσονται μέσα στους ηγεμονικούς λόγους του ανθρωπίνως διανοητού» γράφει η Ντιάνα.

Γι’ αυτό μάλλον επέλεξα να αφήσω σχεδόν απείραχτη την θραυσματικότητα της αφήγησης, να παραμείνω ανοιχτή σ’ αυτήν, να την αντιλαμβάνομαι ως θύρα για το Άλλο που παρουσιάζεται πάντα διαμεσολαβημένο από στρεβλώσεις, υποτιμήσεις, εξωτισμούς και μυθοπλασίες και σπανίως ως αυτεξούσιο. Εξάλλου, η ίδια η επίσκεψη μας στο Σοφό ήταν κυρίως μια προσπάθεια σύνδεσης και λιγότερο καταγραφής.  Μια φευγαλέα θέαση στην οντολογία του τραύματος που μπορεί να έχει διαφορετική διάλεκτο και γραμματική αλλά είναι κοινή για όλα τα καταπιεσμένα άτομα. Η αποκάλυψη της μπορεί να σπείρει το έδαφος για αλληλέγγυα συμμετοχή στο πένθος και στον αγώνα για δικαίωση της μνήμης των νεκρών. Ο Κεν Λόουτς στο βιβλίο «Διάλογος για την τέχνη και την πολιτική» υποστηρίζει πως «αγωνιζόμαστε για να βρούμε έναν ριζοσπαστικό τρόπο να ζούμε μαζί». Είναι ένα υπαρξιακό και πολιτικό διακύβευμα. Προϋποθέτει, όμως, να γνωριστούμε μακριά από κυρίαρχες απεικονίσεις, ως ενσώματες παρουσίες που ανοιγοκλείνουν τα μάτια αντικριστά, που ακούν, που μοιράζονται και που εντέλει συναισθάνονται τον καημό της άδικης απώλειας.

Μαρία Λούκα

Share
Published by
Μαρία Λούκα