Θυμάμαι την εποχή που τη γνωρίσαμε ως Ilia Darlin. Εκείνα τα χρόνια που η ελληνική αγγλόφωνη σκηνή έψαχνε ακόμα πώς να υπάρξει. Μετά ήρθε η IOTA PHI, μια πιο σκοτεινή, πιο conceptual φάση, σχεδόν σαν alter ego βγαλμένο από μεταμεσονύκτιο πάρτυ στο Ανατολικό Λονδίνο και τώρα η επιστροφή στο απλό ILIA μοιάζει περισσότερο με απογύμνωση παρά με rebranding.
Κάπως έτσι ακούγεται και το LP2, σαν ένας δίσκος συμφιλίωσης με όλες τις προηγούμενες εκδοχές της. Ένα άλμπουμ που δεν λειτουργεί σαν “δυναμική επιστροφή” με τους όρους που συνηθίζει να πουλάει η μουσική βιομηχανία σήμερα, αλλά σαν ένας εσωτερικός χάρτης. Μέσα στα επτά κομμάτια, από τις “Ατσαλένιες Πεταλούδες” μέχρι το “Meds in C”, η ILIA φτιάχνει έναν κόσμο στον οποίο συνυπάρχουν granular synths, hyperpop υφές, πιάνα, έγχορδα και μια διάχυτη αίσθηση νυχτερινής αστικής μοναξιάς.
Με αφορμή τη νέα κυκλοφορία κάναμε μία κουβέντα για όλα αυτά τα χρόνια. Από τα underground live του Νότιου και Ανατολικού Λονδίνου μέχρι το Los Angeles και τις συνεργασίες με ονόματα όπως ο Daniel Heath και ο Billy Mann, από τα φεστιβάλ στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ μέχρι τη συμμετοχή της στην “Ίριδα” των Στέρεο Νόβα, η ILIA ακολουθεί εδώ και χρόνια μια πορεία που ποτέ δεν έμοιαζε ιδιαίτερα “στρατηγική”. Ίσως γιατί, όπως λέει και η ίδια, καλλιτεχνικά θα της κόστιζε περισσότερο να μην κάνει αυτές τις στροφές. Πάντως, αν κάτι πρέπει να της δώσω περισσότερο, είναι ότι σε μια εποχή που όλοι προσπαθούν να μοιάσουν αναγνωρίσιμοι και σταθεροί, εκείνη εξακολουθεί να λειτουργεί σαν shapeshifter.
Ξεκίνησες ως Ilia Darlin, πέρασες από το IOTA PHI και τώρα επιστρέφεις στο απλό Ilia. Είναι μια διαδρομή ονομάτων που μοιάζει σχεδόν με μικρές επανεκκινήσεις ταυτότητας. Τι άφησες πίσω σε κάθε φάση και τι κράτησες μέχρι σήμερα; Ωραία το είπες και κάπως έτσι είναι. Το Ilia Darlin ταίριαζε στην περσόνα που είχα όταν ξεκίνησα, μετά όμως ένιωσα να με βαραίνει. Τα ελληνικά μέσα (στην πλειονότητά τους) δεν νομίζω πως αντιλήφθηκαν αυτό που έκανα, αλλά και “δικοί” μου άνθρωποι τότε θέλησαν να εκμεταλλευτούν καταστάσεις. Αυτά τα μπαγκάζια τα άφησα. Στο IOTA PHI ήμουν πιο ώριμη δημιουργικά. Θελησα να δώσω χώρο σε έναν συνεργάτη μου και μου άρεσε γιατί δεν ήταν τόσο προσωποκεντρικό, επίσης ήθελα ο κόσμος να επικεντρωθεί πιο πολύ στη μουσική και όχι στο παρελθόν. Η συνεργασία μας όμως έληξε και το IOTA PHI δεν είχε πια νόημα για μένα. Το ILIA είναι το όνομά μου και πλέον μου είναι αρκετό. Εμπεριέχει ό,τι έχω κάνει και μπορεί να εμπεριέξει και ό,τι έρθει. Σε αυτή τη φάση έχω συμφιλιωθεί με το ότι είμαστε όλοι διαφορετικοί και μοναδικοί και πως όλοι θα έχουν τη γνώμη τους. Όλα με έχουν βοηθήσει να φτάσω εδώ που είμαι σήμερα.
Δεν μου άρεσε ο πουριτανισμός και η περιθωριοποίηση ομάδων που απέκλιναν από το “κανονικό”
Το LP2 έρχεται σε μια στιγμή που φαίνεται να έχεις κατασταλάξει αισθητικά. Είναι όντως έτσι ή είναι άλλη μια μεταβατική φάση που απλώς μοιάζει πιο “ήσυχη” στην επιφάνεια; Πιστεύω πως οι καλλιτέχνες διαβάζουν την εποχή και δέχονται ερεθίσματα από το πεδίο και το συλλογικό συναίσθημα και αυτά τα μεταφράζουν στη δουλειά τους και παράλληλα σχολιάζουν ή προτείνουν κατευθύνσεις ακόμα και για το μέλλον. Δεν μου άρεσε ο πουριτανισμός και η περιθωριοποίηση ομάδων που απέκλιναν από το “κανονικό”. Ήθελα πάντα να κάνω κάτι που θα βοηθήσει με κάποιον τρόπο. Έλεγαν πως αντέγραφα ενώ υπήρχαν ιδέες που είχαμε ήδη κάνει πριν από άλλους, αλλά δεν μπορούσαν να μου το δώσουν αυτό. Όντας Ελληνίδα “έπρεπε” να έχω αντιγράψει, το δικαίωμα στην “πρωτοπορία” ή έστω στις ιδέες δεν ήταν αποδεκτό. Τώρα αντίστοιχα το τοπίο έχει αλλάξει, θέλω να κάνω κάτι διαφορετικό. Είμαστε σε μια κορύφωση ναρκισσισμού, σεξουαλικοποίησης (όχι σεξουαλικής απελευθέρωσης) και δεν θέλω να συμβάλλω σε αυτό. Παράλληλα η ανθρωπότητα είναι αλλού τώρα, μιλάμε για κβαντική φυσική στην καθημερινότητα και τη σχέση μας με τη μηχανή και με ενδιαφέρει το πού θα πάμε σαν είδος, πάντα με σουρεαλισμό και χιούμορ βέβαια.
Στο LP2 υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ισορροπία, ελληνικός στίχος στα περισσότερα κομμάτια, αλλά και δύο αγγλόφωνα tracks. Πώς αποφασίζεις κάθε φορά τη γλώσσα; Είναι θέμα συναισθήματος, αγοράς ή καθαρά μουσικής ανάγκης; Τώρα που ζω εδώ ήθελα να τραγουδήσω στα ελληνικά. Ήταν και ένα τεστ για μένα, δεν είναι εύκολη η ελληνική γλώσσα, ούτε για να γράψεις στίχο αλλά ούτε και να τραγουδήσεις, χωρίς να παρασυρθείς από τα ελληνικά ακούσματα μιας ζωής. Έχω τελειώσει το Εθνικό Ωδείο, νομίζω μπορείς να καταλάβεις ποιος έχει πάει στο Εθνικό αν του ζητήσεις να τραγουδήσει Αλεξίου πχ. ‘Επρεπε να βρω τον δικό μου τρόπο που δεν είχα εξερευνήσει τόσα χρόνια. Το “Life” και το “Meds in C” δεν θα μπορούσα να τα φανταστώ στα ελληνικά, εδώ τα αγγλικά ήταν μουσική ανάγκη.
Η αίσθηση της ευθραυστότητας, η τρυφερότητα, η ευαισθησία, είναι απαραίτητα αν θέλεις να είσαι ολόκληρος. Χωρίς αυτά δεν μπορείς να είσαι πραγματικά δυνατός
Οι “Ατσαλένιες Πεταλούδες” είναι ένας τίτλος που κουβαλάει ήδη μια ένταση, είναι εύθραυστο και σκληρό μαζί. Νιώθεις ότι αυτό το δίπολο περιγράφει και εσένα ως καλλιτέχνιδα σήμερα; Σίγουρα. Περιγράφει εμένα σαν άνθρωπο γενικότερα. Και ο δίσκος αυτός είναι μια συμφιλίωση με αυτά τα χαρακτηριστικά. Θεωρητικά θέλουμε μόνο το σκληρό που το ταυτίζουμε με τη δύναμη, αλλά σκέψου πόσο άκαμπτο και στεγανό θα ήταν αυτό. Βρίσκω πλέον πως η αίσθηση της ευθραυστότητας, η τρυφερότητα, η ευαισθησία, είναι απαραίτητα αν θέλεις να είσαι ολόκληρος. Χωρίς αυτά δεν μπορείς να είσαι πραγματικά δυνατός.
Από τότε που ξεκίνησες μέχρι σήμερα, τι έχει αλλάξει πιο βίαια; Ο τρόπος που γράφεις μουσική ή ο τρόπος που η μουσική υπάρχει και κυκλοφορεί μέσα στον κόσμο; Ο τρόπος που η μουσική υπάρχει και κυκλοφορεί σίγουρα. Δεν το λέω με τρόπο μελό, αλλά η μουσική δέχεται επίθεση και το ίδιο και οι μουσικοί. Streaming platforms, AI, εξαγορά μεγάλων φεστιβάλ από μεγάλες εταιρείες, social media platforms, radio playlists. Πρέπει να είμαστε content creators… η λέξη “content” με διαλύει. Η μουσική είναι σαν τον αέρα που αναπνέουμε και πλέον τη διαχειριζόμαστε με μόνο γνώμονα το κέρδος, κέρδος για λίγους, κέρδος για τη βιομηχανία του πολέμου. Κέρδος για ανθρώπους που δεν πιστεύω πως ακούν καν μουσική. Και έτσι σε διαπραγμάτευση με μεγάλη δισκογραφική, πριν συμφωνήσουμε καν στα μουσικά, εστιάζουν στο ότι έχω ωραία μαλλιά και πόσες διαφημίσεις μπορώ να κάνω…
Το LP2 έχει έναν μινιμαλιστικό χαρακτήρα, σχεδόν υπόγειο. Είναι επιλογή αισθητική ή και μια αντίδραση στον υπερκορεσμό και τον “θόρυβο” της σύγχρονης μουσικής σκηνής; Χαίρομαι που το διαβάζεις έτσι γιατί είναι σίγουρα ένας συνδυασμός και των δύο.
Στην ελληνική μουσική πραγματικότητα σήμερα, βλέπουμε μια περίεργη συνύπαρξη: από τη μία πολύ polished pop παραγωγές και από την άλλη πιο ανεξάρτητα, εσωτερικά projects σαν το δικό σου. Νιώθεις ότι υπάρχει χώρος για όλα ή ότι κάποια πράγματα απλώς επιβιώνουν πεισματικά; Είμαι της άποψης πως ο καθένας πρέπει να δουλεύει γι’ αυτό που ονειρεύεται και τον εκφράζει και πως όλοι έχουμε μια μοναδική οπτική για τα πράγματα και αυτή αξίζει να υπηρετούμε. Όλοι μαζί φτιάχνουμε ένα παζλ και θα ήταν όντως ωραίο να έχουμε όλοι τον χώρο μας. Χωρίς πείσμα δεν επιβιώνει κανείς και πουθενά.
Οι στροφές στην καριέρα σου δεν φαίνεται να έγιναν με όρους “στρατηγικής επιτυχίας”, αλλά περισσότερο εσωτερικής ανάγκης. Πόσο κοστίζει αυτό -καλλιτεχνικά ή και πρακτικά- σε μια μικρή αγορά όπως η ελληνική; Καλλιτεχνικά θα μου κόστιζε αν δεν τις είχα κάνει αυτές τις αλλαγές. Πρακτικά δεν ξέρω να σου πω, δεν μπορώ να το αξιολογήσω.
Αν έπρεπε να περιγράψεις το LP2 όχι ως άλμπουμ αλλά ως φάση ζωής, τι τίτλο θα του έδινες πέρα από αυτόν που ήδη έχει; “Shapeshifter”, που παραλίγο να είναι και το όνομα του δίσκου.
Πώς είναι η καθημερινότητά σου σήμερα και τι ετοιμάζεις σε σχέση με ζωντανές εμφανίσεις; Πέρασα μια πάρα πολύ απαιτητική περίοδο με την κυκλοφορία του δίσκου, όντας ανεξάρτητη καλλιτέχνιδα στην Ελλάδα. Κάνω πολύ διαφορετικά πράγματα μέσα στην ημέρα μου και αυτό, παρά τις δυσκολίες, το απολαμβάνω. Στην καθημερινότητά μου γράφω μουσική, εξασκούμαι στην αρχαιοελληνική λύρα, τρέχω τη δισκογραφική μου, κάνω τις παραγωγές των βίντεο, editing και άλλα πολλά και κάθε μέρα είμαι μαμά. Τις εμφανίσεις μου θα σας τις πω εν καιρώ και ελπίζω να τα πούμε εκεί έξω.