H Λίνα Ρόκου ξέρει πότε έρχεται «Το Τέλος της πείνας»

Ένα δεύτερο βιβλίο γεννήθηκε μέσα από τα σπλάχνα της συντακτικής ομάδας της Popaganda. Δύο χρόνια μετά τον Θεοδόση Μίχο και το «Κράτο το σόου» ήταν η σειρά της Λίνας Ρόκου να κάνει το βήμα. Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το τέλος της πείνας», με κεντρικούς ήρωες την Έμμα και τον Σαν, έναν παλιατζή που αγοράζει κομμάτια του κορμιού της πρώτης. Σε έναν κόσμο παράδοξου το συγγραφικό νυστέρι ματώνει τις σελίδες και εμείς αναρωτιόμαστε αν η Λίνα όταν κάνει ρεπορτάζ και συνεντεύξεις έχει στο μυαλό της σπλήνες και φρονιμίτες προς πώληση. Άσε, που κοιταζόμαστε καχύποπτα πια μεταξύ μας και προσπαθούμε να μαντέψουμε ποιος είναι ο επόμενος που θα βγάλει βιβλίο.

Ο Παναγιώτης Μένεγος δεν έχει μία, δεν έχει δύο, έχει τρεις ερωτήσεις.

Πιστεύεις στο κλισέ ότι κάθε δημοσιογράφος (ή έστω πολλοί από μας) είναι ένας καταπιεσμένος συγγραφέας; Πιστεύεις, δεν πιστεύεις, έχοντας κάνει πια το βήμα πώς αντιμετωπίζεις την προσγείωση στο να γράφεις πράγματα που είναι πιο πεζά ή κατά παραγγελία και δεν περιλαμβάνουν εμπόριο φρονιμιτών κι αρσενικές σπλήνες; Για σένα πιο δύσκολο είναι ένα πλήρες ρεπορτάζ ή ένα σφιχτό διήγημα; Πιστεύω ότι πολλοί δημοσιογράφοι έχουν εμμονή με τη γραφή. Αυτό δεν τους καθιστά αυτομάτως καλούς δημοσιογράφους αλλά πιθανότατα τους κάνει εξαιρετικούς γραφιάδες. Δεν ξέρω ποιο είναι το ποσοστό των καταπιεσμένων αλλά δεν λες ότι είμαστε και λίγοι αυτοί που ξεπεράσαμε ντροπές και δεύτερες σκέψεις και βγάλαμε βιβλίο. Τώρα αν αυτό μας κάνει συγγραφείς είναι άλλη μεγάλη κουβέντα. Πάντως προσγείωση στην καθημερινότητα της δημοσιογραφίας δεν υπάρχει γιατί οι πτήσεις είναι παράλληλες κι ας είναι στην πραγματικότητα κάτι διαφορετικό με κοινό στοιχείο το γράψιμο. Προφανώς δεν με ενθουσιάζουν εξ ίσου όλα τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι αλλά στο ζύγι έχω καταλήξει ότι γουστάρω πολύ που κάνω αυτή τη δουλειά, είναι επιλογή μου, μου πάει πολύ το πλαίσιο, γυρνάω ικανοποιημένη σπίτι μου ακόμη και όταν γκρινιάζω, ακόμη και όταν μου γκρινιάζεις εσύ Παναγιώτη. Όσο για το τι είναι πιο δύσκολο; Μάλλον το ρεπορτάζ, όχι γιατί το διήγημα δεν είναι φοβερά απαιτητικό αλλά επειδή στο ρεπορτάζ μπαίνουν κι άλλοι παράγοντες όπως οι άνθρωποι από τους οποίους θα αντλήσεις το θέμα, το ίδιο το θέμα, το deadline, η ευθύνη απέναντι στους εργοδότες σου και προφανώς προς το αναγνωστικό κοινό. Όταν γράφω διηγήματα νιώθω πιο ελεύθερη κι αυτό είναι ανακουφιστικό.

Ο Σταύρος Διοσκουρίδης φέρνει στη συζήτηση τον φεμινισμό και θέτει ένα ακραίο δίλημμα.

Αν έπρεπε θ’ αντάλλαζες όλα σου τα άρθρα με το βιβλίο; Δηλαδή, είναι πιο σημαντικό να ‘σαι σε μια βιβλιοθήκη σκονισμένη η σ’ ένα στάτους στα σόσιαλ μίντια; Τι είδους διλήμματα είναι αυτά; Να με καλέσεις στο ping pong challenge του Εν Λευκώ να απαντήσω. Επίσης, να ξεσκονίζετε τις βιβλιοθήκες σας.

Ο πατέρας μου που έφαγε τα χρόνια του στα βιβλία έλεγε πάντα πως οι ελληνίδες συγγραφείς είναι καλύτερες από τους Έλληνες. Εσύ τι έχεις να πεις γι’ αυτό, μια εποχή σαν και αυτή που το φεμινιστικό κίνημα είναι πάλι στο προσκήνιο; Θα ήθελα να είχα γνωρίσει τον πατέρα σου για να συζητήσουμε πάνω σε αυτό και όχι μόνο. Δεν ξέρω αν αυτή την περίοδο οι ελληνίδες συγγραφείς είναι καλύτερες από τους Έλληνες∙ είναι δύσκολο για μένα να κάνω μια τέτοια γενίκευση. Μεγάλωσα πάντως διαβάζοντας Ζωρζ Σαρή και Άλκη Ζέη, και κατόπιν Μαργαρίτα Λυμπεράκη, και νιώθω πολύ τυχερή γι’ αυτό. Όμως, το να γράφει μια γυναίκα για θέματα ταμπού, για παράδειγμα σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου υπάρχει η αφήγηση μιας πολύ ιδιαίτερης ερωτικής σχέσης,  εξακολουθεί να σοκάρει. Θα πρέπει να τα ξεπεράσουμε αυτά. Έχω ως γυναίκα δικαίωμα να γράφω όπως επιθυμώ, για όποιο θέλω επιλέγω και να κρίνομαι για τη συγγραφική μου ικανότητα και όχι για το φύλο μου.

Ο Θεοδόσης Μίχος κάνε μια βουτιά στο υποσυνείδητο αναζητώντας την πηγή του ερωτισμού.

Κάθε πότε βλέπεις όνειρα ερωτικής φύσεως; Η όποια συχνότητα μεταβλήθηκε (είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω) όσο καιρό έγραφες το βιβλίο; Θεοδόση, μου έδωσες ωραία ιδέα για Τα Γκομενικά. Ε, δεν ξέρω. Τώρα την άνοιξη πολλά. Αν και σπάνια είναι πολύ σεξουλιάρικα, περιέργως. Την προηγούμενη εβδομάδα είδα έτσι ένα κάπως ερωτικό, όπου για να κόψω δρόμο στο κέντρο της Αθήνας περνούσα βράδυ μέσα από ένα ξενοδοχείο ημιδιαμονής  που όμως ήταν στημένο σαν παλιό νοσοκομείο με έναν ατελείωτο διάδρομο λαγνείας που διέσχιζε όλα τα δωμάτια. Αλλά μέχρι εκεί θα σου πω. Πάντως, η συχνότητα δεν άλλαξε όταν έγραφα το βιβλίο. Αντιθέτως εκείνη την περίοδο έβλεπα πολλούς εφιάλτες, περισσότερους από ότι συνήθως.

φωτ. Νατάσα Πανταζοπούλου

Η Αναστασία Βαϊτσοπούλου συνδέει τρία στοιχεία σε μία μόνο ερώτηση.

Εντοπίζεις κοινούς τόπους μεταξύ της διαδικασίας συγγραφής του «Τέλους της πείνας», του έρωτα κι εκείνης της σκούπας του Pink Panther που ρούφηξε τα πάντα; (σ.σ. στο «αυτί» του βιβλίου αναφέρεται ότι μία από τις σημαντικότερες πολιτιστικές επιρροές της Λίνας είναι εκείνο το επεισόδιο του Ροζ Πάνθηρα στο οποίο μια ηλεκτρική σκούπα ρούφηξε τα πάντα, ακόμη και τον ίδιο της τον εαυτό). Τόσο το γράψιμο, όσο και ο έρωτας και η σκούπα του Ροζ Πάνθηρα σε ρουφούν και σε «αφανίζουν», το καθένα με τον τρόπο του.

Η Ντενίσα Μπαραϊκτάρη εμπνέεται από τον τίτλο και ρωτά.

Διαβάζοντάς το θα μας ανοίξει η όρεξη; Ελπίζω να σας ανοίγει η όρεξη σε κάθε κεφάλαιο για το επόμενο και να μην σας πέσει βαρύ το τέλος. Κατά τ’ άλλα είναι ιδανικό και για τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες και δε θα σας προσθέσει κιλάκια. (Τι γράφω; Ας με σταματήσει κάποιος).

Η Ελένη Τζαννάτου αναζητά την αρχή της δημιουργικότητας.

Ποιο είναι αυτό το ένα γεγονός στη ζωή σου που εάν δεν είχε συμβεί δε θα έγραφες αυτό το βιβλίο; Ένα συγκεκριμένο δε νομίζω να υπάρχει. Είναι μια αλυσίδα γεγονότων που σε φέρνει αντιμέτωπο κάποια στιγμή με την οθόνη του υπολογιστή και λες «τώρα θα γράψω». Άσε που τις περισσότερες φορές δεν ξέρω κι εγώ ποια γεγονότα είναι αυτά. Ίσως το ότι έβλεπα πολλούς εφιάλτες όταν ήμουν παιδί. Λες γι’ αυτό να έβλεπα πολλούς εφιάλτες κι όταν έγραφα το βιβλίο; Ωπ, να τη η σύνδεση με την απάντηση στον Μίχο. Όλα δένουν γλυκά.

Η Ηρώ Λιάτου έχει μάλλον μαζέψει πολλή σαβούρα σπίτι της.

Aυτός ο παλιατζής κάθε πότε περνάει, γιατί έχω μια κουζίνα να του κατεβάσω; Παίζει να είναι και ο ίδιος που περνάει κάτω από το σπίτι σου καθότι είμαστε και οι δύο Παγκρατιώτισσες. Πλάκα πλάκα η ιδέα για το βιβλίο μου ήρθε όντως από έναν παλιατζή που περνάει συχνά κάτω από το σπίτι μου, δεν ξέρω βέβαια αν τον λένε Σαν. Λογικά όχι. Ο συγκεκριμένος παλιατζής λοιπόν συνειδητοποίησα πρόσφατα, όταν ήδη δηλαδή το βιβλίο ήταν σε φάση εκτύπωσης, ότι λέει μεταξύ άλλων «αδειάζω ταράτσες, αποθήκες, αγοράζω παλιούς θερμοσίφωνες, παλιά σώματα». Καλοριφέρ υποθέτω ότι θα εννοεί αλλά να που ο Σαν, αγοράζει όντως σώματα ή κομμάτια αυτών. Άτιμο υποσυνείδητο, με κατέστρεψες πάλι.

Η Ζωή Παρασίδη ρωτά ατενίζοντας το μακρινό μέλλον.

Στα social media του 2090 ποιο απόσπασμα του βιβλίου θα ήθελες να κοουτάρεται; «Σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι σαν εμένα υπάρχουν εκεί έξω κι ανυπομονώ να τους γνωρίσω και να τριφτώ στα πόδια τους. Αλλά ξέρω, κανείς δεν μπορεί να βγει σώος από έναν τέτοιο κατακερματισμό. Δεν αντέχονται τόσοι εαυτοί. Κι έτσι, απλώς καταβροχθίζουμε ο ένας τον άλλον, μήπως και τους εξαφανίσουμε. Αλλά ούτε αυτό δεν καταφέρνουμε και μένουμε να πορευόμαστε γεμάτοι πληγές και να ζητούμε κάποιον να μας τις γλείψει όταν τελειώνει το δικό μας σάλιο. Αγαπώ τους ανθρώπους όσο δεν παίρνει. Και τους απεχθάνομαι ακόμη περισσότερο. Κι ενώ έτσι σκέφτομαι, αυτή είμαι, υπάρχουν μερικές στιγμές που δακρύζω χωρίς λόγο. Μόνο και μόνο επειδή είμαι ζωντανή. Δεν αντέχω τόση ενέργεια μέσα στις φλέβες μου. Κανείς δεν αντέχει. Είμαστε ωρολογιακές βόμβες έτοιμες να εκραγούν».

«Το Τέλος της Πείνας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Η παρουσίαση του βιβλίου θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 20 Μαρτίου (20:00) στο Bios.
POPAGANDA