Το DTF St. Louis εμφανίστηκε στο HBO την 1η Μαρτίου χωρίς τυμπανοκρουσίες, σχεδόν σαν να ήξερε ότι αυτό που κουβαλάει δεν χωρά σε εύκολες συστάσεις. Δημιούργημα του Steven Conrad (σε ρόλο σεναριογράφου, showrunner, εκτελεστικού παραγωγού και σκηνοθέτη), απλώνεται σε επτά επεισόδια που δεν βιάζονται να σε κερδίσουν – σε αφήνουν να μπεις μόνος σου σιγά σιγά, αν αντέχεις. Στο κέντρο, μια παρέα ηθοποιών που λειτουργεί περισσότερο σαν σύνολο παρά σαν βιτρίνα του καθένα χωριστά: ο Jason Bateman, ο David Harbour, η Linda Cardellini, ο Richard Jenkins, μαζί με τους οι Joy Sunday, Arlan Ruf, Peter Sarsgaard και Chris Perfetti.
Η αφετηρία μοιάζει γνώριμη. Ένα ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα σε τρεις ανθρώπους που έχουν αρχίσει να ακούν τον χρόνο πιο δυνατά απ’ όσο θα ήθελαν. Η κρίση μέσης ηλικίας εδώ δεν είναι κλισέ, είναι μια χαμηλόφωνη διάβρωση που τελικά οδηγεί στον θάνατο ενός από αυτούς. Γνωστό, φτάνει να δεις το trailer. Δύο ντετέκτιβ πιάνουν το νήμα, μόνο που αυτό δεν οδηγεί σε μια κλασική λύση. Αντίθετα, τους μπλέκει σε έναν ιστό που περνά μέσα από την εφαρμογή γνωριμιών “DTF St. Louis”, έναν ψηφιακό τόπο όπου τα παντρεμένα ζευγάρια δοκιμάζουν τα όρια της επιθυμίας τους, μακριά από τις επίσημες εκδοχές του εαυτού τους. Και κάπου εκεί, η σειρά αρχίζει να ξεδιπλώνει το πραγματικό της παιχνίδι. Η αφήγηση σπάει τη γραμμικότητα, επιστρέφει, ξαναγράφει, φωτίζει από άλλη γωνία τα ίδια γεγονότα. Οι σκηνές δεν διαδέχονται η μία την άλλη, μπλέκονται η μία την άλλη. Δεν είναι τόσο το “τι συνέβη” που σε κρατά. Είναι το “πώς φτάσαμε εκεί” και, κυρίως, το “ποιοι ήμασταν όταν νομίζαμε ότι δεν θα φτάσουμε ποτέ”.
Η σειρά δεν σε παίρνει από το χέρι, δεν σου ζητά να «κολυμπήσεις» χαλαρά στην επιφάνεια μιας ήρεμης θάλασσας, προτιμά να σε ρίξει κατευθείαν στα βαθιά, και σου ζητά να παλέψεις με το υλικό της χωρίς σωσίβιο.
Ο David Harbour στο πρώτο του πρότζεκτ μετά το Stranger Things, ενσαρκώνει έναν σχεδόν άτονο διερμηνέα νοηματικής, μια φιγούρα που ισορροπεί ανάμεσα στην αφέλεια και μια υπόγεια τρυφερότητα. Προσπαθεί να διαχειριστεί τη ζωή στα προάστια, με τα οικονομικά του προβλήματα να τον τραβάνε προς τα κάτω και έναν ανυπάκουο θετό γιο που υπεραγαπά με εκείνη την σιωπηλή πεισματική ένταση των ανθρώπων που δεν ξέρουν να το δείχνουν. Ο Harbour είναι το συναισθηματικό κέντρο της σειράς με ένα τρόπο απρόσμενα γυμνό. Τρυφερός, εσωστρεφής, βαθιά ανθρώπινος, μοιάζει σαν να έχει ζητήσει ο ίδιος αυτόν τον ρόλο όχι για να αποδείξει κάτι αλλά για να ξανασυστηθεί στην Αμερικανική κοινή γνώμη που έτρεξε να τον μισήσει, μετά το στραπατσάρισμα της δημόσιας εικόνας του που προκάλεσε η σχέση του με την Lilly Allen και ενός άλμπουμ που αναγνωρίστηκε ως ένα από τα καλύτερα του 2025 και γράφτηκε μέσα σε δέκα μέρες για να μιλήσει για το πόσο χάλια ήταν αυτός μέσα στη σχέση τους. Και ίσως γι’ αυτό, όταν τον βλέπεις στην οθόνη να παλεύει με αυτό τον χαρακτήρα, που ακουμπά τόσο καθαρά στην ευαλωτότητα και την αμηχανία της ενήλικης ζωής, υπάρχει αυτή η σχεδόν παρακινδυνευμένη αίσθηση ότι κάτι από το προσωπικό του υπόστρωμα περνάει ανεπαίσθητα μέσα στην ερμηνεία.
Απέναντι του, δίπλα του, ο Jason Bateman του Ozark υποδύεται έναν μετεωρολόγο σε μόνιμη εσωτερική κακοκαιρία. Η οικογενειακή του ζωή δείχνει τακτοποιημένη, σχεδόν αποστειρωμένη, αλλά ο γάμος του έχει την υφή ενός φθαρμένου υφάσματος, δεν σχίζεται, αλλά δεν ζεσταίνει πια. (Σκέψου τώρα τον Pedro Pascal σε αυτό τον ρόλο όπως ήταν η αρχική επιλογή και προχωράμε.)
Η σταθερά υπέροχη Linda Cardellini κινείται αλλιώς. Σαν εκείνο τον σκακιστή που βλέπει τρεις κινήσεις μπροστά την ώρα που άλλοι μετακινούν πούλια στη ντάμα. Κάποια στιγμή πρέπει να της αναγνωριστεί η ξεχωριστή διαδρομή της. Ο Richard Jenkins προσθέτει μια αίσθηση εμπειρίας και κύρους – είναι η φωνή που δεν χρειάζεται να υψωθεί για να ακουστεί. Έχει αναγνωριστεί πολλάκις.
Το DTF St. Louis είναι σαν να κοιτάς την ίδια τη ζωή σου μέσα από περσίδες. Αποσπασματικά και αληθινά. Σαν να βλέπεις κομμάτια από την αγάπη, την απιστία, τη φιλία, τη φθορά, τον χρόνο που περνά χωρίς να σου ζητά άδεια. Τα φορτία και τις υποχρεώσεις που δίνουμε στην εικόνα μας. Τους ρόλους που φοράμε για να αντέξουμε τον εαυτό μας. Τη φροντίδα που προσφέρουμε, ως την τελευταία μας αδέξια ανθρώπινη εκδοχή. Και φυσικά τη γεωμετρία των σχέσεων. Γονείς και παιδιά. Ειδικά όταν το αίμα που (δεν) κυλά ανάμεσα τους, αποφεύγει να πει την πραγματική ιστορία. Πάνω από όλα όμως, σχεδόν υπόγεια, η σειρά μιλά για κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο. Την καλοσύνη. Σαν πράξη, όχι σαν ιδέα. Σαν την ανάγκη να κοιτάξεις τον άλλο στα μάτια και να του χαμογελάσεις πλατιά, εντελώς απροστάτευτα. Και να του θυμίσεις ότι είσαι εκεί. Και για τους δύο. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Και οι ερμηνείες; Θα ήταν καλό να περάσουν μια βόλτα από τα επόμενα ΕΜΜΥ. Όχι από υποχρέωση. Αφού σπάνια βλέπεις τόση ακρίβεια να κρύβεται μέσα σε τόση ησυχία.