Είμαι ο τελευταίος που θα αντισταθεί στον εθισμό της ποπ κουλτούρας με το ίδιο της το παρελθόν, όπως έλεγε ο επεξηγηματικός υπότιτλος του ίσως περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν ακαδημαϊκού Retromania του Simon Reynolds. Έρχεται κάποια στιγμή, καθώς πλέεις προς τη «μέση της διαδρομής», που οφείλεις να σου κάνεις τη χάρη και να επιτρέψεις στον εαυτό σου να μην τραβάει κανένα ιδιαίτερο ζόρι αν νιώθει αβίαστα ότι δε χάθηκε δα κι ο κόσμος αν που και που κατεβάζει ταχύτητα και μένει ένα κλικ πίσω από την νεότευκτη ποπ κουλτούρα που παράγεται, μπαγιατεύει και ξεπερνιέται για να παραχθεί η επόμενη πριν καν προλάβει να διαδοθεί η προηγούμενη, με επιληπτικά ιλιγγιώδεις ταχύτητες (σαν το hyperlapse ένα πράγμα) – για να ξανακούσει έναν παλιό, αγαπημένο δίσκο, να ξαναδεί μία παλιά, αγαπημένη ταινία ή να διαβάσει για έναν παλιό, αγαπημένο δίσκο ή μια παλιά, αγαπημένη ταινία άλλο ένα ρεπορτάζ, από αυτά που γεμίζουν ολοένα και πιο συχνά την ύλη των ψηφιακών και χάρτινων περιοδικών. 

Τις προάλλες, ας πούμε, κάθισα και διάβασα μερικές χιλιάδες λέξεις για την ταινία Empire Records, που την είχα δει δυο-τρεις φορές στα μικράτα μου, γιατί τότε έβλεπα κάθε ταινία που διαδραματιζόταν μέσα σε ένα δισκάδικο, και παρόλο που σε πραγματικό χρόνο μπορούσα να αναγνωρίσω ότι επρόκειτο για μία μετριότητα με τα όλα της, αυτό το ρεπορτάζ κόντεψε να με κάνει να πιστέψω ότι είναι ένα παραγνωρισμένο cult αριστούργημα που με σημάδεψε με τρόπους που ακόμη είμαι πολύ μωρός για να τους κατανοήσω. Εδώ στην Popaganda γράφουν (και) μπόλικοι 20somethings, οπότε ίσως να είχε ενδιαφέρον να κάνουμε ένα ρεπορτάζ για το πως η συγκεκριμένη γενιά αντιμετωπίζει όλη αυτή την ακατάσχετη ρετρολαγνεία, αν πράγματι τους εξιτάρει ένα μεγάλο αφιέρωμα για τα 30 χρόνια των Last Drive. Αν τους συγκινεί ένα άλλο με αφορμή την 20η μαύρη επέτειο της αυτοκτονίας του CobainΑν τέλος πάντων θα νιώσουν ένα κάποιο δέος διαβάζοντας και εδώ και στον παγκόσμιο Τύπο, με αφορμή το νέο της δίσκο που κυκλοφορεί προσεχώς, όλες τις πηχυαίες αναφορές στα 50 χρόνια που συμπληρώνει φέτος στο μουσικό κουρμπέτι η Marianne Faithfull. Αν όντως τους ενδιαφέρει να διαβάσουν για όλα όσα έχει κάνει μέχρι σήμερα, για τις διονυσιακές της περιπέτειες μέσα σε στούντιο, πάνω σε κρεβάτια, έξω στο δρόμο, για το «As tears go by», για την α λα «Μαύρα φεγγάρια του έρωτα» σχέση της με τους Stones, για την ελεύθερη πτώση των 70s μετά το μεγάλο πάρτι των 60s, για την εκκωφαντική επιστροφή της στα πράγματα λίγο πριν την αυγή των 80s με το αξεπέραστο Broken English, τέλος πάντων για όσα η ίδια τώρα που έχει κλείσει τα 67 και έχει αγγίξει ένα κάποιο προσωπικό ζεν λέει ότι δεν θέλει να μιλάει πια. Για όλα όσα αυτόν τον μισό αιώνα συνθέτουν το παζλ της προσωπικής της μυθολογίας, κομμάτια της οποίας και η ίδια έχει κατά καιρούς και κατά βούληση ανασύρει (και καλά έχει κάνει η γυναίκα. Εδώ εμείς οι κοινοί θνητοί σε ένα καλό πάρτι πάμε και έχουμε να το λέμε…). Όπως πρόσφατα που σε συνέντευξή της στο περιοδικό Mojo με τίτλο «Ξέρω ποιος σκότωσε τον Jim Morrison» είπε ότι ο φίλος της εκείνη την εποχή στο Παρίσι, Jean de Breiteuil, ήταν αυτός που έδωσε τη μοιραία δόση στον «Βασιλιά Σαύρα», γνωρίζοντας προφανώς και η ίδια ότι τα λεγόμενά της θα ήταν αρκετά για να αρχίσουν και πάλι όλοι να μιλάνε για εκείνη την πιο κατάλληλη στιγμή, τώρα που είναι προ των πυλών των δισκοπωλείων το Give My Love to London – το καλύτερο άλμπουμ που έχει βγάλει εδώ και πολλά χρόνια. Όταν μιλήσαμε, κατάλαβα από το πρώτο λεπτό ότι δεν είχε και πολλά κέφια – ταλαιπωρείται ακόμη από το σοβαρό ατύχημα που της συνέβη το καλοκαίρι στην κατά τ’ άλλα αγαπημένη της Ελλάδα – οπότε άφησα τελευταία την ερώτηση επ’ αυτού. Πάλι καλά, όπως θα καταλάβετε στη συνέχεια.

Καταρχάς έχετε αναρρώσει από το ατύχημα στη Ρόδο; Δε θα το έλεγα. Κάθε άλλο. Για να είμαι ειλικρινής, οι γιατροί τα έκαναν εντελώς σκατά. Ήταν αρκετά σοβαρό. Έσπασα το γοφό μου. Και οι μαλάκες δεν έκαναν τίποτα σωστά. Πήραν ένα νυστέρι και με έκοψαν, θα μου μείνει μια μεγάλη ουλή από το γόνατο μέχρι το γοφό μου, χωρίς να υπάρχει λόγος. Γιατί πια υπάρχει νέα μέθοδος. Σου κάνουν μία μικρή τομή κοντά στο γοφό, και από εκεί σου τοποθετούν το τιτάνιο ή ό,τι στο διάολο είναι. Και μέσα σε τρεις με έξι εβδομάδες πατάς στα πόδια σου, λένε ότι μπορείς να αρχίσεις να χορεύεις σαν να μη συνέβη τίποτα. Εγώ όμως ακόμη πονάω. Δεν το βάζω κάτω. Θα γίνω καλά. Το ξέρω ότι θα γίνω. Μην ανησυχείς για μένα…

Όταν έμαθα τον τίτλο του νέου σας δίσκου σκέφτηκα ότι ίσως και να αποφάσισατε να κυκλοφορήσετε τη δική σας ωδή στο Λονδίνο. Ώσπου άκουσα τους στίχους του πρώτου, ομώνυμου τραγουδιού, εκεί που λετε «from Maida Vale to Chelsea, from paradise to hell» και κατάλαβα ότι τελικά κάθε άλλο παρά για κάτι τέτοιο πρόκειται. Φυσικά και δεν έχει καμία σχέση με tribute. Όλο το άλμπουμ, από το πρώτο κιόλας τραγούδι, έχει να κάνει με το πόσο δεν γουστάρω το Λονδίνο. Μου έχουν φερθεί απαίσια. Δεν μου αρέσουν οι ταξικές διαφορές, ούτε οι τάξεις καθαυτές. Δεν μου αρέσει το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Δεν μου αρέσει ο Τύπος. Δεν αντέχω τη ζωή εκεί. Φυσικά εκεί ζουν τα εγγόνια και ο γιός μου που τα λατρεύω, και δυο-τρεις φίλοι που εκτιμώ πάρα πολύ. Πέρα από αυτούς, όμως, οι υπόλοιποι μπορούνε να πάνε να γαμηθούν.

Είναι ακόμη τόσο έντονες οι ταξικές διαφορές εκεί πέρα, όσο όταν ήσασταν μικρό κορίτσι; Μα φυσικά. Ας είναι καλά η βουλή. Σιχαίνομαι την πολιτική αλλά περισσότερο σιχαίνομαι τους πολιτικούς. Ευτυχώς δεν ζω στο Λονδίνο εδώ και πολλά χρόνια, αλλά απ’ όσο μαθαίνω η ζωή γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Δεν θέλω να επιστρέψω ποτέ. Αλήθεια, ποτέ.

Και στο Παρίσι πάντως που ζειτε τόσα χρόνια, οι ανισότητες είναι πολύ έντονες. Μπορεί να γίνει πολύ σκληρή πόλη για κάποιον που δεν έχει χρήματα να σουλατσάρει στην αριστερή όχθη ή να δειπνεί σε ωραία μπιστρό… Δεν ζω μόνο στο Παρίσι, αλλά και στην Ιρλανδία και είμαι πολύ χαρούμενη που μοιράζω το χρόνο μου ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τόπους. Γιατί τόσο στο Παρίσι όσο και στην Ιρλανδία, με αφήνουν στην ησυχία μου. Είναι πάντα καλό να σε αφήνουν στην ησυχία σου.

Μπορεί πράγματι να είναι καλό, αλλά εκούσια ή ακούσια, από τότε που ξεκινήσατε μέχρι και σήμερα, 50 χρόνια μετά, δεν έχετε σταματήσει να απασχολείτε τα Μέσα – και όχι μόνο με τη μουσική σας. Μερικές φορές όταν σκέφτομαι πως είναι περισσότερα τα χρόνια που βγάζω δίσκους και κάνω περιοδείες, από εκείνα που δεν ασχολιόμουν με τη μουσική, με κατακλύζει ένα περίεργο συναίσθημα. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω. Είναι η ζωή μου.

Και σε αυτό το άλμπουμ συνεργάζεστε με ονόματα πρώτης γραμμής, από τον Nick Cave μέχρι την Anna Calvi. Πώς είναι λοιπόν να μπορείς απλά να σηκώσεις το τηλέφωνό σου και να ζητήσεις απ’ όποιον θέλεις να δουλέψει μαζί σου; Κοίταξε, συνεργάζομαι με σπουδαίους μουσικούς από το 1965, οπότε δε μου κάνει την ίδια εντύπωση που κάνει σε σένα. Ναι, το απολαμβάνω, αλλά είναι μία από τις σταθερές αυτού που κάνω όλα αυτά τα χρόνια.

Σας έχει απορρίψει ποτέ κανείς; Όχι βέβαια!

Κατά κανόνα πώς προετοιμάζετε κάθε νέα σας δίσκο; Είναι full-time δουλειά, σας απασχολεί σε καθημερινή βάση η μουσική ή συγκεντρώνεστε για πιο συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα; Αυτή τη φορά ασχολήθηκα για περισσότερο καιρό, γιατί έπαθα ένα σοβαρό ατύχημα στην πλάτη μου, στο Λος Άντζελες. Η ανάρρωση κράτησε πολλούς μήνες, οπότε είχα όλο το χρόνο με το μέρος μου για να σκεφτώ τι ακριβώς ήθελα να κάνω. Ήταν υπέροχη περίοδος. Τώρα βέβαια πρέπει να αναρρώσω κι από το τελευταίο ατύχημα…

Η επερχόμενη παγκόσμια περιοδεία σας, φαντάζομαι καταλαβαίνετε ότι αποκτά επιπλέον ειδικό βάρος για το κοινό λόγω του επετειακού της χαρακτήρα, των 50 χρόνων που έχουν περάσει από τότε που κάνατε τα πρώτα σας βήματα, τότε που τραγούδησατε το «As tears go by». Έχει κάποια επίδραση πάνω σας όλη αυτή η ιστορία, σας δημιουργεί ίσως περισσότερο άγχος σε σχέση με παλιότερες περιοδείες σας; Δε νομίζω. Η όλη διαδικασία της περιοδείας παραμένει ένας τεράστιος εφιάλτης. Είναι αφόρητα κουραστικό. Αλλά δε μπορώ να κάνω και κάτι. Πρέπει να το υποστώ κάθε φορά, για να μπορώ να κάνω αυτό που λατρεύω. Να βγαίνω στη σκηνή. Να επικοινωνώ με τον κόσμο. Να τους παίζω τα νέα μου τραγούδια. Κατά τ’ άλλα, είναι ένα ατελείωτο μαρτύριο.

Υποθέτω ότι το αντιμετωπίζετε πιο στωικά, όπως πολλά άλλα πράγματα πλέον. Είναι γεγονός ότι έχω ηρεμήσει, είμαι πολύ καλά με τον εαυτό μου.

Δεν είναι κάτι όμως που σας συνέβη ξαφνικά ή πολύ πρόσφατα. Εννοώ πως είχε φανεί όταν κυκλοφορήσατε τη δεύτερη αυτοβιογραφία σας (Memories, Dreams and Reflections), όπου ο λόγος σας ήταν πολύ πιο ήρεμος σε σχέση με όσα λέγατε στην πρώτη (Faithfull). Η επερχόμενη έκδοση A Life on Record θα σηματοδοτήσει, τρόπον τινά, άλλη μία αλλαγή πλεύσης; Μην έχεις μεγάλες προσδοκίες. Το A Life on Record θα είναι απλά ένα βιβλίο με πολλές φωτογραφίες και με σχόλια, που θέλω να πιστεύω ότι είναι αστεία, από μένα. Δεν πρόκειται για αυτοβιογραφία. Θα είναι όμως πανέμορφο. Δεν ξέρω ακριβώς πόσες φωτογραφίες θα περιέχει, δεν κάθισα να τις μετρήσω, αλλά θα είναι πολλές. Τραβηγμένες από όλους τους σπουδαίους φωτογράφους με τους οποίους έχω δουλέψει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλα αυτά τα χρόνια.

Πώς νιώσατε κοιτάζοντας μαζεμένες τόσες πολλές φωτογραφίες σας; Πώς να νιώσω; Δε συγκινούμαι με τέτοια πράγματα φίλε μου.

Ελάτε τώρα, ξέρετε τι εννοώ. Δε μου δημιούργησε καμία ιδιαίτερη αίσθηση. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Δε νοσταλγώ όσα έχω ζήσει ή το πως ήμουν παλιότερα.

Από την αρχή πάντως δείξατε ότι είστε φτιαγμένη από εκείνο το καλούπι των καλλιτεχνών που δε φοβούνται να εκθέσουν μέσω της τέχνης τους – τα τραγούδια, στη δική σου περίπτωση – τον εαυτό τους. Για μένα ποτέ δεν υπήρξε ζήτημα επιλογής. Τουλάχιστον έτσι το αντιμετώπισα. Ως μία πηγαία ανάγκη. Ένιωθα ότι έπρεπε να δώσω στον κόσμο όσα περισσότερα κομμάτια του εαυτού μου μπορούσα.

Δεν σκεφτήκατε ποτέ πώς θα μπορούσε να εκλάβει ο κόσμος όλα αυτά που λέγατε, άρα και εσάς την ίδια; Όχι, ποτέ. Δε μου καίγεται ούτε γαμημένο καρφί γι’ αυτά που λέει ή πιστεύει ο κόσμος για μένα.

Πάντα έτσι ήσασταν; Δυστυχώς όχι. Όταν ήμουν μικρή, ήμουν πολύ πιο συμβατικός άνθρωπος και γι’ αυτό πληγωνόμουν πιο εύκολα. Και μα το θεό πληγώθηκα πολλές φορές. Όμως έχω αλλάξει. Βλέπω εντελώς διαφορετικά τα πράγματα τώρα.

Βοήθησε σε αυτό το ότι μετά την ιλιγγιώδη πορεία των πρώτων χρόνων σας ως rock ‘n’ roll μούσα ακολούθησε η πτώση των 70s και αργότερα η αναγέννησή σας ως rock ‘n’ roll εξοχότητα; Θέλω να πω ότι ποτέ σας δεν υπήρξατε άλλη μία τραγουδίστρια που προσπαθούσε να τα καταφέρει… Ναι, ποτέ δεν υπήρξα ένα κοριτσάκι που ήθελε να γίνει τραγουδίστρια. Άκου φίλε, έχω περάσει πολλά. Άλλαξα και μετά άλλαξα ξανά. Ίσως να έχεις δίκιο. Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι επιτέλους είμαι ως άνθρωπος ακριβώς εκεί που θέλω να είμαι. Σε όλα τα υπόλοιπα, δε δίνω σημασία. Δεν ασχολούμαι, πως το λένε.

Ξέρετε όμως ότι πρέπει να σας ρωτήσω σχετικά με αυτό που είπατε πρόσφατα και γίνατε πρώτο θέμα στις ειδήσεις. Τι εννοείς; 

Εννοώ τις δηλώσεις σας στο Mojo, ότι ένας παλιός σας φίλος ήταν αυτός που έδωσε στον Jim Morrison την τελευταία δόση ηρωίνης που πήρε ποτέ… Άντε γαμήσου. Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο.

Έχω το περιοδικό μπροστά μου. Αν δεν θέλετε να σχολιάσετε, πείτε απλώς «ουδέν σχόλιο». Οκ. Δεν θα κάνω κανένα σχόλιο.

Κι εγώ δεν θα σας κάνω άλλη ερώτηση. Ευχαριστώ.

Το Give My Love to London θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τη Feelgood.
Θεοδόσης Μίχος

Ο Θεοδόσης Μίχος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Ζει στο κέντρο της Αθήνας από το 1998. Εργάζεται ως δημοσιογράφος (είναι συνιδρυτής της Popaganda) και ραδιοφωνικός παραγωγός (καθημερινά 8-10πμ στον Best 92.6). Είναι συγγραφέας των βιβλίων Κράτα το σόου (2016) και Η Αλκμήνη και οι άλλοι (2020).

Share
Published by
Θεοδόσης Μίχος