Η κόλαση του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη

Από την αρχή της ανθρώπινης περιπέτειας έκανε την εμφάνισή της η περίεργη ιδέα μιας μετά θάνατον ζωής, μιας κατάστασης ατέρμονης τιμωρίας των κάθε λογής αμαρτωλών.

Και, βέβαια, η έννοια της κόλασης ως τόπου τέλεσης της τιμωρίας έμελλε να εξάψει την φαντασία, αφού μέσα σε μια πορεία 4.000 χρόνων θα απασχολούσε τις περισσότερες θρησκείες, αλλά και τα έργα ζωγράφων όπως του Ιερώνυμου Μπος και ποιητών – όπως του Δάντη Αλιγκιέρι. Άλλωστε, υπάρχουν εκατοντάδες διαφορετικές εκδοχές της κόλασης, όπου τιμωρείται το κακό.

Οι Χριστιανοί αντιλαμβάνονται την κόλαση ως αιώνια τιμωρία για τους αμετανόητους αμαρτωλούς, καθώς επίσης και για το διάβολο και τους δαίμονές του. Η κόλαση των χριστιανών μοιάζει αρκετά με τον κάτω κόσμο των αρχαίων Ελλήνων: Με φωτιές ολόγυρα για να καίγονται και να βασανίζονται αιωνίως οι αμαρτωλές ψυχές. Όσο για την κόλαση των ιουδαίων, φαίνεται να είναι κάτι σαν καθαρτήριο – μια μεταβατική κατάσταση που δεν έχει τον οριστικό χαρακτήρα του χριστιανισμού, ενώ προσλαμβάνεται περισσότερο συμβολικά παρά κυριολεκτικά. Αλλά και η κόλαση των μωαμεθανών είναι ένας τόπος για τους κακούς με τις γνώριμες φωτιές. Από αυτήν δεν γλιτώνει ο καταδικασμένος, καθώς όποιος προσπαθήσει να αποδράσει θα υποστεί χειρότερα βασανιστήρια.

Σε κάθε περίπτωση, η συμβολική ενσάρκωση του κακού, η επινόηση -δηλαδή- του διαβόλου και της κόλασης και οι ποικιλόμορφες προσλήψεις τους, δεν αποτέλεσαν απλώς ένα ξεχωριστής σημασίας θρησκευτικό γεγονός. Υπήρξαν ένα αποτελεσματικό εργαλείο χειραγώγησης στα χέρια της εκκλησίας. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που το κακό σταδιακά αποκτάει «πρόσωπο» και η κόλαση «χαρτογραφείται»: Από τον Μεσαίωνα και έπειτα, η εικονογράφηση της κόλασης γίνεται εντυπωσιακά λεπτομερής και συστηματική με τους κληρικούς να αναθέτουν σε καλλιτέχνες τη δημιουργία ευφάνταστων δαιμονικών και ενίοτε αποτροπιαστικών έργων και τους τελευταίους να εμπνέονται τόσο από τις Γραφές όσο και από τον επιβλητικό, ζοφερό και υποχθόνιο κόσμο που συνέθεσε λεπτομερώς ο Ιταλός ποιητής Δάντης Αλιγκιέρι (1265-1321) στη δική του «Κόλαση» – το πρώτο μέρος της περίφημης «Θείας Κωμωδίας». Μάλιστα, στον καθολικισμό αρκετές ιδέες περί κολάσεως έχουν προέλθει από την «Κόλαση» του Δάντη. Ο Ιρλανδός θεολόγος και φιλόσοφος Σκότος Εριγένης (810-877) έλεγε ότι η Αγία Γραφή είναι ένα κείμενο το οποίο περικλείει άπειρα νοήματα και μπορεί να παρομοιαστεί με τα ιριδίζοντα φτερά ενός παγονιού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Ένας τέτοιος ισχυρισμός ταιριάζει ιδανικά στην δαντική Κόλαση, ένα έργο πολυπρισματικό που ανταποκρίνεται πλήρως στην -τόσο χαρακτηριστική του Μεσαίωνα- ιδέα ενός κειμένου ανοιχτού σε πολλαπλές αναγνώσεις. Πάνω απ’ όλα, όμως, η πολυμορφία του περιεχομένου της «Κόλασης» του Δάντη απορρέει από την απαράμιλλη ικανότητα του ποιητή να αποτυπώσει τις σκοτεινές πηγές της διαφθοράς και των σφαλμάτων, τα θηριώδη ένστικτα, τα συγκλονιστικά πάθη, τις κρυφές και ταπεινωτικές αδυναμίες και ιδιαιτερότητες των ανθρώπων μιας ολόκληρης εποχής. Άλλωστε, αυτό επιδιώκει πάντοτε η υψηλών προδιαγραφών λογοτεχνία και αυτό επιτυγχάνει –τηρουμένων των αναλογιών- ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης με το «Σε ποιον ανήκει η κόλαση» μέσα από το οποίο διευρύνει την έννοια της κόλασης και διερευνά τις πολυποίκιλες εκφάνσεις της όπως αυτές εμφανίζονται επί της γης – και δη, στην ελληνική πραγματικότητα!

Ο Τζαμιώτης αποδεικνύεται δεινός μυθοπλάστης, εκτός από εξαιρετικός λογοτέχνης – κάτι που μπορεί να ειπωθεί χωρίς την παραμικρή διάθεση υπερβολής. Κάποτε οι λογοτέχνες αγόραζαν μύθους από μυθοπλόκους, περίπου με την ίδια έννοια που οι σκηνοθέτες αγοράζουν σενάρια από σεναριογράφους. Και αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ο μύθος το κύριο χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας, αλλά η τέχνη του λόγου, η ικανότητα δηλαδή του λογοτέχνη (του τεχνίτη του λόγου) να χρησιμοποιεί τα δομικά υλικά του λόγου για να φτιάξει με αυτά δομές πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες. Αυτό, ωστόσο, αφορά τους ειδήμονες και τους κάθε λογής ευαίσθητους στην -μέσω του λόγου- έκφραση νοημάτων και συναισθημάτων. Για τους υπόλοιπους, δηλαδή τους περισσότερους, η λογοτεχνία θα συντηρεί το ενδιαφέρον της ως η τέχνη της αφήγησης ενός μύθου, μιας ιστορίας – ανεξάρτητα από τις δομές που επιβάλλει η αισθητική.

Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη συμβαίνουν και τα δύο: συνυπάρχει επιδέξια η μυθοπλασία με την λογοτεχνία δίνοντας ένα έργο που συναιρεί μοναδικά τον ευρηματικό μύθο με την πραγματική τέχνη του λόγου. Και, πράγματι, οι 162 ιστορίες εμπεριέχουν την κόλαση είτε με τη μορφή προσώπων, είτε με τη μορφή ζοφερών τοπίων – πάντα με περισσή επινοητικότητα. Άλλοτε σαν παραβολές, άλλοτε σαν ανέκδοτα, απρόσμενα παιχνίδια της μοίρας ή, ακόμη, ως εξωφρενικά περιστατικά οι σύντομες ιστορίες αναπαριστούν -με έναν τρόπο εκπληκτικό- την ελληνική πραγματικότητα από καταβολής ελληνικού κράτους με όσα θετικά ή αρνητικά θα διαμόρφωναν εν τέλει τη σημερινή μας ταυτότητα.

Αυτό που προκύπτει, είναι ένα λεπτομερές ψηφιδωτό φτιαγμένο από προσωπικές ιστορίες που διαπλέκονται με την Ιστορία ή μία μεγάλη ελληνική τοιχογραφία, γεμάτη από έρωτα, θάνατο, πόλεμο, τρέλα και πικρό χιούμορ.

Είναι η κόλαση οι άλλοι;

Είναι ο εαυτός μας;

Είναι η απουσία των άλλων; 

Όπως και να ’χει, η κόλαση αποτελεί τον κεντρικό άξονα των διηγημάτων του βιβλίου και ο συγγραφέας σκιαγραφεί τρομακτικά οικείες συμπεριφορές ακόμα και όταν η φαντασία του εξωθεί τη μυθοπλασία στα όριά της. Και όλα αυτά, με έναν τόνο εξομολογητικό, συχνά με ένα καυστικό χιούμορ, αλλά και με μία θαυμαστή συναισθηματική αποστασιοποίηση απαραίτητη για να αναδειχθεί ανάγλυφη η αλήθεια. Μια αλήθεια που συστεγάζει υπαρξιακά αδιέξοδα, μια κοινή τραγική εθνική μοίρα, προβλήματα σύγχρονα και διαχρονικά. 

Σε ποιον, λοιπόν, ανήκει η κόλαση; Η υποψία της απάντησης είναι έντονη, σχεδόν αφόρητη. Και πέφτει βαριά πάνω μας…

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
«Σε ποιον ανήκει η κόλαση»
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 440

Βιβλία στη βιτρίνα

Μαριαλένα Σπυροπούλου
«Τάισέ με» 
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 248
23 Απριλίου 2010, η χώρα μπαίνει στο μνημόνιο. Εκείνη την ημέρα η Μαρίνα δέχεται από τον σύντροφό της πρόταση γάμου και καταρρέει. Αντί να χαρεί, βυθίζεται σε μια ανάγκη να βρει τον θολό εαυτό της. Αναζητά κομμάτια της ταυτότητάς της μέσα από τη μητέρα της, την αδερφή της, τη γιαγιά της. Μέσα από τους άνδρες της ζωής της. Παράλληλα διαβάζει ένα δυστοπικό βιβλίο για έναν κόσμο δυο αιώνες από σήμερα, όπου οι γυναίκες έχουν πάρει στα χέρια τους την εξουσία του κόσμου. Eνα σύγχρονο βιβλίο για τις γυναίκες του σήμερα, τις γυναίκες του χθες, και κυρίως του αύριο. Ένα βιβλίο για το ποιος ταΐζει ποιον και πότε χορταίνουμε τελικά. Για τις γυναίκες που κρύβουν μέσα τους τη δύναμη των πατεράδων τους, σε μια χώρα όπου οι πατέρες είναι άγνωστοι.

Andrew Ridker
«Οι αλτρουιστές»
Μετάφραση: Σοφία Τάπα
Σελίδες: 456
Εκδόσεις: Κλειδάριθμος
Ο Άρθουρ Άλτερ, κακοπληρωμένος καθηγητής σε ένα πανεπιστήμιο του Μιζούρι, βρίσκεται σε αδιέξοδο. Δυσκολεύεται να αποπληρώσει το δάνειο του σπιτιού του και τα παιδιά του έχουν διακόψει κάθε επαφή μαζί του. Σκέφτεται τη μικρή περιουσία, για την οποία δεν είχε ιδέα, που η γυναίκα του κληροδότησε απευθείας στα παιδιά τους όταν πέθανε. Ο γιος του, ο Ίθαν, αντικοινωνικός και αγχώδης, κλεισμένος σε ένα διαμέρισμα στο Μπρούκλιν, ζει χάρη στα χρήματα της μητέρας του. Η κόρη του, η Μάγκι, είναι ακτιβίστρια που συμπαραστέκεται στους κατατρεγμένους και βασανίζει τον εαυτό της ζώντας σε μια αυτοεπιβεβλημένη φτώχεια. Καθώς κοντεύει πια να χάσει το σπίτι του, ο Άρθουρ καλεί τα παιδιά του στο Σεντ Λούις με το πρόσχημα της συμφιλίωσης. Στην πορεία, ωστόσο, ανοίγει άθελά του το κουτί της Πανδώρας, γεμάτο συσσωρευμένες πικρίες και σκονισμένες αναμνήσεις. Η καθηλωτική ιστορία μιας οικογένειας, με τη διεισδυτικότητα και το σκοτεινό χιούμορ ενός λαμπρού, νέου συγγραφέα.

M. Woodhouse
«1821 – Ο πόλεμος της ελληνικής ανεξαρτησίας»
Εκδόσεις: Παπαδόπουλος
Σελίδες: 224
Το κλασικό αυτό έργο του Βρετανού στρατιωτικού, πολιτικού και διανοούμενου C. M. Woodhouse (1917-2001) παραμένει διεθνώς ένα από τα καλύτερα και πιο περιεκτικά βιβλία για την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ήρωας πολέμου και ο ίδιος, ο περίφημος “Κρις” ή “Μόντι”, συμπολεμιστής των Ναπολέοντα Ζέρβα και Άρη Βελουχιώτη στην αντίσταση κατά της γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα, επιδεικνύει διεισδυτική αντίληψη για τις στρατηγικές πλευρές της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης. Ο Woodhouse, ένας από τους λίγους Δυτικούς φιλέλληνες που δεν άφησαν ποτέ τα -πραγματικά ή φανταστικά- αρχαιοελληνικά ιδεώδη να επηρεάσουν τη ματιά τους για τους Νεοέλληνες και την αγάπη τους για τη νεότερη Ελλάδα, αποδεικνύεται εδώ τολμηρός και οξυδερκής στις κρίσεις του, ευρηματικός στη χρήση των πηγών του και γλαφυρός ως αφηγητής.

Γιώργος Βαϊλάκης

Share
Published by
Γιώργος Βαϊλάκης