Ο Λάμπρος Τσάμης και το Κυνήγι της Αυτοπραγμάτωσης

Ας πιάσουμε το νήμα από το γεγονός ότι τα τραγούδια που ηχογράφησες ως RR Hearse κυκλοφόρησαν πολλά χρόνια, ορισμένα και δεκαετίες, αφότου έπεσε η αυλαία αυτού του…project να το πω; Έτσι είναι. Το At the Burial Station κυκλοφόρησε το 2015 από τη Sound Effect και το Call of Oedipus το 2016 από τη June. Όλο το υλικό ήταν σε κασέτες. Έτσι ηχογραφούσα. Σε ό,τι πιο φθηνό υπήρχε. Έτυχε και μου έκαναν πρόταση από τα labels, οπότε πήγα τις ηχογραφήσεις σε ένα στούντιο και στο βινύλιο βγήκαν όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αρχική ιδέα. Απλά καθαρίστηκαν τα tapes. Δεν με ενδιέφερε να τα κυκλοφορήσω παλιότερα γιατί με το που τελείωσε η δεκαετία του ’80 πέρασα κατευθείαν σε μια άλλη φάση ως dj, σε ηλεκτρονική μουσική, οπότε τα άφησα πίσω μου σαν τελείως βιογραφικό υλικό. Δεν έβλεπα τότε πως ήταν κάτι ενδιαφέρον μουσικά ή καλλιτεχνικά, γιατί στην πραγματικότητα ήταν κυρίως πειράματα, sessions που ηχογραφούσα πιο πολύ για να τα ακούω εγώ. Δεν είχαν καθορισμένη φόρμα ή ένα τεχνικά άρτιο αποτέλεσμα. Τα έβαζα σε κασέτες και τα έδινα σε φίλους μου. Μην ξεχνάς πως στα 80s δεν υπήρχε πολύς κόσμος να ακούσει πειραματική μουσική.

Δεν υπήρξε δηλαδή σε πραγματικό χρόνο η επιθυμία για μια κανονική κυκλοφορία; Όχι, τη δεκαετία του ’80 κυκλοφόρησα μόνο τρεις κασέτες. Την πρώτη, με δύο live ηχογραφήσεις, την έβγαλα μόνος μου το 1983 σε δεκαπέντε αντίτυπα. Για τη δεύτερη μου είχε κάνει μια πρόταση ένας φίλος μου, ο Παύλος Αβούρης, που είχε τότε τις Ανεξάρτητες Κασέτες και έβγαζε πιο πολύ punk -Γενιά του Χάους, Αδιέξοδο, Ex Humans- οπότε βγήκε και από αυτό το mail order άλλη μία κασέτα. Πουλήθηκαν δύο-τρία αντίτυπα. Μιλάμε για μεγάλη επιτυχία. Οπότε είχα συνειδητότητα του τι έκανα και του τι σήμαιναν όλα αυτά. Αργότερα, στο τέλος των 80s κυκλοφορήσαμε με τον φίλο μου τον Βασίλη Τσόνογλου κάποια sessions, και αυτή η κασέτα πήγε από χέρι σε χέρι. Ουσιαστικά μιλάμε για καμία επίσημη κυκλοφορία αλλά ούτε και ανάγκη κυκλοφορίας. Γιατί εγώ πιο πολύ αυτοπραγματωνόμουν στα live και στα performances που έκανα.

Μιας και αναφέρθηκες στους Ex Humans, υπάρχει στο youtube ένα μικρό απόσπασμα μιας συναυλίας του 1983 στη Σοφίτα στην οποία συμμετείχες και στην περιγραφή αναφέρεται το εξής: «Ο RR Hearse ήταν ένας σολο psychopunkabily perfomer που τζαμάριζε με τις πιο punk και new wave μπάντες εκείνης της εποχής (1980-1984)». Το ζήτημα ήταν η προσπάθεια για επικοινωνία με τους φίλους μου που έπαιζαν σε συγκροτήματα, όπως με τον Ανδρέα Φερδιανάκη, τον ντράμερ των Ex Humans. Ή με τους Last Drive. Δηλαδή, ταυτόχρονα είχα μια προσωπική ταυτότητα πιο πειραματική, αλλά προς τα έξω ο κόσμος, αυτό που έπαιρνε από τα live η από τα performances μερικές φορές ήταν ένα πρόσωπο λίγο πιο κοινωνικό, αφού συνεργαζόμουν με τα περισσότερα συγκροτήματα -punk, rockabilly, garage, rock, ακόμη και metal- και κατά κάποιο τρόπο προσπαθούσα να επικοινωνήσω. Όμως σε ό,τι έκανα στο σπίτι μου δεν με ενδιέφερε να δημιουργήσω ένα κλασικό pop-rock κομμάτι, αλλά να απελευθερωθώ. Κι εγώ βέβαια μικρός, το 79-80, έπαιζα σε κλασικές σχολικές μπάντες. Όταν πήγαινα στο λύκειο τότε στου Ζωγράφου, όλοι παίζαμε διασκευές, blues, rock ’n’ roll κλπ, όμως γρήγορα άρχισα να βαριέμαι. Θυμάμαι ότι με έναν φίλο μου προσπαθήσαμε να μελοποιήσουμε το Ουρλιαχτό του Allen Ginsberg. Υπήρχε δηλαδή μια διάθεση περίεργη. Αλλά ήταν εντελώς ερασιτεχνική και παιδική.

Πότε άρχισε να παγιώνεται αυτή η διάθεση; Με το που μπήκε η δεκαετία του ’80 άρχισαν να μου λένε οι φίλοι μου «μη φωνάζεις τόσο πολύ, δεν χρειάζεται, πες το κομμάτι όπως είναι». Είχε αρχίσει να ξεχειλίζει από μέσα μου μια ενέργεια, έστω και ασυνείδητη, που αναιρούσε οποιαδήποτε rock φόρμα. Είχα δύο φορητά ραδιομαγνητόφωνα στο σπίτι, ελάχιστα όργανα, ένα μικρό παιδικό συνθεσάιζερ, μια κιθάρα και άρχισα να πειραματίζομαι.

Έχοντας ποιες επιρροές; Ήταν οι Stooges, οι Velvet Underground, ο Captain Beefheart… Στα τέλη των 70s ήμουν συνέχεια στα δισκάδικα, τα βιβλιοπωλεία και τους κινηματογράφους.

Υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης σε πράγματα που ξέφευγαν από την πεπατημένη; Στην Αθήνα ναι, γιατί υπήρχαν κάποια δισκάδικα που έφερναν δίσκους, πανάκριβους βέβαια για εκείνη την εποχή, από Αμερική. Σε ορισμένα βιβλιοπωλεία έβρισκα βιβλία των beat και των ψυχεδελικών του 60. Και σε κινηματογραφικές λέσχες σαν το Αλφαβιλ ή την Ίριδα έπαιζαν ταινίες underground.

Είσαι κι εσύ παιδί της ελληνικής επαρχίας. Ναι, γεννήθηκα τη δεκαετία του ’60 στο Μεσολόγγι κι έζησα εκεί τα 70s. Τότε ήταν μια πόλη με πολλούς ποιητές, ζωγράφους κλπ. Ερχόμενος λοιπόν σε επαφή με το έργο τους, έγινε για μένα πιο εύκολο να επικοινωνήσω με μεγαλύτερους ανθρώπους. Την ίδια στιγμή όμως ήμουν μέσα σε ό,τι συνέβαινε στην εποχή μου, με το ελληνικό punk, ας πούμε, που βέβαια βγήκε με χρονοκαθυστέρηση. Γιατί, το punk τελείωσε το 1977, άντε το 1978. Το 1979 με τους Public Image Ltd. είναι επίσημα η αρχή του post punk. To 1980 ήρθε το new wave. Στην Ελλάδα άργησαν κάπως τα πράγματα και σίγουρα το 1980 δεν υπήρχε ούτε ίχνος του όποιου μαζικού στοιχείου απέκτησε το punk από το 1985 και μετά. Εγώ ζούσα τα 80s με το ένα πόδι στην πραγματικότητα της συγχρονότητας της εποχής, και με το άλλο στο παρελθόν, εκεί απ’ όπου προέρχονταν τα ερεθίσματα. Το punk ήταν αναβίωση, το new wave ήταν αναβίωση, το ska ήταν αναβίωση, το rockabilly ήταν αναβίωση, οι mods ήταν αναβίωση, όλα ήταν αναβίωση. Είχαν τελειώσει τα έργα τέχνης, είχαν πεθάνει οι μεγάλοι συγγραφείς και οι μεγάλοι καλλιτέχνες και είχε αρχίσει το exploitation, δηλαδή να παίρνουμε παλιά στοιχεία και να τα αναδεικνύουμε με καινούργιο τρόπο, γιατί είχαμε πρόσβαση στην τεχνολογία, κάτι κοσμοϊστορικό.

«Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 85. Αυτό είναι το δωμάτιο που ηχογραφούσα, η κρεβατοκάμαρά μου. Άνοιγα τις ντουλάπες, έμπαινα με τα μηχανήματα μέσα στα ρούχα και έπαιζα, έβαζα το μαγνητόφωνο απ’ έξω και ηχογραφούσα κι έτσι όπως ήμουν χωμένος στο ντουλάπι, είχα την ψευδαίσθηση ότι ήμουν σ’ ένα high studio. Φυσικά δεν είχα ούτε κονσόλα ούτε μικρόφωνα ούτε ενισχυτές. Μάλιστα, άνοιγα την τηλεόραση για να δείχνει χιόνια, έβαζα και το ραδιόφωνο στα βραχέα για το θόρυβο, δημιουργούσα δηλαδή ένα installation κι έπαιζα μέσα σε αυτό.»

Γεγονός που εσύ εκμεταλλεύτηκες με ποιο τρόπο; Το 1980 πήρα συνθεσάιζερ από κατάστημα παιδικών παιχνιδιών. Αγόρασα και μια πλαστική κιθάρα με νάιλον χορδές. Ήθελα να εκφραστώ πέρα από το συνηθισμένο. Πίστευα πως ένα κανονικό μουσικό όργανο προσπαθεί να σε κάνει μουσικό, να σε βάλει να παίξεις ένα ρόλο. Ήθελα να μην υπάρχει ρόλος, ώστε να βγαίνει πιο πολύ η προσωπικότητα του ανθρώπου. Οπότε, παίζοντας με αυτά τα όργανα δεν είχα το άγχος ότι θα έκανα λάθος επειδή δεν ήξερα μουσική. Είχα την χαρά να εκφραστώ πιο ελεύθερα χωρίς την αγωνία να βγει κάτι σημαντικό ή και γαμώ.

Εξαρχής λοιπόν υπήρχε μια ιδιαιτερότητα σε αυτό που έκανες με αποτέλεσμα σήμερα που έχει αποτυπωθεί σε βινύλιο, να παραμένει αντελώς αταξινόμητο. Μεταξύ μας, πότε δεν πίστευα ότι όλο αυτό θα μπορούσε να κυκλοφορήσει προς τα έξω ή να ενδιαφέρει κόσμο. 

Ένιωθες κομμάτι, όμως, μιας σκηνής εκείνη την περίοδο; Εννοείται! Κι έβλεπα το underground σαν ένα -είτε ήταν πάνκηδες, είτε ροκαμπιλάδες, είτε ροκάδες, είτε ήταν χεβιμεταλάδες- σε μια εποχή που κυριαρχούσαν πρότυπα και ονόματα πολύ πέρα από εμάς. Δεν άντεχα να ακούω Νταλάρα, Σαββόπουλο, Μαρκόπουλο. Αντιδρούσα σε αυτά τα πρότυπα αν και ανήκω σε μια φουρνιά που έχει πατεράδες ανθρώπους αυτής γης γενιάς ή και μεγαλύτερους.

«Πρέπει να σταματήσει κάποια στιγμή η ωραιοποίηση των 80s. Ήταν πολύ σκοτεινή δεκαετία. Κυκλοφορούσαμε και πάντα κάποιος μας έκραζε, μας έβριζε. Μας πετούσαν κέρματα στο κεφάλι. Από την άλλη, όμως, αποκτούσες έστω και με αυτόν τον βίαιο τρόπο μία προσωπική αξία. Έβγαινες έξω για να πολεμήσεις ή να προκαλέσεις. Τώρα τι μπορεί να προκαλέσει;» 

Τι μουσική ακουγόταν στο πατρικό σου; Ο πατέρας μου άκουγε ηπειρώτικα, κλαρίνα και λαϊκά. Του άρεσε πολύ και η Βίκυ Μοσχολιού. Στην αρχή όλα αυτά δεν με χαλούσαν, απλά γρήγορα τα σύνδεσα με τον κόσμο και τη νοοτροπία που τα άκουγε και δεν μου άρεσε αυτός ο κόσμος. Ήταν ένας κόσμος σε κρίση. Οι μισοί αριστεροί, οι μισοί δεξιοί, οι μισοί πλούσιοι, οι μισοί φτωχοί, οι μισοί επιτυχημένοι, οι άλλοι χαμένοι. Έβλεπα πως δεν ήθελα να πάω ούτε με το ένα μέρος, ούτε με το άλλο. Ήταν ευρύτερη η κοινωνική συνειδητοποίηση για εμένα και η μουσική ήταν μέρος της διαδικασίας. Οπότε ίσως η δική μου περίεργη συμπεριφορά να έχει να κάνει με το ότι ήθελα να ξεφύγω από όλο αυτό, από την άλλη, όμως, δεν με ενδιέφερε να επιτεθώ και να το διαλύσω. Δεν έψαχνα να βρω ταυτότητα. Αυτοπραγμάτωση έψαχνα. Και την βρήκα μέσα από ανθρώπους που αισθάνονταν σαν και εμένα όταν ήρθα στην Αθήνα το 1980.

Μια δεκαετία με την οποία δεν έχουμε πάψει να ασχολούμαστε, ίσως μάλιστα σήμερα οι προσπάθειες «μυθοποίησης» της να είναι πιο έντονες από ποτέ. Πρέπει να σταματήσει κάποια στιγμή αυτή η ωραιοποίηση. Ακούγοντας τα κομμάτια μου καταλαβαίνεις την ψυχολογία που είχα και πώς αντιδρούσα. Ήταν πολύ σκοτεινή δεκαετία. Έχουν πεθάνει οι μισοί φίλοι μου από πρέζα, από AIDS, κάποιοι πήγαν φυλακή, δηλαδή υπήρχε ένα κλίμα καταστροφής. Ό,τι χειρότερο έχει συμβεί είναι η δεκαετία του ’80. Ένιωθα ότι ζούσα σε ζοφερό παρόν το οποίο δεν ήταν τίποτα άλλο από μια μικρογραφία του μέλλοντος που ερχόταν, που δεν θα άφηνε τίποτα όρθιο, θα ισοπέδωνε τους ανθρώπους, θα απορροφούσε οτιδήποτε θετικό και τελικά θα επικρατούσε όλο αυτό το άμορφο κακό.

Την ίδια στιγμή όμως συνέβαιναν μικρά θαύματα στο underground. Tα περισσότερα από τα οποία, όμως, δεν τα κατάλαβε κανείς. Κι αν τα κατάλαβε, αυτό συνέβη κατόπιν εορτής. Μήπως όμως τελικά μετράει περισσότερο ο πραγματικός χρόνος και όχι ο φανταστικός; Πράγματα που συνέβησαν τότε και δεν είχαν καμία τύχη, αποθεώνονται τώρα, ενώ στην ουσία πλέον είναι αντίκες, δεν έχουν κάποια δυναμική, όπως είχαν τότε. Φαντάσου πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν τύχαιναν αναγνώρισης τότε. Ο χώρος και η προσοχή που δίνεται τώρα, πολύ φοβάμαι γίνεται για τις τιμές, για τις μετοχές που έχουν στους συλλέκτες αυτοί οι δίσκοι, για το exploitation. Ξαναλέω, όμως, ήταν μια πολύ σκοτεινή δεκαετία. Κυκλοφορούσαμε και πάντα κάποιος μας έκραζε, μας έβριζε. Μας πετούσαν κέρματα στο κεφάλι. Από την άλλη, όμως, αποκτούσες έστω και με αυτόν τον βίαιο τρόπο μία προσωπική αξία. Έβγαινες έξω για να πολεμήσεις ή να προκαλέσεις. Τώρα τι μπορεί να προκαλέσει;

Η έννοια του shock value ήταν πολύ σημαντική για σένα εξαρχής; Τη χρησιμοποιούσα γιατί έβγαζε από το συλλογικό ασυνείδητο του κόσμου τις αντιδράσεις που με ενδιέφεραν, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούσαν την ακρότητα που έβγαζα σε κάθε performace. Από ένα σημείο και μετά για μένα ήταν απαραίτητες αυτές οι αντιδράσεις για να ξεπερνάω τα όρια του πόνου ή της σωματικής ικανότητας ή της πνευματικής διαύγειας. Έπεφτα σε ένα είδος έκστασης στις συναυλίες εξαιτίας αυτής της αρνητικότητας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Τι εννοείς όταν λες ακραίες, αρνητικές αντιδράσεις; Μπουκάλια στο κεφάλι, κραξίματα, να προσπαθούν να με πετάξουν κάτω από τη σκηνή τραβώντας μου τα πόδια…

Σε τι τύπου συναυλίες; Ροκ, αναρχικές… Μα μόνο σε τέτοιες μπορούσα να παίξω. Συναυλίες που παίζαμε δωρεάν, για να απελευθερωθούν, ξέρω ‘γω, φυλακισμένοι…

Ο Βασίλης Τσόνογλου πριν από μερικά χρόνια μου είχε πει το εξής για μία από κοινού σας εμφάνιση: «ο Λάμπρος ντυμένος σαν New York Dolls να ταΐζει με ψεύτικα κουνέλια ένα μεγάλο πλαστικό σκύλο». Είχα επηρεαστεί και απ’ τους σουρεαλιστές, τους ντανταϊστές, το Θέατρο της Σκληρότητας του Αντονέν Αρτώ. Μάζευα στοιχεία που τελικά δεν τα χρησιμοποίησα μόνο στη μουσική και στα performances, αλλά και στον εαυτό μου, σαν πραγματική καλλιέργεια.

Το ότι ήσουν μέλος ενός γενικότερου underground το οποίο όμως σε κάποιο βαθμό αντιδρούσε επιθετικά σε ό,τι έκανες, δεν σου δημιουργούσε μια, τρόπον τινά, κρίση ταυτότητας; Αυτή η σκηνή που λες δεν ήταν ενωμένη. Ήταν μία παρέα, ας πούμε, από Πατήσια και Κυψέλη, new wave, dark wave, post punk με την κλασική εμφάνιση, όλα μαύρα, οι οποίοι έρχονταν στις συναυλίες, αλλά ήταν πάντα μόνοι τους, κλεισμένοι στο δικό τους κύκλο. Μια άλλη παρέα ήταν οι πάνκηδες, ξέρω ‘γω, από Ηλιούπολη, Αργυρούπολη. Και πάει λέγοντας. Ουσιαστικά το μόνο κοινό σ’ όλα αυτά τα παιδιά ήταν οι συναυλίες στα μέρη που βρισκόμασταν. Υπήρχε όμως μια πολεμική ατμόσφαιρα. Δηλαδή οι new wave ήταν εναντίον ξέρω ‘γω των ροκαμπιλάδων ή των mods. Τα φρικιά και οι μεταλάδες ήταν εναντίον όλων. Παρόλο που παίζαμε σε όλες αυτές τις συναυλίες με κοινωνικούς σκοπούς, δεν ήταν ενωμένο το πράγμα. Κλασικά ελληνικό χαρακτηριστικό, έτσι; Τα είχα όμως ήδη ζήσει αυτά στην επαρχία, οπότε δεν μου προκαλούσαν καμιά έκπληξη. Ήταν θετικό το αχανές τοπίο της Αθήνας, και ότι όλο αυτό το πράγμα ενωνόταν έστω και για λίγο υπό συνθήκες. Έστω με την ψευδαίσθηση, με την ουτοπία ότι και καλά ανήκουμε σε έναν αναρχικό χώρο που λέγεται underground και είμαστε διαφορετικοί και πολεμάμε για κάποια κοινωνικά πράγματα, ενώ ουσιαστικά μετά από κάθε φάση ο καθένας πηγαίνει σπίτι του.

«Στο εξωφυλλο του Call of Oedipus είναι μια φωτογραφία του Γιώργου Τουρκοβασίλη με τη Νάνσυ που σκοτώθηκε το 2008 και όπως φαίνεται ήταν μεγάλη φαν της Siouxsie. Ήταν η πρώτη τραγουδίστρια των Anti Troppau Council. Στη φωτογραφία είμαστε 20 ετών. Και παραμείναμε κολλητοί. Μαζί βγαίναμε, μαζί τρώγαμε, μαζί κοιμόμασταν, μαζί κάναμε κλάμπινγκ…»

Η πολιτικοποίηση έπαιξε κάποιο ρόλο σε ό,τι έκανες; Κανένα απολύτως. Γιατί πίστευα πως ξανάβγαινε στην επιφάνεια ένα τελείως παρηκμασμένο μοντέλο μαρξισμού και κάπως υλιστικού διαλεκτισμού, με έναν μίζερο, σταλινικό τρόπο για παιδιά που θα γίνονταν σύντομα δημόσιοι υπάλληλοι. Υπήρχε βέβαια και ο χουλιγκανισμός, ότι είμαι «αναρχικός», οπότε βγαίνω έξω και τα σπάω, καίω, χτυπάω όποιον να ‘ναι. Αυτό ήταν το κλίμα της πολιτικοποίησης, με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις βέβαια. Αλλά γενικά στον περισσότερο κόσμο, ίσως από αμηχανία και ανασφάλεια, υπήρχε η τάση να χωθούν σε μία οργάνωση, μία σέχτα, μια ομάδα, ώστε να νιώσουν πιο δυνατοί. Δε μου άρεσε αυτό το πράγμα. Πίστευα ότι αφού είμαστε όλοι νέοι και μας έχουν για πέταμα, μας θεωρούν ελαττωματικούς, θα έπρεπε να καλλιεργήσουμε απλά μια κοινωνική συνείδηση, και να το επικοινωνήσουμε αυτό το πράγμα. Ουσιαστικά αυτό προσπάθησα να κάνω, αλλά χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσω πολιτικούς στίχους ή να δηλώσω ότι ασπάζομαι την τάδε ιδεολογία ή ότι παίζω το δείνα στυλ μουσικής. Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μία από τις πρώτες συναυλίες των Last Drive στον Πήγασο -με τους οποίους είχα καλή επικοινωνία και παίζαμε συχνά- ήταν από κάτω ένας από άλλη μπάντα, κάποιος που ήταν μέσα στα πράγματα, κι άρχισενα λέει «χα χα χα, ήρθαν οι καουμπόιδες». Οπότε δεν μου έκανε εντύπωση να λένε για μένα «ανέβηκε ο σχιζοφρενής, ο επικίνδυνος, μαζέψτε τον, κατεβάστε το ρεύμα, θα καταστρέψει τη συναυλία». Έτσι ήταν, αλλά είχα στο μυαλό μου ότι και ο Iggy Pop κάτι τέτοιο θα αισθανόταν, χωρίς να θέλω να πω ότι μοιάζω με τον Iggy, απλά ήταν ο ήρωάς μου και κάπως αισθανόμουν την ενέργεια του. Κάπως έτσι και με τους Suicide. Το ντεμπούτο τους είναι ο αγαπημένος μου ποπ δίσκος, χωρίς κιθάρες, ντραμς, σόλο, δεν έχει κανένα κώδικα. Ήταν επανάσταση για μένα. Αυτός ο δίσκος είναι η αρχή της όλης δράσης μου στη δεκαετία του ’80.

Ποια θεωρείς ως σημεία καμπής για τη σκηνή, έστω με τους διαχωρισμούς της, σε αυτή τη σκοτεινή, όπως λες, δεκαετία; Το πρώτο γεγονός που κατάλαβα πως κάτι γίνεται στην Ελλάδα, κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό, ήταν η συναυλία των Birthday Party στο Σπόρτινγκ το 1982. Εκεί είδα όλα αυτά τα παιδιά από τα συγκροτήματα που παίζαμε, ήμασταν όλοι μπροστά και τους αποθεώναμε γιατί ήταν σαν να είχαν έρθει για εμάς. Μερικοί παίζαμε ήδη αυτόν τον ήχο κατά κάποιο τρόπο, ή τουλάχιστον είχαμε αυτή τη διάθεση. Οι Birthday Party με βοήθησαν σε ψυχολογικό επίπεδο να νιώσω πως έχει αξία αυτό που προσπαθώ να κάνω. Σημαντικά γεγονότα θεωρώ επίσης όλες αυτές τις συναυλίες στα πανεπιστήμια και στις σχολές. Και φυσικά είναι μεγάλη η σημασία της δημιουργίας των ελληνικών ανεξάρτητων εταιριών, όπως η Hitch Hyke, η Art Nouveau, η Creep. Κάπως έτσι σιγά σιγά άρχισαν και στα περιοδικά, στον Ήχο, το Ποπ και Ροκ, κάποιοι άνθρωποι να γράφουν για καινούργια ελληνικά συγκροτήματα και όχι να μόνο για τα ίδια και τα ίδια, για τους κλασικούς.

Λίγα χρόνια μετά τη συναυλία των Birthday Party έγινε το Rock In Athens. Αυτό δεν ήταν γεγονός κομβικής σημασίας; Ήταν σημαντικό, σίγουρα. Αλλά μην ξεχνάς ότι οι Clash και οι Stranglers, που ήταν από τα πρώτα punk συγκροτήματα, είχαν γίνει πια stars. Το ’85 οι Clash ήταν σαν τους Rolling Stones, απλά χρησιμοποιούσαν πολιτικά σύμβολα. Ήταν εντελώς mainstream πια. Το ’85, πάντως, είναι μια χρονιά που για μένα αλλάζει το ελληνικό underground, οι δίσκοι που αρχίζουν να χάνουν λίγο από το DIY, το ακατέργαστο, το προσωπικό και γίνονται λίγο πιο μορφοποιημένοι, είτε είναι punk είτε είναι οτιδήποτε.

Η φάση δηλαδή γίνεται λίγο πιο professional; Ας πούμε, ναι. Επίσης από το ’85 και μετά το ελληνόφωνο, πολιτικοποιημένο, αναρχοπανκ γίνεται πλέον σκηνή. Ξαφνικά βλέπεις στις συναυλίες πάρα πολλά πιτσιρίκια, κάτω από 20, να είναι ντυμένα πανκ με αρβύλες, σύμβολα, μοικάνες… Αυτό δεν υπήρχε πριν τόσο μαζικά. Άρχισε να είναι σαν σημάδι ποπ κουλτούρας. Και ειδικά αυτό το αγγλικό, πολιτικοποιημένο πανκ των καταλήψεων, μου φαίνεται λίγο παράταιρο ως ποπ κουλτούρα. Άλλο να γίνει το πανκ των Ramones και των Blondie, που είναι rock ‘n’ roll, και άλλο το αγγλικό πανκ, το οποίο υποτίθεται ότι προσπάθησε να κόψει τελείως τον ομφάλιο λώρο με το rock ‘n’ roll και την αναφορά στο παρελθόν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Στη δύση των 80s δεν ήταν που στράφηκες περισσότερο στους ηλεκτρονικούς ήχους; Από το ’87 και μετά. Και το ’90 σταματάω να χρησιμοποιώ τον R.R. Hearse, τον χαρακτήρα που είχα πλάσει πριν από τόσα χρόνια και είχα ταυτιστεί μαζί του. Ήταν ένας χαρακτήρας τεχνητός, σαν μία κινηματογραφική ταινία τρόμου ή ένα b-movie. Μπήκα στην ηλεκτρονική προσωπικότητα του DJ LoFi. Εννοείται ότι συνέχισα να χρησιμοποιώ πειραματικά στοιχεία, τα οποία θεωρώ απαραίτητα ούτως ή άλλως στην ηλεκτρονική μουσική.

Πέρα από το ηχητικό κομμάτι, ποια θα έλεγες ότι είναι η βασική διαφορά της περιόδου που έγραφες ως LoFi σε σχέση με τα RR Hearse χρόνια; Είχα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση εξαιτίας όσων είχα ζήσει. Είχα περισσότερη δύναμη, ήξερα πλέον να ανταποκρίνομαι σε καταστάσεις δύσκολες ή μπορούσα να ανοίξω διάλογο με κάποιο κόσμο που μπορεί να ήταν αντίθετος με τις απόψεις μου, ακόμη και με κόσμο που είχε μπει για τα καλά στο κλίμα του νεοπλουτισμού, της αφασίας, των δανείων και του ότι όλα πάνε καλά.

Παραμένοντας κομμάτι του underground και στα 90s, πού εντοπίζεις τη βασική του διαφορά σε σχέση με τα 80s; Ίσως να είναι και λίγο επικίνδυνη αυτή η λογική ως προς το μικροαστισμό της, αλλά νομίζω το underground, που ήδη είχε μαζέψει μέχρι τότε μία βιβλιογραφία, μία δισκογραφία, και είχε ήδη είχε αποκτήσει μία υπόσταση, τη δεκαετία του ’90 ανδρώθηκε. Ό,τι καλό ή κακό κι αν σημαίνει αυτό. Σε ό,τι έχει να κάνει με μένα τον ίδιο, απλά αισθανόμουν λίγο πιο αποδεκτός, γιατί ήδη είχα δέκα χρόνια πίσω μου. Ακόμη κι αυτοί που δεν με γούσταραν, ήξεραν ότι δεν ήμουν καιροσκόπος ή κάποιος που έπεσε με αλεξίπτωτο, το άφησε και έφυγε. Ήταν γενικά λίγο πιο εύκολα τα πράγματα στα 90s, αλλά έλειπε κάτι που έδινε μια μεγαλύτερη αυθεντικότητα και έβλεπες ότι υπήρχε μεγαλύτερη τάση για ομογενοποίηση.

Αισθανόσουν πιο κοντά στη χρυσή σκηνή των Last Drive, των Make Believe και των Honeydive ή ένιωθες σαν στο σπίτι σου στα Οινόφυτα; Ήμουνα πιο κοντά στα Οινόφυτα και σε ανάλογης αισθητικής μέρη. Γιατί εκεί είδα ανθρώπους που δεν είχαν κανένα περιορισμό, ηθικό ή ιδεολογικό. Αισθάνθηκα πολύ πιο άνετα με αυτό το πράγμα. Μας ένοιαζε να χορέψουμε και να διασκεδάσουμε. Το είχα ανάγκη, γιατί είχα βαρύνει από τα 80s, όλο αυτό το ποιος είσαι, πού ανήκεις, τι κάνεις εδώ στα Εξάρχεια. Ήταν μία στρατικοποίηση. Ήταν λίγο τρομακτικό να είσαι σε μία Σιβηρία με αμπέχονα και στρατιωτικές αρβύλες και να πρέπει να είσαι μέρος ενός στρατού, ενώ δεν ήθελα να πολεμήσω. Και μου άρεσε που η κιθάρα έφυγε από το προσκήνιο. Στα 80s αν δεν έπαιζες με κιθάρα, δεν ήσουνα τίποτα. Ήταν φετίχ, ανάλογο με αυτό που συνέβαινε με το μπουζούκι. Ό,τι δεν είχε μπουζούκι, δεν ήταν ελληνικό, έλεγαν. Δηλαδή, έλεος, γιατί να το υποστούμε αυτό το πράγμα; Δεν είμαστε τουρίστες στην ίδια μας τη χώρα. Ακόμα και η αναβίωση του ρεμπέτικου από τις κομπανίες ήταν μια τέτοια κατάσταση. Δεν έφερε τίποτα. Ούτε καν είχε τα μηνύματα του ρεμπέτικου, του underground, του περιθωρίου κλπ.

Φαντάζομαι στα 90s ένας raver με πράσινα μαλλιά θα κινδύνευε λιγότερο βγαίνοντας από το σπίτι του ή μέσα σε ένα λεωφορείο σε σχέση με κάποιον που στα 80s θα έτρωγε κέρματα εξαιτίας της εμφάνισής του. Ισχύει αυτό που λες. Καμία σχέση. Και μάλιστα στα 90s λέγανε «αυτός είναι μοντέρνος». Όπως λένε τώρα για τα λαϊκά παιδιά με τις μοϊκάνες και τα κολλητά παντελόνια. Λένε ότι είναι μοντέρνοι. Και είναι αποδεκτοί. Έτσι ήταν στα 90s. Δεν υπήρχε δηλαδή ο πόλεμος των 80s, αυτό το «τι είσαι εσύ και γιατί φοράς αυτό που φοράς;».

Άρα θα έλεγες ότι η δεκαετία του 90 συνολικά ήταν καλύτερη από τα 80s; Για μένα προσωπικά ήταν καλύτερη γιατί στάθηκα στα πόδια μου και αποδέχτηκα περισσότερο τον εαυτό μου, δε χρειάστηκε να τον υποβάλλω σε φριχτά βασανιστήρια για να ανακαλύψω ποιος είμαι ή τη θέση μου στην κοινωνία ή να μιλήσω με κάποιο ιδιαίτερο κώδικα. Είχα περάσει τα 30 όμως, έτσι; Είναι σημαντικό αυτό. Είχα μπει στο σύστημα, δούλευα ως δημοσιογράφος, έπαιζα ως DJ… Νομίζω ότι είναι ζήτημα χρόνου μέχρι να ξανάρθουν στη μόδα τα 90s, με το που περάσει η κρίση. Γιατί η κρίση είναι που ξανάφερε τα 80s. Βασικά τα 80s είναι η κρίση. Και είναι κρίση πολιτική, αλλά κυρίως εσωτερική. Ενώ τα 90s ακριβώς επειδή είχαν αυτή τη νιρβάνα της αφασίας και την ευκολία που προσφέρει η τεχνολογία που λύνει και δένει, ήταν κάτι άλλο, πιο χαρμόσυνο. Με νέα παιδιά που μιλάω σήμερα, τα 80s συμβολίζουν γι’ αυτά ό,τι συμβόλιζαν για μένα τα 60s και τα 70s: τον παλιό κόσμο. Υπάρχει όμως σήμερα πολύς κόσμος για τον οποίο ο «πολιτισμός» ξεκινάει από το 90. Εσύ ως νεότερος τι γνώμη έχεις για τα 90s;

Τα θυμάμαι υπό το πρίσμα της εφηβείας μου. Δεν ξέρω αν μπορώ να κρίνω αντικειμενικά τη σημαντικότητά τους. Είναι τελείως διαφορετικό το συναίσθημα για κάποιον που έχει ζήσει μία εποχή σε σχέση με κάποιον που δεν την έχει ζήσει. Πώς μπορώ δηλαδή εγώ να εξηγήσω με ακρίβεια σε ένα παιδί πώς ήταν τα 80s;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Αυτό που μου κάνει εντύπωση έχοντας συνομιλήσει με αρκετό κόσμο της γενιάς σου, είναι ότι όπως κι εσύ, οι περισσότεροι παρουσιάζουν τα 80s ως μία δεκαετία εξίσου ζοφερή με αυτή της κρίσης. Μα είναι το ίδιο πράγμα! Έτσι ήταν τα 80s! Φοβόσουν, οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να έπεφτες θύμα επίθεσης. Τα βράδια σε έπαιρνε η αστυνομία για εξακρίβωση στοιχείων. Μπορούσαν να σε πλακώσουν στο δρόμο χωρίς να τους κάνεις τίποτα, απλά επειδή δε γούσταραν τη φάτσα σου. Αυτά τα στοιχεία υπάρχουν και σήμερα. Και στη μουσική υπήρχε πόλωση. Ήταν σαν ποδοσφαιρικές ομάδες, το punk, το new wave, το metal, τα πάντα. Υπήρχε μια βαριά απώλεια ψυχολογικής ικανότητας από τον κόσμο ως προς την επικοινωνία με τους άλλους και με τον εαυτό του. Όλο αυτό με απασχολούσε γιατί πίστευα ότι κι εγώ, θέλοντας και μη, ήμουν μέρος του προβλήματος. Γι’ αυτό και ό,τι έκανα ήταν τόσο ακραίο. Προσπαθούσα από τη μία να εξαγνίσω αυτό το πράγμα μέσα μου και από την άλλη να το διοχετεύσω, ώστε να χάσει την αρνητικότητά του, μέσα από τη μουσική, το γράψιμο, τα καλλιτεχνικά πράγματα. Η Τέχνη για μένα είχε ένα σκοπό ψυχαναλυτικό, θεραπευτικό.

Στα Στέκια του Τριανταφυλλίδη, σε εκείνο το επεισόδιο για τα δισκάδικα, λες κάτι πολύ χαρακτηριστικό: «η πραγματικότητα είναι κατά κάποιο τρόπο σαν φυλακή. Σε φυλακίζει κάτω από συγκεκριμένες συνταγές που θέλω να αποφύγω. Κι ενώ ξέρω πως είμαι κλεισμένος εκεί, βρίσκομαι εδώ για να έχω έστω την ψευδαίσθηση ότι είμαι κάπου αλλού, ότι έχω σωθεί, ας πούμε, μέσα σε μια κατάσταση σκουπιδιών της βιομηχανίας του παρελθόντος». Είναι σαν το Brazil του Τέρι Γκίλιαμ. Ένας άνθρωπος -απόκληρος, διαφορετικός, αναρχικός, επικίνδυνος για μια κοινωνία- εκτελείται και τον παίρνει στα χέρια του μια νεράιδα ή ένας άγγελος. Ο άνθρωπος αυτός πιστεύει στον άγγελο, νιώθει ότι είναι μέρος αυτού του πνευματικού κόσμου. Το ότι ζει σε έναν υλικό κόσμο, από οξύμωρο μπορεί να γίνει κάτι πολύ δυνατό. Μία ανατροπή στη ζωή του. Δεν εννοώ κάτι βαθύτατα φιλοσοφικό. Αλλά κάτι απλό όπως το να αρχίσεις να αντέχεις τον πόνο ή να συνεχίσεις να ζεις αν και βλέπεις πράγματα άσχημα γύρω σου, βρίσκοντας ένα τρόπο να τα αντιμετωπίσεις. Είναι μια πιο πνευματική προσέγγιση. Όσο για το συγκεκριμένο επεισόδιο, έγινε εντελώς τυχαία, με βρήκε εκεί ο Νίκος με την κάμερα, με ρώτησε αν ήθελα να μιλήσω κι εγώ του είπα οκ, αλλά θα το κάνουμε όσο ψάχνω. Ήταν χιλιάδες σιγνγκλάκια με μισό ή ένα ευρώ, κι έπρεπε να προλάβω γιατί ήξερα ότι θα έρχονταν κι άλλοι συλλέκτες.

Το εξώφυλλο του βιβλίου του (εκδ. Τυφλόμυγα)

Μετά από τόσες δεκαετίες η μουσική εξακολουθεί να σε συγκινεί τόσο πολύ; Η μουσική είναι σαν πολεμική τέχνη για μένα. Την άρχισα χωρίς να ξέρω που θα με βγάλει, για αυτοάμυνα, και τελικά έγινε η ίδια μου η ύπαρξη. Ακούω περισσότερη μουσική παρά βλέπω εικόνες του κόσμου. Ακούω ήχους και τους μετατρέπω σε εικόνες, παρά βλέπω εικόνες που μετατρέπω σε ήχους. Από μικρός το είχα αυτό. Είναι αναπηρία; Είναι μια αρρώστια ή ιδιαιτερότητα; Δεν ξέρω. Κι αν τώρα πια δε μαζεύω δίσκους λόγω οικονομικής κατάστασης, ακούω διαρκώς μουσική, ψάχνομαι, είναι η αναφορά μου, όπως για κάποιους άλλους είναι η πολιτική. Η μουσική είναι μια ψυχική καταγραφή. Δεν έχει μόνο το εγκεφαλικό στοιχείο που έχει η φιλοσοφία ή η πολιτική. Έχει καταγραφές κυττάρων των ανθρώπων που παίζουν. Έχει σωματικό παλμό, κάτι που δεν υπάρχει πχ σε ένα βιβλίο. Είναι κάτι πολύ πιο άμεσο, περνάει μέσα από τα αυτιά. Διακατέχεσαι από τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Μπαίνει μέσα σου μέσω της μουσικής του. Και ανάλογα με το πώς είσαι, αυτό το πράγμα μπορεί να λειτουργήσει μέσα σου. Γίνεσαι δηλαδή κάποιου είδους ζόμπι, ένα είδος δοχείου που δέχεται πράγματα πολύ δυναμικά, ενώ μετά υπάρχει και πλαστικοποίηση, σωματική και πνευματική. Είναι παρανοϊκά αυτά που σου λέω;

Είναι κάτι που νομίζω ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί κάποιος που δεν έχει ανάλογη πετριά. Σε καμία περίπτωση δε θέλω να παρουσιάζομαι ως πρότυπο. Δεν είμαι δάσκαλος, ούτε κάποιος που θα πει στον οποιοσδήποτε τι και πώς να κάνει. Λέω τι κάνω εγώ και ποιος είμαι. Δεν θέλω να υπάρχει μία lifestyle θεώρηση γύρω από αυτό το πράγμα.

Σιγά, δεν είναι κακό να αφήσεις σε κάποιον που βλέπει αυτό το ντοκιμαντέρ την εντύπωση ότι είσαι ένας πωρωμένος digger. Δεν είναι κακό, όχι, αλλά δεν είναι και καλό. Επειδή ζούμε σε μία κοινωνία που ό,τι προβληθεί, υποβάλλει κατά κάποιο τρόπο τον άλλο -κάτι που θεωρώ επικίνδυνο γιατί για μένα οποιαδήποτε μορφή προπαγάνδας, είτε θετική είτε αρνητική, είναι το ίδιο πράγμα- καλό είναι ο καθένας να ψάξει τι ακούει και τι βλέπει και ποιος του μιλάει. Να διατηρεί δηλαδή ο καθένας όσο το δυνατόν περισσότερο ακέραια την προσωπικότητά του.

Εκτός από τους δύο δίσκους πρόσφατα κυκλοφόρησες και το βιβλίο Ανάληψις. Με βρήκε μια μέρα ο Κώστας Κατσικιάς που έχει τις εκδόσεις Τυφλόμυγα και μου είπε ότι είχε δει κάποια γραπτά μου που είχα δημοσιεύσει σε φανζίν, τέλη 80s, αρχές 90s. Ζήτησε να του πάω κι άλλα κείμενα. Του τα πήγα. Κι έγινε το βιβλίο. Είναι υλικό που είχε μαζευτεί μέσα στα χρόνια. Γιατί πέρα από τη μουσική, έγραφα και ζωγράφιζα. Με το βιβλίο λοιπόν και τα δύο βινύλια που κυκλοφόρησαν, καταγράφηκε για πρώτη φορά το project RR Hearse. Κατά τα άλλα δεν κάνω μελλοντικά σχέδια. Ποτέ δεν έκανα. Είναι η ζωή έτσι που τα ακυρώνει. Ελπίζω τουλάχιστον το μέλλον να είναι δίκαιο, να δώσει περισσότερη ελευθερία έκφρασης και συνειδητοποίηση του ποιοι είμαστε και τι προλαβαίνουμε να βελτιώσουμε.

Στιγμιότυπο από τα Στέκια του Νίκου Τριανταφυλλίδη.

Πιστεύεις ότι βελτιωνόμαστε με τα χρόνια; Θέλω να πιστεύω πως ναι. Προσωπικά τώρα αντιλαμβάνομαι την τοξικότητα της οργής στο αίμα μου, μου προκαλεί αμέσως δυσφορία. Είναι θετικό ότι χαλιναγωγώ τα ελαττώματά μου. Ανέκαθεν αυτό με ενδιέφερε να κάνω μέσω της μουσικής. Η βελτίωση και η συνύπαρξη με αγαπημένα μου πρόσωπα. Το βλέπω ακόμη και σε αυτές τις παλιές ηχογραφήσεις. Σε όσες είμαι μόνος μου, έχουν μεγάλη διαφορά από όσες είμαι με φίλους. Όταν είμαι μόνος έχουν όλο αυτό το καφκικό αδιέξοδο, τον βασανισμό ενός απομονωμένου ανθρώπου που επαναλαμβάνει συνέχεια τον εαυτό του και καταλήγει να χρησιμοποιεί συνέχεια τα ίδια στοιχεία ή να ανακαλεί τις ίδιες φοβίες και αγωνίες. Οι συνεργασίες και οι σχέσεις με ανθρώπους ήταν αυτό που μου έσωσε τη ζωή και με βοήθησε να προοδεύσω μέχρι σήμερα κάνοντας κάποια πράγματα που έχουν καλλιτεχνικό ενδιαφέρον.

Είσαι από αυτούς που μπαίνοντας σε ένα σπίτι το πρώτο πράγμα που κοιτάζουν είναι η δισκοθήκη του άλλου; Ε, καλά, ναι, κλασικά. Το κάνω αυτόματα για να δω σε ποιο σύμπαν μπαίνει ο ιδιοκτήτης, γιατί αυτό συμβαίνει όταν ακούς μουσική: μπαίνεις σε ένα σύμπαν και σε καθορίζει κατά κάποιο τρόπο.

Κάποιος με πολύ καλό γούστο, μπορεί να είναι πολύ μαλάκας; Ναι! Πολύ και πολλάκις. Δυστυχώς. Καλό γούστο δε σημαίνει καλός άνθρωπος. Καλός άνθρωπος σημαίνει καλό γούστο. Αυτό.


Περισσότερα για τον Λάμπρο Τσάμη: labrostsamisarchives.bandcamp.com
Το βιβλίο Ανάληψις (εκδ. Τυφλόμυγα) μπορείτε να το βρείτε στην Πολιτεία.
Ο δίσκος At the Burial Station κυκλοφορεί από τη Sound Effect.
Ο δίσκος Call of Oedipus κυκλοφορεί από τη June.
Θεοδόσης Μίχος

Ο Θεοδόσης Μίχος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Ζει στο κέντρο της Αθήνας από το 1998. Εργάζεται ως δημοσιογράφος (είναι συνιδρυτής της Popaganda) και ραδιοφωνικός παραγωγός (καθημερινά 8-10πμ στον Best 92.6). Είναι συγγραφέας των βιβλίων Κράτα το σόου (2016) και Η Αλκμήνη και οι άλλοι (2020).

Share
Published by
Θεοδόσης Μίχος