TV SHOWS

1899: Μια άξια συνέχεια του Dark ή μια μπούρδα άνευ προηγουμένου;

Είμαστε στο 1899. Ένα ατμόπλοιο με μετανάστες, εγκαταλείπει τη γηραιά ήπειρο και κατευθύνεται δυτικά προς την Αμερική. Οι επιβάτες του, ένα ανθρώπινο μπουκέτο ευρωπαϊκής καταγωγής, είναι γεμάτοι ελπίδες και όνειρα για την νέα ήπειρο αλλά και για τον νέο αιώνα που ξανοίγεται μπροστά τους. Όλα παίρνουν όμως μια απροσδόκητη τροπή όταν ανακαλύπτουν ένα άλλο πλοίο με μετανάστες που έχει παρασυρθεί και χαθεί στην ανοιχτή θάλασσα, εδώ και μήνες. Γιατί αυτό που θα βρουν στο «χαμένο» πλοίο θα μετατρέψει το πέρασμα τους στη γη της επαγγελίας σε έναν τρομακτικό εφιάλτη.

Το στόρι της νέας σειράς από την ομάδα που έβαλε τους Γερμανούς με τσαμπουκά πρώτου νικητή στο παιχνίδι του Netflix, είχε σκάσει σαν είδηση-βόμβα ήδη από την εποχή που το Dark, αυτό το masterpiece τηλεοπτικού εγκεφαλογραφήματος, αυτό που άνοιξε το δρόμο για κάθε Squid Game και Lupin που ακολούθησε, τελείωνε το ταξίδι του μέσα στο σκοτεινό Εγώ του, σκορπώντας παράλληλα ερωτηματικά και hashtag αγωνίας για το τηλεοπτικό μετά.

«Και τώρα τι;»  Οι πρώτες λέξεις για το 1899 άρχισαν να κυκλοφορούν θορυβωδώς στο διαδίκτυο. Τρίγωνο των Βερμούδων. Χαμένα πλοία. Χαμένες ζωές. Μεταναστευτικό εποχής. Global casting. Και άρχισαν να χτίζουν εντυπώσεις. Και πιθανά σενάρια αποτυχίας και επιτυχίας. Ο πήχης ήταν δυσθεώρητος και, όσο και να ήθελες λίγη ακόμη καλή τηλεόραση, ο ξινιόλης μέσα σου ήθελε να πάρει θέση. Επαναλαμβάνεται ο μύθος; Η πολυπλοκότητα του γρίφου μπορεί να είναι και πάλι επιτυχής; Το κάψιμο στο βάθος του εγκεφάλου μπορεί ναι παραμείνει απολαυστικό, ειδικά τις στιγμές  που τα ερωτήματα και οι απορίες μένουν τόσο αναπάντητα;

Νομίζω πως η μεγαλύτερη επιτυχία του Dark -πέρα ενός εκρηκτικού art direction που σε άφηνε σταθερά με το στόμα ανοιχτό- ήταν αυτή ακριβώς. Όσο το αλλόκοτα συνωμοσιολογικό γινόταν πιο έντονο, τόσο το δεχόσουν, όσο η εξήγηση στα σεναριακά ερωτήματα γινόταν πιο δαιδαλώδης και από άλυτο μαθηματικό πρόβλημα, τόσο γινόταν αποδεκτή και γιατί όχι κατανοητή. Όσο ο χρόνος χανόταν μέσα σε εκείνη τη σπηλιά, τόσο ήθελες και συ να πηγαινοέρχεσαι μέσα σε αυτή. Ή μέσα από αυτή. Όσο πιο κουλό τόσο πιο καλό. Δεν πούλησε ποτέ κάτι άλλο. Δεν κυνήγησε ποτέ κάτι άλλο. Ήθελε να είναι έξυπνο και κατάφερε να είναι ιδιοφυές.

Το 1899 δεν είναι.

Περιέργως, μέχρι εκείνη τη στιγμή στο τέλος, που όλα μπορούν να πάνε κατά διαόλου (και πάνε), έχεις ψηθεί για το αντίθετο. Για την ακρίβεια, έχεις ψηθεί πολύ για το αντίθετο. Υπάρχουν όλα αυτά τα ωραία στοιχεία για να χτίσεις μια παράξενη ιστορία σε μια σεβαστή διαδοχή της προηγούμενης επιτυχίας. Δέκα εκατομμύρια ευρώ διάσπαρτα και ακουμπισμένα πάνω σε μια εξωφρενική καλλιτεχνική διεύθυνση, έτοιμη να ανακουφίσει με την ομορφιά της κάθε σου πονοκέφαλο – ακόμη και όταν αυτό γίνεται εμφανώς εις βάρος κάθε σεναριακής ενσυναίσθησης (Spoiler: βλέπε για παράδειγμα την χορογραφημένη άψογα ομαδική αυτοκτονία που μοιάζει με πίνακα του Ιερώνυμου Μπος που κανείς όμως δεν κατάλαβε και δεν έκλαψε από συγκίνηση μπροστά του).

Επίσης υπάρχει μια άρτια παρέλαση ηθοποιών από όλη την Ευρώπη, ανακουφισμένων στις περισσότερες των περιπτώσεων από την έλλειψη ανάγκης να τα «πούνε» στα αγγλικά αφού εδώ ο καθείς ομιλεί στη δική του κυρίως γλώσσα. Όπως ακόμη ένα σταθερό κλείσιμο του ματιού στο παράλογο, στο εξωφρενικό και το αδύνατο αφού τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και κανείς δεν είναι αυτό που είναι. Και μια ανάγκη για να διηγηθείς μια ιστορία μυστηρίου και όχι επιστημονικής φαντασίας.

Είσαι ακόμα στην αρχή; Ωραία. Είσαι cool και δεν τσιμπάς και τόσο με τα κλισεδάκια που σκάνε στο κεφάλι σου. Το ένα πλοίο στο 1899 λέγεται Κέρβερος – από τον πολυκέφαλο τερατώδη σκύλο που φύλαγε τον Άδη. Το άλλο, το εξαφανισμένο, Προμηθέας – από το όνομα του Τιτάνα που είναι καταδικασμένος να περάσει την αιωνιότητα έχοντας το συκώτι του καταβροχθισμένο από αετό. Ή απλώς ένα κλείσιμο ματιού στο Prometheus του Ridley Scott από το 2012, έτσι για να υπάρχει.

«What Is lost Will Be Found». Κράτα το. Μέχρι να τελειώσει το τηλεοπτικό ταξίδι, θα σου γίνει τατουάζ στο θυμικό. Όχι απαραίτητα με τον τρόπο που φαντάζεσαι.

Οι creators του 1899, Baran bo Odar και Jantje Friese, έριξαν στις πρώτες τους συναντήσεις και στις αρχικές ανταλλαγές email κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες για ιστορίες χαρακτήρων. Ένας καπετάνιος που χάνει την οικογένεια του σε πυρκαγιά και γίνεται συλλέκτης ακριβού αλκοόλ, μια κόρη πλοιοκτήτη που ψάχνει τον αδερφό της και ένα closing με τον πατέρα, ένα αγόρι που αγαπά αγόρια και η ερωτική του περιπέτεια οδηγεί άγρια στην «εκδίωξη» της οικογένειας τους εκτός ηπείρου, ένα άλλο αγόρι που αγαπά αγόρια αλλά δεν του φτάνει, μια Κινέζα που δεν διστάζει να φτάσει σε φόνο για να κερδίσει την ελευθερία της, ένας που κλέβει ταυτότητα προς χάρη μιας κάποιας ταξικής αναρρίχησης και κάποιος άλλος που τον καταδιώκει γι’ αυτό, ένας που κρύβει επιμελώς φωτογραφία με το άγαλμα της ελευθερίας στην τσέπη του… 

Και μετά πρόσθεσαν, οι καλοί creators, και κάποιες καλές κατευθύνσεις για να μπορέσουν να βρουν οι χαρακτήρες μια άλφα δικαίωση. Και αποφάσισαν. Να εξερευνήσουν τον εγκέφαλο σαν βόλτα σε παιδική χαρά. Να χαϊδέψουν τις γοτθικές εμμονές τους. Να μπλέξουν τον χρόνο με το χώρο. Πάλι. Να επαναπροσδιορίσουν τι σημαίνει «μυστικό πέρασμα». Να συσχετίσουν το τότε με το τώρα, μέσα από μια μεταναστευτική αλληγορία. Και να δώσουν, μέσα από δεκάδες flashbacks, βήμα για να εκφραστούν θέματα των καιρών μας: η βία, η απώλεια, η θρησκοληψία, η διαφορετικότητα, ο έρωτας. Ακόμη και αν υπάρχουν στιγμές που νιώθεις πως παρακολουθείς επίδειξη τάπερ, μη γκρινιάξεις, έχει την αξία του, ειδικά αν σκεφτείς πως αυτό γίνεται μέσα από την πιο mainstream πλατφόρμα αυτή την στιγμή στον κόσμο.    

Και πέρα ή μέσα από αυτές τις μικρές ιστορίες, πήγαν και τοποθέτησαν ένα γλωσσικό παιχνίδι που όμοιο του δεν θυμάμαι να έχει επιχειρηθεί τοιουτοτρόπως (ας αφήσουμε απ’ έξω τις ταινίες του Σμαραγδή παρακαλώ).

Ας μείνουμε λίγο εδώ. Καθώς αυτή η ενδιαφέρουσα, ειδικά στην εξέλιξη της, πολυγλωσσία, είναι κι αυτή που χτυπάει το πρώτο καμπανάκι πως κάτι αρχίζει να μην πηγαίνει καλά. Κάπου εκεί μετά την πρώτη στροφή των οκτώ επεισοδίων, στα μισά δηλαδή της διαδρομής. Στο 1899 θα ακούσεις τους πολλούς πρωταγωνιστές του, να μιλούν σε αρκετές από τις γλώσσες του κόσμου. Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, πορτογαλικά, πολωνικά, μανδαρινικά. Μιλούν ο καθένας με τη δική του και συνεννοούνται. Ή μάλλον δεν έχει σημασία αν αυτό δεν συμβαίνει.

Γιατί το λεκτικό τρικ αυτών των πρώτων επεισοδίων, είναι πως σε παρασέρνει σε κάτι που αργείς να συνειδητοποιήσεις και να ασχοληθείς μαζί του. Οι διάλογοι είναι φτιαγμένοι σχεδόν μαγικά. Αν κάποιος για παράδειγμα ρωτήσει κάτι, ο άλλος απλά τον κοιτάει χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να του απαντήσει σε αυτό. Απλά συνεχίζει λέγοντας κάτι στη δική του γλώσσα που μοιάζει με απάντηση αλλά δεν είναι. Έξυπνο και πραγματικά πολύ καλά στημένο.

Όσο όμως όλοι αρχίζουν και χάνονται στους φανερούς και μυστικούς διαδρόμους (ή πύλες;) του πλοίου και να μετρούν απώλειες, όσο η σπηλιά του Dark και το πήγαινε έλα σε μια άλλη διάσταση γίνεται στο 1899 βόλτα σε εσωτερικούς ναυτιλιακούς «νευρώνες», ο ρυθμός στις γλώσσες γίνεται ζάλη και το ερώτημα «τι λες, δεν καταλαβαίνω» αρχίζει και πέφτει σε κάθε σκηνή, ξαφνικά και επιθετικά. Και έτσι, βλέπεις κάτι που δεν έβλεπες. Πως η πολυγλωσσία δεν είναι ευλογία αλλά πρόβλημα. Γιατί κάτι βαθύ θέλει να πει το ποιητή μάλλον αλλά δεν το λέει. Και έτσι ο ρυθμός χάνει το μέτρο του, όπως και οι διασωθέντες στα «βάθη» του πλοίου χάνουν τη λογική τους.

Το 1899 είναι μια σειρά που την καταπίνεις σαν ταινία. Στο τελευταίο πεντάλεπτο κάθε επεισοδίου ξέρει πως να σου πετάξει με προσοχή την μπανανόφλουδα, ώστε να πέσεις, να μη χτυπήσεις και να μείνεις εκεί. Επιδέξιο ακόμη και όταν σε δυσκολεύει με τις χαμένες σε απάθεια και σιωπή στιγμές του. Ακόμη και όταν αφήνεις τον καναπέ σου για να φτιάξεις μια συνοδευτική σπανακόπιτα, γυρίσεις λεπτά αργότερα και νιώθεις πως δεν έχασες κάτι που χρειαζόταν για να κατανοήσεις την εξέλιξη, το όλο παραμύθι είναι εκεί, έτοιμο να σε χειραγωγήσει και να σε τυλίξει στην εικόνα του. Ακόμη κι όταν αυτή δείχνει ξανά και ξανά το ίδιο.

Χαρακτήρες πηγαινοέρχονται στα ίδια σημεία, εδώ ανάμνηση – πέρα ανάμνηση, κάτω πλοίο – πάνω πλοίο, εδώ πύλη που χάνεται – εκεί πύλη που μένει, εδώ ζεις – εκεί πεθαίνεις, μέχρι δηλαδή κάποιος να φωνάξει, «φτάνει πια, ας ανατινάξει κάποιος το πλοίο» και χαθεί μέσα στο εκτεταμένο χειροκρότημα.

Σκληρό να διαπιστώνεις τα δίκια σου όταν δεν θες. Εκεί που το Dark μετά από τρεις ωραιότατους κύκλους σε αφήνει με ό,τι μπορεί να ερμηνευθεί και ό,τι δεν μπορεί, τίμια ξεκάθαρα και εγκεφαλικά, εδώ έχουμε ακριβώς αυτό το άλλο που ποτέ δεν θες. Στην διαπίστωση πως πέρασες ίσως από τις ωραιότερες εποχές της Ευρώπης για να σου πει κάποιος, ξύπνα, όνειρο ήταν τελικά, τίποτα δεν είδες, πουθενά δεν πήγες, ξύπνα, είσαι ακόμη στο γραφείο. Μάλιστα.  

Ένα trivia για σένα

Ο συμβολισμός του τριγώνου, που στα μόνο που δεν θα το δεις είναι σε μελομακάρονα στη διάρκεια των επεισοδίων, προέρχεται από τον κόσμο της αλχημείας. Τα τέσσερα στοιχεία της φύσης χρησιμοποιούνται εκτενώς παντού. Σε ρούχα (δες την γκαρνταρόμπα της γκέισας), σε κοσμήματα, σε πόρτες, στο πάτωμα ως ένδειξη «περάσματος», στον κωδικό Μορς, στο τατουάζ του αποτρόπαιου μικρού παιδιού με το «Little Lord Fauntleroy» κοστουμάκι …  Το λογότυπο δε, της ναυτιλιακής εταιρείας, επιδεικνύει το ανεστραμμένο σταυρωμένο τρίγωνο που αντιπροσωπεύει τη γη.

Κάπου σε έξω ξαναδεί

Ασχέτως τι θα νιώσεις στο τέλος της σειράς, νομίζω πως σε αυτό θα συμφωνήσουμε. Το 1899 δημιουργήθηκε για να καταλάβουμε πως αν δεν υπήρχε η Nicole Kidman θα έπρεπε να επινοηθεί με το πρόσωπο της Emily Beecham. Κάνε ένα δώρο στον εαυτό σου. Ψάξε και βρες το υποτιμημένο αριστούργημα Into the Badlands. Η «Χήρα» της μετααποκαλυπτικής Αμερικής ακουμπά στον δυστοπικό/ martial art χαρακτήρα της με εντυπωσιακότερο τρόπο.

Όσο για τα άλλα παιδιά… ο καπετάνιος Andreas Piertschmann και ο ναύτης Isaak Dentler μας έρχονται από το Dark, ο ισπανόφωνος Miguel Bernardeau από το Elite -επίσης του Netflix-, ο «σύζυγος» Aneurin Barnard από τη Δουνκέρκη του Christopher Nolan, ο λεγεώνας Jonas Bloquet από το Elle του Paul Verhoeven, ο καρβουνιάρης Maciej Musial από το the Witcher, η εξαιρετική εγκυμονούσα Clara Rosager από το The Rain -του Netflix κι αυτό-, ο Lucas Lynggaard Tonnsen, κι αυτός επίσης από εκεί.

Ένα τραγούδι για κάθε επεισόδιο

Κάθε επεισόδιο της σειράς τελειώνει με ένα κλασικό ροκ τραγούδι που σχετίζεται με την πλοκή του επόμενου. Όχι, δεν πέφτει πάνω στα μαυρισμένα credits. Ντύνει -στις περισσότερες περιπτώσεις μεγαλειωδώς- την ανατροπή των τελευταίων λεπτών κάθε επεισοδίου. Θα τα θυμάσαι. Ναι, αυτά θα το θυμάσαι!

Ιδού ποια είναι αυτά:

Episode 1 – The Ship / White Rabbit – Jefferson Airplane
Episode 2 – The Boy / Child in Time – Deep Purple
Episode 3 – The Fog  / The Killing Moon – Echo and the Bunnymen
Episode 4 – The Fight /  The Fight (Don’t Fear) The Reaper – Blue Öyster Cult
Episode 5 – The Calling / The Wizard – Black Sabbath
Episode 6 – The Pyramid/ All Along the Watchtower – Jimi Hendrix
Episode 7 – The Storm / The Wind (Of My Soul) – Cat Stevens
Episode 8 – The Key / Starman – David Bowie

Δημήτρης Πάντσος

Share
Published by
Δημήτρης Πάντσος