Αρχίζουν να μας λείπουν οι παλιοί. Λέτε να γεράσαμε;

Παρά την αναμφισβήτητη επιτυχία του Βαγγέλη Μεϊμαράκη να ανασύρει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης από τη δημοσκοπική κατάπτωση των μετεκλογικών αρχών του έτους, η Ν.Δ. δεν κατάφερε στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου να διευρύνει την επιρροή της πολύ πέραν του σκληρού εκλογικού πυρήνα που της απέμεινε μετά την κατάρρευση του 2012.

Βάλτωσε σε μια ταξικά και δημογραφικά περίκλειστη εκλογική βάση, με  ανδρικό, ως επί το πλείστον, πληθυσμό, μεσοανώτερης αστικής προέλευσης και μεσομεγαλύτερης ηλικίας. Με μικρή, συγκριτικά με το παρελθόν, συμμετοχή αγροτών, μεγαλύτερη αναλογικά συμμετοχή ελευθέρων επαγγελματιών, ευρύτατη συμμετοχή συνταξιούχων ενδεικτική της γήρανσης της πάλαι ποτέ κραταιής αστικής παράταξης. 

Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα έμειναν μακριά της αρνούμενοι να στέρξουν στο κάλεσμα της συμπαράταξης ενάντια στον «κρατικιστικό»  ΣΥΡΙΖΑ

Οι νέοι ψηφοφόροι την αγνόησαν θεωρώντάς τη, προφανώς, μέρος της απωθητικής παλιάς πολιτικής τάξης με το βεβαρυμμένο παρελθόν και το καθόλου ελκυστικότερο παρόν. 

Οι άνεργοι της γύρισαν την πλάτη χωρίς καν να ακούσουν τα κηρύγματα για τις δουλειές που πρέπει να ανοίξουν και τις επενδύσεις που πρέπει να γίνουν για να δημιουργηθούν ξανά νέες θέσεις εργασίας.

όσο κι αν η κοινωνική δυσαρέσκεια από την αναγκαστική εφαρμογή της προκαθορισμένης πολιτικής της λιτότητας του 3ου Μνημονίου μετακινήσει το εκλογικό εκκρεμές προς την κατεύθυνση της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης, ελάχιστες, κατά τη γνώμη μου, ελπίδες μπορεί να εναποθέσει στην επιβεβαίωση της θεωρίας του «ώριμου φρούτου». 

Από τη δεξαμενή του ΝΑΙ, που λογικά  θα έπρεπε να αποτελεί τον προνομιακό στόχο της στρατηγικής της, άντλησε μόλις το 60,2% από το δημοψηφισματικό σχεδόν 40% των πολιτών που ψήφισαν για την παραμονή στην Ευρωζώνη. Επίδοση που, όπως αποδείχθηκε, ήταν μετριότερη από αυτήν που απαιτούσε η κάλυψη της διαφοράς από τον αποσυσπειρωμένο ΣΥΡΙΖΑ.

Ακόμα χειρότερα: όπως και ο τελευταίος, έτσι και η Ν.Δ. έπεσε θύμα της αποχής που σάρωσε τους ψηφοφόρους της μειώνοντας τη δύναμή της κατά, σχεδόν, 200.000 ψυχές.  

Κοινό της πρόβλημα με το ΣΥΡΙΖΑ θα είναι εφεξής το γεγονός ότι μόλις ένας στους τρεις σημερινούς της ψηφοφόρους αισθάνεται ταυτισμένος μαζί της. Οι υπόλοιποι κρατούν τις ιδεολογικές τους αποστάσεις καθιστώντας άδηλες τις μελλοντικές τους προθέσεις.

Πρόκειται για ένα ακόμα σύμπτωμα της γενικευμένης πολιτικής ρευστότητας που αυξάνεται διαρκώς από το 2012 αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα.

Βέβαια, συνδυαζόμενη με τη, μάλλον αναπόφευκτη, φθορά της κυβέρνησης, η ρευστότητα αυτή μπορεί, θεωρητικά τουλάχιστον, να κρατήσει τη Ν.Δ. στο παιχνίδι της εξουσίας.

Παρά τη συναινετική προεκλογική τακτική της και την ευθυγράμμισή της με τις προτιμήσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών υπέρ των κυβερνήσεων ευρύτερης συνεργασίας, δεν μπόρεσε ούτε στη βάση των όμορων κομμάτων να διεισδύσει αρκετά, ούτε από το λεγόμενο μεσαίο χώρο να αποκομίσει τα προσδοκώμενα κέρδη.

Όμως, όσο κι αν η κοινωνική δυσαρέσκεια από την αναγκαστική εφαρμογή της προκαθορισμένης πολιτικής της λιτότητας του 3ου Μνημονίου μετακινήσει το εκλογικό εκκρεμές προς την κατεύθυνση της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης, ελάχιστες, κατά τη γνώμη μου, ελπίδες μπορεί να εναποθέσει στην επιβεβαίωση της θεωρίας του «ώριμου φρούτου». 

 Πρώτον, γιατί, υπό τις συνθήκες της όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων που συνεπάγεται η οικονομική κρίση, το εκλογικό εκκρεμές δεν συμπεριφέρεται με τον τρόπο που το έκαναν να μετακινείται τα εύρωστα μεσοστρώματα της μεταπολίτευσης.

Δεύτερον, η θέση στην οποία βρίσκεται η Ν.Δ. είναι περισσότερο προβληματική από όσο ίσως αντιλαμβάνονται όσοι προσδοκούν ότι θα επωφεληθεί αυτομάτως από τα ανακλαστικά της αρνητικής ψήφου διαμαρτυρίας. Κατά τα πρότυπα του παρελθόντος οπότε τα εναλλασσόμενα στην εξουσία κόμματα αντάλλασσαν μεταξύ τους τους ψηφοφόρους των διευρυνόμενων κοινωνικά και ταυτόχρονα μετακινούμενων πολιτικά μεσοστρωμάτων. Τώρα που αυτά τα στρώματα συρρικνώνονται κοινωνικά, ουδείς μπορεί να είναι σίγουρος για τα πολιτικά ανακλαστικά τους. Πολύ δε λιγότερο, που δεν έχουν πια πολλά πράγματα να περιμένουν από τις πελατειακές σχέσεις που κάποτε λειτουργούσαν ως κομματικοί δεσμοί.

Περιχαρακωμένη σε μία πιο παραδοσιακή εκλογική βάση, η Ν.Δ. εξακολουθεί να πορεύεται αποξενωμένη από τους νεώτερης γενιάς ψηφοφόρους.

το πρόβλημά της δεν είναι (μόνο) πρόβλημα ηγεσίας. Είναι πρόβλημα στρατηγικής. Είναι, μάλιστα, ένα πρόβλημα, η δυσκολία επίλυσης του οποίου, ίσως, να αποδειχθεί μοιραία για τη συνοχή της.

 Παρά τη συναινετική προεκλογική τακτική της και την ευθυγράμμισή της με τις προτιμήσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών υπέρ των κυβερνήσεων ευρύτερης συνεργασίας, δεν μπόρεσε ούτε στη βάση των όμορων κομμάτων να διεισδύσει αρκετά, ούτε από το λεγόμενο μεσαίο χώρο να αποκομίσει τα προσδοκώμενα κέρδη.

Με εξαίρεση τις εισροές που είχε από το Ποτάμι, η εκλογική της επιρροή στο χώρο των μετριοπαθών ψηφοφόρων του πολιτικού κέντρου παρέμεινε περιορισμένη. Το ΠΑΣΟΚ πέτυχε να συγκρατήσει ένα σημαντικό μέρος τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε, απ’ την πλευρά του, να αναπληρώσει τις απώλειες που είχε από την επιστροφή στη νεοδημοκρατική τους βάση όσων τον Ιανουάριο την εγκατέλειψαν αναζητώντας τη λύτρωσή τους από τον ΕΝΦΙΑ. Ένα ισοδύναμο ποσοστό νεοδημοκρατών ψηφοφόρων στράφηκαν αυτή τη φορά προς τη ριζοσπαστική Αριστερά για να επιβραβεύσουν τη στροφή της προς το ρεαλισμό και τη σταθεροποίησή της στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Ίσως, γιατί δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την ενίσχυση των «αντι-μνημονιακών» δυνάμεων σε περίπτωση που, ως αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έμπαινε στον πειρασμό να επαναδιεκδικήσει την εκπροσώπησή τους.

 Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι το δίλημμα της διακυβέρνησης και το συνακόλουθο της επιλογής του καταλληλότερου πρωθυπουργού ευνοούσε εκ προοιμίου τον Αλέξη Τσίπρα. Κατ’ επέκταση και το ΣΥΡΙΖΑ. Η υπεροχή της εικόνας του αρχηγού του και η συναισθηματική δύναμη του  «νέου»  που προσωποποιούσε έναντι του «παλιού» με το οποίο ταύτισε τους αντιπάλους του ήταν τελικά καταλυτική για τη διαμόρφωση των εκλογικών συσχετισμών.

Μεταξύ των υποψηφίων Προέδρων της  δεν φαίνεται να υπάρχει ο αναμφισβήτητος ηγέτης που να είναι σε θέση να υπερβεί το δίλημμα και να λύσει ή να σκεπάσει το στρατηγικό πρόβλημα που του αντιστοιχεί. Μπορεί,  ίσως, να τα καταφέρει καλύτερα, αν δοκιμάσει να το λύσει με πιο αυστηρούς και ξεκάθαρους πολιτικούς όρους. Ανάλογους με αυτούς που σεβάστηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν χάραξε με την ίδρυση της Ν.Δ. την τομή που τη χώρισε οριστικά από την ΕΡΕ. Ποιός, όμως, και σε βάθος τίνος χρόνου θα είναι αυτός που θα τον μιμηθεί; 

Σημαίνει, άραγε, αυτό ότι η επιλογή ενός αρχηγού νεώτερης γενιάς και ανάλογων «αισθητικών» προδιαγραφών μπορεί να χαρίσει στη Ν.Δ. το κλειδί της ανάκτησης της χαμένης της γοητείας;

Πολύ αμφίβολο. Γιατί το πρόβλημά της δεν είναι (μόνο) πρόβλημα ηγεσίας. Είναι πρόβλημα στρατηγικής. Είναι, μάλιστα, ένα πρόβλημα, η δυσκολία επίλυσης του οποίου, ίσως, να αποδειχθεί μοιραία για τη συνοχή της.

Αν συνεχίσει να αστοχεί στις προσπάθειες να γεφυρώσει το χάσμα που τη χωρίζει από τους εν αναμονή ευρισκόμενους οπαδούς μιας πιο σύγχρονης και «καθαρής» κεντροδεξιάς, θα κινδυνεύσει να μείνει δέσμια του ιστορικού της παρελθόντος και του εσωτερικού της φατριασμού. 

Αν δοκιμάσει να κάνει τολμηρότερα ανοίγματα στους μετριοπαθείς νεωτεριστές, που δεν είναι πολλοί αλλά είναι αρκετοί για να ρυθμίζουν τις πολιτικές ισορροπίες, θα διακυβεύσει, ίσως, τις σχέσεις της με όσους μένουν πιστοί στη «λαϊκή δεξιά», χωρίς, προς το παρόν, να φλερτάρουν με τη Χρυσή Αυγή ή τους Ανεξάρτητους Έλληνες. 

Μεταξύ των υποψηφίων Προέδρων της δεν φαίνεται να υπάρχει ο αναμφισβήτητος ηγέτης που με τα αρχηγικά του χαρίσματα να είναι σε θέση να υπερβεί το δίλημμα και να λύσει ή να σκεπάσει το στρατηγικό πρόβλημα που του αντιστοιχεί.

Μπορεί,  ίσως, να τα καταφέρει καλύτερα, αν δοκιμάσει να το λύσει με πιο αυστηρούς και ξεκάθαρους πολιτικούς όρους. Ανάλογους με αυτούς που σεβάστηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν χάραξε με την ίδρυση της Ν.Δ. την τομή που τη χώρισε οριστικά από την ΕΡΕ. 

Ποιός, όμως, και σε βάθος τίνος χρόνου θα είναι αυτός που θα τον μιμηθεί; 

 Καλοί οι νέοι, παιδιά. Αλλά και οι παλιοί αρχίζουν να μας λείπουν πολύ.

Λέτε να γεράσαμε;

Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας-αναλυτής
Γιώργος Σεφερτζής

Share
Published by
Γιώργος Σεφερτζής