Ξεκίνησε σήμερα η αγόρευση του συνήγορου πολιτικής αγωγής στη Δίκη της Χρυσής Αυγής, Θ. Καμπαγιάννη. 

Ο κ. Καμπαγιάννης ξεκίνησε την αγόρευσή του λέγοντας πως, «Ήταν μια μακρά αποδεικτική διαδικασία η οποία όμως ήταν απαραίτητη προκειμένου το δικαστήριο να αποκτήσει πλήρη εικόνα του αποδεικτικού υλικού και να συνεκδικάσει τρία σημαντικά κακουργήματα και το αδίκημα της εγκληματικής οργάνωσης. Η διαδικασία ήταν μακρά τόσο για αντικειμενικούς όσο και για υποκειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικά, ο όγκος του αποδεικτικού υλικού ήταν μεγάλος: 131 μάρτυρες που τελικά εξέτασε το δικαστήριό σας, επιπλέον 16 μάρτυρες της πολιτικής αγωγής, 69 μάρτυρες υπεράσπισης, 438 αναγνωστέα έγγραφα του κατηγορητηρίου, πολλά συνοδευόμενα από ψηφιακούς και σκληρούς δίσκους με χιλιάδες βίντεο, φωτογραφίες και ηχητικά. Η εγκληματική δράση της δικαζόμενης οργάνωσης ήταν πολύχρονη ενώ αντίθετα οι πόροι που διέθετε το δικαστήριο ήταν εξαιρετικά περιορισμένοι, παρόλες τις προσπάθειες που κάναμε ως πολιτική αγωγή να τους διευρύνουμε. Ένας γραμματέας για όλα, όταν σε αντίστοιχες δίκες στο εξωτερικό υπαρχει μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων που διατίθεται στο δικαστηριο για να βάλει σε τάξη το αποδεικτικό υλικό κ όμως ο κ γραμματέας τα κατάφερε μια χαρά. Η αποκλειστική απασχόληση του δικαστηρίου κατέστη εφικτή μόλις τον Νοέμβριο του 2018. Το ζήτημα της αίθουσας μας ακολούθησε μέχρι σχεδόν το τέλος. Θυμόμαστε τον Ιούνιο του 2016 να μας ανακοινώνετε με απογοήτευση 5 δικασίμους «για μια τόσο σημαντική δίκη», όπως είχατε πει. Αν δεχόμασταν αυτούς τους ρυθμούς, η δίκη δεν θα τελείωνε ούτε το 2025. Χρειάστηκαν επανειλημμένες παρεμβασεις (πάντοτε δημοσιοποιημένες) τόσο της π.α. οσο και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών για να αλλάξουν αυτοί οι ρυθμοί.

Όλα αυτα απούσας της υπεράσπισης, η οποία αντί να διαμαρτύρεται για τις λίγες δικασίμους, διαμαρτυρόταν κα πρόεδρε όταν ανακοινώνατε πολλές. Και αυτό ήμασταν όλοι παρόντες όταν συνέβαινε. Υπήρχαν όμως και υποκειμενικοί λόγοι που δημιούργησαν την καθυστέρηση. Η αποδεικτική διαδικασία σημαδεύτηκε από την οργανωμένη επιχείρηση κωλυσιεργίας της υπεράσπισης σε πολλές φάσεις της δίκης: κορυφαία στιγμή ήταν τα αναγνωστέα, αλλά δεν ήταν η μονη. Το ίδιο συνέβη και στη φάση της αποχής των δικηγόρων (όταν το πλαίσιο δικαιολογούσε τη λήψη άδειας αλλά το αρνήθηκε η υπεράσπιση) και στη φάση των μαρτύρων υπεράσπισης, τους οποίους οι συνήγοροι έφερναν με το σταγονόμετρο με αποτέλεσμα διακοπές της δίκης, καταβάλλοντας προσπάθεια να συρθεί χρονικά η υπόθεση όσο γίνεται πιο μακριά από το χρόνο τέλεσης των εγκληματικών πράξεων. Σίγουρα όμως η φάση των εγγράφων της υπεράσπισης ήταν κορυφαία στιγμή σε αυτή τη στρατηγική: αφενός γραφικοποίησης της δίκης αφετέρου παρέλκυσής της, δε χρησιμοποιώ τυχαία αυτόν τον χαρακτηρισμό, δημιουργώντας το δίλημμα στο δικαστήριο του αν θα απαντήσει με τα όπλα που δίνει το άρθρο 364 έτσι όπως έχει τροποποιηθεί ή αν θα δεχθεί το αίτημα της ανάγνωσης, μη στερώντας έτσι τους κατηγορούμενους από το οποιοδήποτε υπερασπιστικό τους δικαίωμα.

Όσο και να είπαμε την άποψή μας και να κάναμε τα αιτήματά μας, ποτέ κυρία Πρόεδρε δεν ήμασταν ξένοι απέναντι στα διλήμματα της έδρας, αυτό θα πρέπει να το γνωρίζετε. Πολύχρονη η εγκληματική δράση, πολύχρονη και η ασυλία που απολάμβανε η δικαζόμενη οργάνωση. Η θεωρία του μεμονωμένου περιστατικού ήταν αυτή που ακολουθούσε τη στάση της έννομης τάξης επί δεκαετίες. Μάλιστα ακούσαμε για τον «κανόνα του μεμονωμένου περιστατικού». Πώς άραγε, αναρωτιέται κανείς, συγκροτεί κανόνα ένα περιστατικό αφού είναι μεμονωμένο; Η απάντηση είναι απλή: είχε τόσες φορές επαναληφθεί ότι το περιστατικό αξιόποινης δράσης μελους της ΧΑ είναι μεμονωμένο, που η μονότονη επανάληψη αυτής της φράσης συγκρότησε κανόνα. Αυτή η πολύχρονη αδράνεια είχε οδηγήσει μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας να θεωρεί ότι υπάρχει υπόγεια σύνδεση της οργάνωσης με κομμάτια του κρατικού μηχανισμού. Σας το είπαν ανοιχτά οι μάρτυρες του στεκιού Αντίπνοια που μαχαιρώθηκαν από μέλη της Χρυσής Αυγής, μίλησαν για παρακράτος. Θα ήταν μικρό το κακό αν το μόνο στοιχείο που ειχαμε ήταν οι συγκεκριμένοι μάρτυρες που δεν έκρυψαν την ιδεολογία τους μιας και ως αναρχικοί μαχαιρώθηκαν, από όπου πηγάζει η συγκεκριμένη κρίση. Όμως πέραν αυτής της κρίσης, έχουμε γεγονότα: πάνω απ’ όλα τον τρόπο με τον οποίο οι διωκτικές αρχές αντιμετώπισαν εγκληματικές πράξεις. Αλλά πιο σημαντικό από όλα έχουμε την απεύθυνση του Ρουπακιά στους αστυνομικούς που τον συλλαμβάνουν και τον προσάγουν: «Είμαι δικός σας, είμαι της Χρυσής Αυγης».
Έχουμε δηλαδή κάποιον που συλλαμβάνεται και που απευθύνεται στους αστυνομικούς και τους ζητάει να τον καλύψουν δηλώνοντας την πολιτική του ιδιότητα. Μια πρωτοφανής κατάσταση για δικαστηριο που δικάζει με το 187. Σε αυτό το παρελθόν επιχειρεί να μας γυρίσει η εισαγγελική πρόταση. Αφενός στη θεωρία του μεμονωμένου περιστατικού: η φράση ήταν: «μεμονωμένα περιστατικά που τελέστηκαν από μέλη της ΧΑ για τα οποία ουδεμία ευθύνη φέρει η ηγεσία της». Αφετέρου στην κατάσταση της θεσμικής ασυλίας. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Δεν θα επιστρεψουμε ποτέ πίσω στην κατάσταση που το κράτος ήταν κυρίαρχο αλλά κώφευε ή αδρανούσε και η ναζιστική συμμορία ήταν η «υπαλληλη» δύναμη. Όπως λέει ο Ηράκλειτος «δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι δύο φορές». Κι αυτό γιατί έχει μεσολαβήσει αυτή εδώ η δίκη. Μια δίκη που δεν έχει ανάλογό της στο παρελθόν, όταν τα δικαστηρια διερευνούσαν αποκλειστικά την εγκληματική πράξη χωρίς να εξεταζουν το συνολικό πλαίσιο τέλεσής της. Μετά από αυτή τη διαδικασία, δεν υπάρχει γυρισμός. Θα είναι τέτοια η νομιμοποίηση που θα αντλήσει η ναζιστική εγκληματική οργάνωση αν η δικαιοσύνη λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την εγκληματική της δράση, που η ναζιστική οργάνωση θα γίνει εξουσία και το κράτος θα γίνει ο υπάλληλος. Αυτή είναι μια προοπτική που φέρνει τρόμο στα θύματα, σε όσους κατέθεσαν ενώπιο σας αλλά και σε κάθε δημοκράτη πολίτη, εκτός από όσους έχουν ήδη καταστήσει τον εαυτό τους έμμισθο ή άμισθο υπάλληλο της Χρυσής Αυγής».

Διαβάστε ολόκλήρη την αγόρευση εδώ.