Categories: PETS

Ένα ζώο με έκανε άνθρωπο

Δεν ήταν η στιγμή της γέννησης, γιατί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου δε θυμάμαι πέρα από εμένα και κανέναν κανέναν από το στενό οικογενειακό μου περιβάλλον να έχει πάρε-δώσε με τετράποδα και δη με όσα, όχι κατ’ ανάγκη με αυτή τη σειρά, γλύφουν-γρυλίζουν-γαβγίζουν-δαγκώνουν (αναφέρω μόνο το στενό οικογενειακό μου περιβάλλον γιατί δεν έχω ιδέα τι έκαναν οι «εξωτερικές στοιβάδες» του, με τις οποίες χωρίς κανένα συγκεκριμένο λόγο δεν ήθελα εγώ να έχω πολλά πάρε-δώσε, αλλά αυτό δεν είναι επί του παρόντος), πάντως σίγουρα ήταν η στιγμή που η αποστροφή μου για τα σκυλιά οριοθετήθηκε, καταχωρήθηκε στον εγκέφαλό μου, ένα πράγμα λιγότερο για να με απασχολεί σε αυτή τη ζωή και πάμε παρακάτω.

Μόλις είχα αφήσει, λοιπόν, πίσω μου το τετράγωνο της πολυκατοικίας που μέναμε τότε, και αν κρίνω από το ότι είχα πολλά χαρτονομίσματα στην τσέπη μου πρέπει είτε να είχα ανταλλάξει τα κέρματα από τα κάλαντα με «χοντρά» στο γονικό ταμείο, είτε να είχε έρθει στο σπίτι μας κάποια από τις δύο γιαγιάδες – που είναι και το πιο πιθανό γιατί δε νομίζω Δεκέμβρη μήνα να κυκλοφορούσα με κοντό παντελονάκι στο Βόλο.

Μόνο όταν έφτασα ένα βήμα μακριά από το πεζοδρόμιο του τετραγώνου διαγωνίως απέναντι είδα ότι σε αυτό στέκονταν τέσσερα σκυλιά στο ύψος μου και για λίγα δευτερόλεπτα το δεξί μου πόδι που είχε μόλις σηκωθεί από την άσφαλτο για να πατήσει στο κράσπεδο έμεινε μετέωρο στον αέρα (λες και με είχαν βάλει τιμωρία στη γωνία) γιατί ξαφνικά ξέχασα που ήθελα να πάω, το μόνο που ήξερα ήταν ότι έπρεπε να προλάβω να φύγω μακριά από τους «λύκους», έλα μου όμως που εκείνοι είχαν άλλες ορέξεις και πριν προλάβει καλά καλά το πόδι μου να επιστρέψει στην αρχική του θέση, τα σκυλιά που μπορεί να ήταν τέσσερα αλλά θα μπορούσαν να είναι και σαράντα, αποφάσισαν να σπάσουν τη μονοτονία τους περικυκλώνοντάς με σχεδόν στη μέση του άδειου δρόμου και γαβγίζοντάς μου σαν να εξαρτάται από αυτό η ζωή τους και κατά μία άλλη, αντιστρόφως ανάλογη έννοια η δική μου.

Τώρα πια ξέρω ότι αυτό το τραυματικό συμβάν κράτησε πολύ λιγότερο από την αιωνιότητα που νόμιζα τότε (κυρίως γιατί από τότε μου έχει συμβεί μερικές φορές ακόμη κάτι παρόμοιο, αν και για κάποιο όχι και τόσο περίεργο λόγο δεν με έχει τρομάξει αρκετά ώστε να το καταχωρήσω μνημονικά), αλλά μέχρι σήμερα δεν έχω καταλήξει αν τελικά τα σκυλιά με άφησαν στην ησυχία μου γιατί πόση πλάκα πια να έσπαγαν με μένα, όλο και κάποιο καινούριο, ανυποψίαστο θύμα θα μπορούσαν να βρουν δυο στενά πιο πέρα ή αν έπιασε τόπο η φιγούρα «κάνε ότι σηκώνεις μια πέτρα από κάτω και ότι την πετάς στο σκυλί» που επανέλαβα στα γρήγορα δυο-τρεις φορές, πάντως σε κάθε περίπτωση, το κακό είχε γίνει και δεν εννοώ το ότι επιστρέφοντας κακήν κακώς σπίτι με τη φανταστική ουρά μου κάτω από τα σκέλια κατάλαβα ότι δεν είχα πια πάνω μου τα χαρτονομίσματα, γιατί μάλλον τα παρέσυραν τα χέρια μου όταν τα έβγαλα απότομα, μέσα στην τρομάρα μου, από τις τσέπες μου.

Όλα αυτά τα σκέφτομαι τώρα και τα γράφω με λίγη δυσκολία (τουλάχιστον το δεύτερο κομμάτι) γιατί διαρκώς φεύγει από την οθόνη πρώτα το αριστερό μου μάτι για να τσεκάρει τελικά μαζί με το δεξί αν έχει σταματήσει να με σκουντάει με το κεφάλι του γιατί απλώς έχει βαρεθεί και έχει μισοκλείσει τα μάτια του ή αν όντως πια έχει αποκοιμηθεί δίπλα μου, πάνω στον καναπέ, ο Ζαχαρίας. Ο σκύλος μου. Επισήμως εδώ και ένα μήνα. Επί της ουσίας από εκείνο το μεσημέρι του περσινού Απριλίου. Τότε που έγινε η αρχή. Η αρχή της αρχής όμως είχε γίνει πριν από τέσσερα περίπου χρόνια.

Όταν μετακόμισα στη γειτονιά του Ζαχαρία, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου δε θα έμενα σε πολυκατοικία και ένα από τα επόμενα ήταν ότι όσες ημέρες δεν έβρεχε, ακόμη και αν είχε διατρητικό κρύο ή αφόρητη ζέστη, στην απέναντι γωνία ένας γέρος έβγαινε από το σπίτι του κάθε πρωί κρατώντας μία πλαστική καρέκλα, την ακουμπούσε στο δρόμο, πλάι ακριβώς στο πεζοδρόμιο, μετά έμπαινε ξανά στο σπίτι και επέστρεφε έξω με ένα πλαστικό σκαμπό που το ακουμπούσε πλάι στην καρέκλα αλλά πάνω στο πεζοδρόμιο και το χρησιμοποιούσε σαν τραπεζάκι πάνω στο οποίο τοποθετούσε ένα φλιτζάνι με ένα σκούρο υγρό που άχνιζε ακόμη και αν η θερμοκρασία ξεπερνούσε τη δεύτερη θετική δεκάδα. Μετά έκλεινε την πόρτα της αυλής του σπιτιού του και αφού έπινε όρθιος μία γουλιά από το υγρό μέσα στο φλιτζάνι που πια είχε σταματήσει να αχνίζει, καθόταν με αργές κινήσεις που μαρτυρούσαν ένα πιθανότατα χρόνιο πρόβλημα στη μέση του, και χτυπούσε μια φορά τα χέρια του μεταξύ τους, μετά άλλη μία και συνήθως δε χρειαζόταν να τα χτυπήσει τρίτη για να αρχίσει να ακούγεται ένα στερεοφωνικό ποδοβολητό από τους τέσσερις δρόμους που οδηγούσαν σε εκείνον, από τα αδέσποτα που μαζεύονταν τρέχοντας γύρω του, τον περικύκλωναν γαβγίζοντας, ώσπου σήκωνε το χέρι του και αυτά ακουμπούσαν τους κώλους τους χάμω, σκουπίζοντας πια τον δρόμο με τις ουρές τους που συνέχιζαν να τις κουνάνε. Τότε ο γέρος κουνούσε μία, τελεσίδικη φορά το χέρι του σαν να κρατάει μια αόρατη μπαγκέτα και τα σκυλιά βγάζανε το σκασμό όλα μαζί, την ίδια στιγμή, σαν καλοκουρδισμένη ορχήστρα. Μόνο τότε έβγαζε από την τσέπη του σακακιού του μία μικρή σακούλα και μέσα από εκείνη μερικά μικρά κομμάτια σάρκας και τα σκυλιά ήταν σαν να μεταλάμβαναν, λίγο πριν πάει το καθένα στην ευχή του θεού (όπως φανταζόμουν ότι θα έλεγε από μέσα του ο γέρος).

Τον Ζαχαρία τον θυμάμαι από την αρχή λίγο πιο έντονα από τα υπόλοιπα αδέσποτα, κυρίως γιατί ήταν ο μικρότερος σε μέγεθος αλλά συνήθως τον έβλεπα να έρχεται και να φεύγει πρώτος, έχοντας πάντα από πίσω του ένα εντουραζ σκύλων σαφώς μεγαλύτερων και φαινομενικά πιο επιβλητικών.

Δεν ήξερα πόσων ετών είναι, μέχρι να ακούσω από τους γείτονες το όνομά του δεν ήξερα καν το φύλο του, ήξερα μόνο ότι για κάποιο λόγο που δεν ήξερα είχα αρχίσει να τον συμπαθώ (τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία) και ολοένα και πιο συχνά να προσπαθώ να του το δείξω, μάταια βέβαια, γιατί κάθε φορά που τον πλησίαζα, εκείνος δε γύριζε καν να με κοιτάξει.

Φαντάζομαι ότι εκείνη την ημέρα του περασμένου Απριλίου ο Ζαχαρίας θα τσίμπησε την πρωινή λιχουδιά του, θα έκανε τις τσάρκες του στα στενά της γειτονιάς που φαινόταν ότι γνώριζε σαν τις…πατούσες των ποδιών του, θα έκανε δηλαδή πάνω κάτω ότι και όλες τις προηγούμενες ημέρες, μέχρι τη στιγμή που ο οδηγός ενός αυτοκινήτου δεν πρόλαβε να φρενάρει, έπεσε πάνω του και ο Ζαχαρίας το μόνο που μπορούσε να κάνει αμέσως μετά, ενώ σπαρταρούσε στην άσφαλτο ήταν να σκούζει, όπως κάνουν όλα τα σκυλιά που πονάνε, όχι για πολλή ώρα – μετά από λίγο σταμάτησε να το κάνει γιατί δεν του είχε μείνει άλλη δύναμη – αλλά αρκετή ώστε να βγουν από τα σπίτια τους οι γείτονες (μου και του) και καθώς χαμήλωνα την ταχύτητα της βέσπας γιατί πλησίαζα στο σπίτι, βλέποντας από ένα τετράγωνο μακριά ανάμεσά τους εκείνον τον γέρο, κατάλαβα ότι κάτι κακό θα είχε συμβεί με (ή μάλλον σε) κάποιο σκύλο.

Μέχρι που είδα ότι αυτός ο σκύλος ήταν ο Ζαχαρίας και τα πάντα άρχισαν να συμβαίνουν σε γρήγορη κίνηση. Η βέσπα να πέφτει γιατί δε σκέφτηκα καν να τη στερεώσω όρθια αφού κατέβηκα, εγώ να τρέχω προς τον Ζαχαρία, να ρωτάω τι συνέβη όλους όσους έχοντας σχηματίσει έναν κύκλο γύρω του τον παρακολουθούσαν άπραγοι, να τους ρίχνω δυο-τρία «κοσμητικά» ακριβώς γι’ αυτό, να βγάζω μία πετσέτα από το σπίτι, να προσπαθώ να τυλίξω τον Ζαχαρία που δεν αντιδρούσε καθόλου, μέχρι που αντέδρασε προσπαθώντας να με δαγκώσει στο κεφάλι όταν χάιδεψα το δικό του κεφάλι, να τον πηγαίνω τρέχοντας στον κτηνίατρο της γειτονιάς, να του κάνει μία ένεση, να του βάζει ορό και να μου λέει ότι τα κάνει όλα αυτά για την τιμή των όπλων γιατί «το σκυλί έχει χτυπήσει στο κεφάλι και δε θα τη βγάλει καθαρή, μήπως θέλεις να το κοιμίσουμε;», να τον κοιτάζω εγώ με τρόπο που ίσως και να υπονόησε ότι αν δεν κάνει ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να ζήσει αυτό το ζώο θα τον κάνω να χάσει εκείνος τον δικό του ύπνο και μόνο όταν τελικά οι γιατροί της Αστικής Πανίδας ήρθαν και τον πήραν για να τον χειρουργήσουν, μόνο τότε λοιπόν που δεν ήξερα αν θα τον ξαναδώ, είχα το χρόνο επιστρέφοντας με τα πόδια στο σπίτι να ανάψω ένα τσιγάρο και να απορήσω με όλο αυτό που είχε συμβεί, με όλο αυτό που είχα κάνει και περισσότερο από όλα να απορήσω με το ότι απορούσα, γιατί ξαφνικά κατάλαβα ότι δεν ήταν θέμα μίας συνειδητής επιλογής της στιγμής, αλλά η έμπρακτη εκδήλωση μίας υποσυνείδητης αλλαγής που είχε προ πολλού συντελεστεί μέσα μου (όπως φαντάζομαι ότι θα συνέβαινε σε οποιονδήποτε θα τύχαινε να περάσει τη ζωή του με ένα κορίτσι που αγαπάει τα ζώα – και όχι μόνο τις δικές της γάτες, όλα τα ζώα) και εν μέσω ειλικρινούς αγωνίας για τον καημένο τον Ζαχαρία, όλο αυτό με έκανε να νιώθω καλύτερος άνθρωπος.

Κάθε μέρα του επόμενου μήνα ξεκινούσε με ένα τηλεφώνημα στους γιατρούς της Αστικής Πανίδας. Και κάθε μέρα ο Ζαχαρίας, κόντρα στη λογική που θέλει ένα δεκάχρονο (και βάλε) σκύλο που έχει περάσει όλη του τη ζωή στο δρόμο να μην επιβιώνει μετά από ένα τέτοιο ατύχημα, ανέτρεπε τα προγνωστικά. Μέχρι την ημέρα που ο Ζαχαρίας πήρε εξιτήριο και μεταφέρθηκε στο άσυλο που θα περνούσε όσο καιρό χρειαζόταν μέχρι να επιστρέψει κάποια στιγμή υγιής εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Στο δρόμο.

Δεν ήταν η καλύτερη λύση, σίγουρα όμως δεν ήταν και η χειρότερη.

Αυτό λέγαμε μεταξύ μας κάθε φορά που πηγαίναμε να τον δούμε, στην αρχή για να του πάμε μπισκότα και κανένα κρεατάκι, και αργότερα για να τον βγάλουμε βόλτα, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου (δεν του άρεσε να περπατάει στο πλακόστρωτο δίπλα στους τουρίστες), στου Φιλοπάππου (δεν του άρεσε να περπατάει στα χώματα δίπλα σε άλλους οικόσιτους σκύλους), στο Άλσος Πετραλώνων (παραδόξως εκείνα τα χώματα δεν τον χαλούσαν καθόλου) και τελικά στα Άνω Πετράλωνα, τη γειτονιά του, που ποιος ξέρει, μπορεί και να ένιωθε άνετα και να περπατούσε αλέγρα γιατί δεν ήταν λίγοι οι γείτονες που τον αναγνώριζαν και όλοι τους ήθελαν να τον χαϊδέψουν.

Δεν ήταν η καλύτερη λύση, σίγουρα όμως δεν ήταν και η χειρότερη. Αυτό ξαναλέγαμε κάθε φορά που τον επιστρέφαμε στο άσυλο κι εκείνος, μόλις του βγάζαμε το λουρί, χαμήλωνε το κεφάλι του τόσο πολύ που ήταν σαν να καμπούριαζε και σαν τα πόδια του να μη μπορούσαν ξαφνικά να αντέξουν το βάρος του για πολύ ακόμη, οπότε πήγαινε πάντα στην ίδια απομακρυσμένη γωνία και κουλουριαζόταν, γυρνώντας μας την πλάτη του.

Την τελευταία φορά που πήγαμε να τον πάρουμε ήταν η πρώτη φορά που έκανε πολύ κρύο φέτος (δηλαδή πέρυσι) και ο Ζαχαρίας έτρεμε τόσο πολύ που μου θύμισε εκείνο το κρίσιμο μεσημέρι του Απριλίου. Μπήκαμε ως συνήθως και οι τρεις μας στο αμάξι, ο Ζαχαρίας κάθισε πάνω μου στη θέση του συνοδηγού για να χαζεύει τα άλλα αυτοκίνητα και να χτυπάει το αεράκι τη μούρη του, κάναμε την κλασική μας βόλτα (και) με τα πόδια και μετά την ξανακάναμε δεύτερη φορά για να περάσουμε λίγο ακόμη χρόνο μαζί. Όταν άρχισε να βρέχει είχε σχεδόν νυχτώσει και ξέραμε ότι έπρεπε σιγά σιγά να τον επιστρέψουμε. «Ας τον κρατήσουμε απόψε που βρέχει, και θα τον γυρίσουμε αύριο», είπαμε μεταξύ μας και μετά στην υπεύθυνη του ασύλου. Από τότε έχει περάσει ένας μήνας. Γιατί μερικά πράγματα απλώς συμβαίνουν.

Δεν ξέρω, πάντως, αν ο Ζαχαρίας καταλαβαίνει ότι δεν ακούει, δηλαδή αν θυμάται ότι κάποτε άκουγε αλλά μετά τον χτύπησε ένα αμάξι και δεν ακούει τώρα πια ή αν νομίζει ότι δεν είναι δικό του το πρόβλημα ή έστω ότι το πρόβλημα είναι όχι ότι δεν ακούει ο ίδιος αλλά ότι όλοι γύρω του (όσοι τον βλέπουν στις καθημερινές, μεγάλες ή μικρές, βόλτες που κάνουμε, ακόμη και στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου που τώρα πια δεν τη σνομπάρει, πιθανότατα για να μη χαλάει το δικό μας το χατίρι, όλοι όσοι γυρίζουν να τον κοιτάξουν με βλέμμα συμπάθειας, ακόμη και αν το κάνουν γιατί καταλαβαίνουν ότι είναι παππούλης ή γιατί ορισμένοι τον μπερδεύουν με κορίτσι – ναι, ακόμη και σε αυτούς κουνάει την ουρά του) μιλάνε στο mute.

Γενικώς δεν έχω ιδέα, γιατί δεν ξέρω ακόμη πως αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τον κόσμο τα σκυλιά, και όποτε προσπαθώ να μπω στη θέση αυτού του σκυλιού που δεν έχει περάσει και λίγα (και όλα όσα έχει περάσει του έχουν αφήσει ένα-δύο κουσούρια), σκέφτομαι κάτι σαχλές παιδικές ταινίες σαν τον Ασπροδόντη, που παίζονται το Σαββατοκύριακο ή στις αργίες, που τα σχολεία είναι κλειστά και συνήθως τις χαζεύουμε προσπαθώντας να ξεπεράσουμε το hangover όσοι ήμασταν παιδιά όταν πρωτοπαίχτηκαν, πριν από αρκετά χρόνια.

Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο Ζαχαρίας δεν τρέμει πια καθόλου.

Θεοδόσης Μίχος

Ο Θεοδόσης Μίχος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Ζει στο κέντρο της Αθήνας από το 1998. Εργάζεται ως δημοσιογράφος (είναι συνιδρυτής της Popaganda) και ραδιοφωνικός παραγωγός (καθημερινά 8-10πμ στον Best 92.6). Είναι συγγραφέας των βιβλίων Κράτα το σόου (2016) και Η Αλκμήνη και οι άλλοι (2020).

Share
Published by
Θεοδόσης Μίχος