Photo: ©Eleftheria Laskaridou
Οι ιστορίες της Lah Porella είναι γεμάτες χρώματα και μουσική. Με καταγωγή από την Ερεσό της Λέσβου, ξεκίνησε αρχικά μέσα από τη ζωγραφική, πριν μεταφέρει αυτή την ίδια ανάγκη έκφρασης στη μουσική. Το όνομά της, εμπνευσμένο από ένα είδος ορχιδέας, δεν είναι τυχαίο, όπως και τίποτα στον κόσμο της. Όλα μοιάζουν να συνδέονται οργανικά, χωρίς επιτήδευση, σαν να προέκυψαν από μια εσωτερική ανάγκη και όχι από στρατηγική.
Αυτό φαίνεται και στον ήχο της. Με electro-folk ρίζες, indie ένστικτο και μια αφοπλιστική ανάγκη για αλήθεια,το debut album της Πράσινη Σκάλα, που παρουσιάζει ζωντανά στο ILION Plus, γίνεται το πιο προσωπικό της βήμα μέχρι τώρα και μια γιορτή που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα.
Στην Πράσινη Σκάλα μπλέκει electro-folk στοιχεία με indie και alternative αποχρώσεις, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που ισορροπεί ανάμεσα στο ονειρικό και το βιωματικό, ακόμα και όταν αυτό σημαίνει να κρατήσει μέσα του τις πρώτες, ακατέργαστες ηχογραφήσεις από ένα κινητό, σαν μικρά ηχητικά ημερολόγια.
«Η πιο δύσκολη σκάλα ήταν να αφεθώ στο συναίσθημα», μου λέει στην κουβέντα που κάναμε. «Να εκτεθώ και να επικοινωνήσω ανοιχτά όσα θέλω, χωρίς να σκέφτομαι τα “πρέπει”». Αυτή λοιπόν είναι όλη η ουσία αυτού του project, η απόφαση να αφήσει πίσω τον φόβο και να σταθεί απέναντι στον εαυτό της χωρίς φίλτρα.
Το live στις 23 Απριλίου στο ILION Plus έρχεται να δώσει σάρκα και οστά σε αυτή τη διαδρομή. Μαζί με την μπάντα της, παρουσιάζει για πρώτη φορά ολόκληρο τον δίσκο επί σκηνής, αλλά και ακυκλοφόρητο υλικό, μετατρέποντας τη βραδιά σε κάτι που η ίδια επιμένει να ονομάζει «γιορτή» και όχι απλώς συναυλία. Και έχει δίκιο αφού η λέξη “γιορτή” κουβαλάει μια ζεστασιά, μια συλλογικότητα, μια υπόσχεση ότι κάτι θα μοιραστεί.
Στη σκηνή θα τη συνοδεύει ένα πολυσυλλεκτικό σχήμα μουσικών (Στέλιος Μίχας Εγγλέζος – τρομπόνι, Αναστάσης Κοτσίνης – κιθάρα και synth, Weronika Amelia Kijewska – βιολοντσέλο, Δημήτρης Κοντός – τύμπανα, Βασίλης Καβουκίδης – πιάνο και μπάσο), ενώ το live θα ανοίξει ο Laertis, φέρνοντας τη δική του alternative folk και psychedelic ενέργεια.
Όμως, πέρα από τα ονόματα και τις πληροφορίες, αυτό που έχει σημασία είναι το συναίσθημα που υπόσχεται να αφήσει πίσω της η βραδιά, αφού, όπως λέει και η ίδια: «Θα ήθελα ο κόσμος να φύγει με μια αίσθηση ελπίδας και τρυφερότητας».
Ποια είναι η ιστορία της Lah Porella και γιατί έχει αυτό το όνομα; Το Lah Porella γεννήθηκε πριν από περίπου πέντε χρόνια, στην Ερεσό της Λέσβου, απ’ όπου και κατάγομαι. Είχα ξεκινήσει ξανά να ζωγραφίζω πιο εντατικά και είχα αποφασίσει να δώσω ένα όνομα σε όλο αυτό. Τότε, στους πίνακές μου έδινα ονόματα από λουλούδια και τυχαία βρήκα ένα είδος ορχιδέας που λέγεται leporella. Μου άρεσε πολύ. Το άλλαξα λίγο και έτσι προέκυψε το Lah Porella. Πριν από μερικούς μήνες αποφάσισα να ψάξω λίγο περισσότερο για τις ιδιότητες αυτού του λουλουδιού και εκεί κατάλαβα ότι κάποια πράγματα ίσως είναι κάτι παραπάνω από τύχη. Αυτό το λουλούδι κι εγώ έχουμε πολλά κοινά, γι’ αυτό και το επόμενο τραγούδι που θα κυκλοφορήσω έχει τίτλο «leporella».
Η «Πράσινη Σκάλα» περιγράφεται σαν μια ιστορία ενηλικίωσης. Ποια ήταν η πιο δύσκολη “σκάλα” που χρειάστηκε να ανέβεις για να φτάσεις εδώ; Η πιο δύσκολη σκάλα ήταν να αφεθώ στο συναίσθημα. Να νιώσω εντάξει με εμένα, να εκτεθώ και να επικοινωνήσω ανοιχτά όσα θέλω, χωρίς να σκέφτομαι τα «πρέπει». Να δώσω χώρο σε αυτό που πραγματικά είμαι. Νομίζω πως αυτός ο δίσκος είναι η πρώτη φορά που ένιωσα τόσο συμφιλιωμένη με τη φωνή μου -όχι μόνο μουσικά, αλλά και προσωπικά.
Lah Porella & Lorqa
Η «μικρή Αφροδίτη» μεγάλωσε. Τι κρατάς ακόμα ζωντανό από εκείνο το κορίτσι και τι έχεις αφήσει πίσω; Κρατάω την περιέργεια, τη φαντασία, την ανεμελιά και το πείσμα της να αποφεύγει τους ορισμούς και τις γενικεύσεις. Κρατάω την ανάγκη της να νιώθει τα πράγματα βαθιά και χωρίς φίλτρα. Η «μεγάλη» Αφροδίτη έχει αφήσει πίσω τον φόβο της ειλικρίνειας, του ρίσκου και την ανάγκη να υπακούω σε κάτι έξω από εμένα.
Ο δίσκος μπλέκει electro-folk με indie και alternative στοιχεία. Αυτός ο ήχος προέκυψε οργανικά ή ήταν συνειδητή κατεύθυνση; Προέκυψε πολύ οργανικά. Την πρώτη φορά που βάλαμε όλα τα κομμάτια σε μία λίστα και τα ακούσαμε σαν μια ολόκληρη μουσική διαδρομή, μαζί με τον μουσικό παραγωγό μου, τον Lorqa, συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικά αλλά και πόσο οικεία είναι μεταξύ τους. Πήγαμε πολύ με το ένστικτο και όχι με τη σκέψη ότι «πρέπει να ακούγεται έτσι». Μου αρέσουν πολύ οι αντιθέσεις -γι’ αυτό και ήθελα να υπάρχει μέσα στον δίσκο κάτι ανθρώπινο, αληθινό, με «ψεγάδια», και συνάμα κάτι ονειρικό. Τα ηλεκτρονικά στοιχεία να συνυπάρχουν με τα παραδοσιακά, τα synths με τους τζουράδες. Μάλιστα, σε δύο κομμάτια του δίσκου, «Το μυστικό της Αφροδίτης» και «Το κοκοράκι (με την παρέα)», κρατήσαμε επίτηδες ως βασική πηγή τις πρώτες ηχογραφήσεις που είχα κάνει μόνη μου στο κινητό. Ήθελα να μείνει αυτή η αίσθηση του ακατέργαστου, μέσα σε έναν πιο «στουντιακό»/ «τέλειο» κόσμο.
Το live το περιγράφεις σαν “γιορτή” και όχι σαν συναυλία. Τι σημαίνει για σένα μια συναυλία που ξεφεύγει από τα κλασικά; Η λέξη «γιορτή» έχει για μένα περισσότερη ζεστασιά. Η μουσική δεν είναι ποτέ μόνο παρουσίαση· είναι συνάντηση. Είναι μια βραδιά όπου μπορούμε να γελάσουμε, να συγκινηθούμε, να τραγουδήσουμε, να χορέψουμε και να νιώσουμε μαζί. Αυτό είναι η γιορτή: ένταση, συγκίνηση, αλλά και ελευθερία. Να φύγεις νιώθοντας ότι έζησες κάτι, όχι απλώς ότι το είδες.
Μιλώντας για γιαγιαδίστικο μαγείρεμα, τελικά πόσο σημαντική είναι η έννοια της “οικειότητας” σε αυτό που παρουσιάζεις; Είναι ίσως το πιο βασικό στοιχείο. Ό,τι κάνω ξεκινά από εκεί. Αν αυτό που γράφω ή τραγουδάω δεν είναι πρώτα οικείο για εμένα, δεν μπορώ να το νιώσω αληθινό. Πολλές από τις προσωπικές μου, φαινομενικά «απλές» εμπειρίες, είναι τελικά κοινές εμπειρίες πολλών ανθρώπων. Τραγουδάω για το σπίτι μου, για τους φίλους μου, για τα συναισθήματα, για όλα εκείνα που με διαμορφώνουν.
Θα ακούσουμε και ακυκλοφόρητο υλικό. Είναι συνέχεια της «Πράσινης Σκάλας» ή κάτι τελείως διαφορετικό; Νιώθω πως ακόμα η «μικρή» Αφροδίτη δεν έχει πει όλα όσα θα ήθελε να πει. Οπότε ναι, στην επόμενη δισκογραφική δουλειά θα υπάρχουν κοινές θεματικές και συναισθηματικές συνέχειες. Παρ’ όλα αυτά, επειδή μου αρέσει ο πειραματισμός, αφήνω πάντα ένα ερωτηματικό στις λεπτομέρειες. Μου αρέσει η ιδέα κάθε νέας δουλειάς να ανοίγει λίγο περισσότερο τον κόσμο της προηγούμενης.
Πώς αλλάζουν τα κομμάτια σου όταν βγαίνουν στη σκηνή με full band σε σχέση με το στούντιο; Ήταν ένας μικρός φόβος το πώς θα καταφέρω να παρουσιάσω ζωντανά τα κομμάτια όσο πιο κοντά γίνεται στην αρχική ηχογράφηση. Τα τραγούδια όμως είναι ζωντανοί οργανισμοί -κάθε φορά αλλάζουν, εξελίσσονται και μεταμορφώνονται ανάλογα με την περίσταση. Είναι πραγματικά ευλογία να τα μοιράζομαι στη σκηνή με τόσο ταλαντούχους μουσικούς και να τα βλέπω να παίρνουν νέα μορφή. Στο ILION Plus θα είναι μάλιστα η πρώτη φορά που θα παίξουμε όλη η μπάντα μαζί, και πραγματικά ανυπομονώ.
Μετά από αυτή τη “σκάλα”, ποιο είναι το επόμενο ρίσκο που φοβάσαι αλλά ξέρεις ότι πρέπει να πάρεις; Νομίζω το επόμενο ρίσκο είναι να συνεχίσω να πηγαίνω ακόμα πιο βαθιά, χωρίς να αυτολογοκρίνομαι. Να αφήσω τον εαυτό μου να εξελιχθεί και να πει πράγματα που ίσως ακόμα φοβάται να πει. Κάθε επόμενο βήμα έχει μέσα του λίγο φόβο, αλλά μάλλον εκεί κρύβεται και η αλήθεια.
Υπάρχει κάποιο κομμάτι που κάθε φορά που το λες live σε διαλύει λίγο μέσα σου; Η Φοινικούπολη και συγκεκριμένα στον στίχο «Γεννήθηκε, πλύθηκε σ’ άνυδρη γη, ζαλάδα που φέρνει η τροπή».
Τι θα έλεγες, με λίγες λέξεις, σε κάποιον που σε συναντά για πρώτη φορά, για να περιγράψεις τον εαυτό σου; Αγαπώ πολύ τα χρώματα, μου αρέσει να μπλέκω στοιχεία αντί να τα ξεχωρίζω και εκτιμώ πολύ ένα καλό κρασί παρέα με τους φίλους μου.
Αν το κοινό φύγει από το ILION Plus με ένα μόνο συναίσθημα μετά το live, ποιο θα ήθελες να είναι αυτό; Θα ήθελα να φύγει με μια αίσθηση ελπίδας και τρυφερότητας. Να νιώσει πως για λίγο μοιραστήκαμε κάτι αληθινό και ανθρώπινο.