Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης δεν βλέπει και πολύ φως στο τούνελ

Όταν ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ξεκινούσε το 2013 να γράφει το «Πέρασμα» (Μεταίχμιο), ακόμα δεν είχαμε ζήσει ούτε Ειδομένες, ούτε Μόριες, ούτε Ωραιόκαστρα. Κι όμως, στις σελίδες του μυθιστορήματος, που συχνά, μέσα από μια πρωτοφανή πολυφωνικότητα, γίνεται κανονικό δοκίμιο με την αμφίεση της μυθοπλασίας, συναντάς την  ακτινογραφία όλων των αδυσώπητων αντιφάσεων των «ενοίκων» (και των συνθηκών) στα hot spot, μαζί με το πανόραμα των ψυχοσυνθέσεων των πέριξ αμφίθυμων τοπικών κοινωνιών.

Ο συγγραφέας, με το αλάθητο πολιτικοκοινωνικό ένστικτο, είχε την ενόραση να δει αυτό που ερχόταν σαν ωστικό κύμα. Το βιβλίο μοιάζει να βγήκε μέσα από βιώματα, μέσα από μαρτυρίες, μέσα από ρεπορτάζ. Τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Ο Τζαμιώτης τόλμησε να μιλήσει μετωπικά για κάτι που συνέβαινε την ώρα που εξελισσόταν σε κάτι άγνωστο ακόμα. Και υπήρξε προφήτης. «Δεν θα ένιωθα καλά αν μετά από 15 χρόνια γυρνούσα πίσω, κοιτούσα αυτή τη δύσκολη συγκυρία και διαπίστωνα ότι είχα γράψει για θέματα άσχετα», λέει ο ίδιος στην Popaganda.

«Ίσως για πρώτη φορά είναι εκτεθειμένοι οι πολιτικοί τόσο πολύ, όλοι μπαίνουν στον πειρασμό να κερδίσουν τις εντυπώσεις και για να συμβεί αυτό πρέπει να κάνει φασαρία. Ο πολιτικός λόγος που παράγεται είναι κιτς, με την έννοια ότι είναι μια πορνογραφία πολιτικού λόγου»

Στο «Πέρασμα» τόλμησες να αντιπαρατεθείς με την καυτή συγκυρία. Γιατί ήθελες να μιλήσεις γι’ αυτό που συμβαίνει «τώρα» ή για αυτό που βλέπεις να έρχεται; Δεν φοβήθηκες μήπως αυτό το «τώρα», που είναι εν εξελίξει, σε ξεπεράσει; Μα δεν έχω γράψει κάτι που σχετίζεται με τα ίδια τα γεγονότα. Δεν καθρεφτίζει, δεν αντανακλά, δεν  καταγράφει το βιβλίο με ιστορική ακρίβεια τα ίδια τα γεγονότα. Έτσι κι αλλιώς, όμως, δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς ρίσκο. Μάλλον, δεν υπάρχει απόπειρα να πεις την αλήθεια σου χωρίς να ρισκάρεις. Αλλιώς επιλέγεις να κάνεις κάτι άλλο, αλλά δεν μ’ ενδιαφέρει. Ασφαλώς και δεν υπάρχει μία μόνο λογοτεχνία. Αλλά, επαναλαμβάνω, δεν έγραψα ένα βιβλίο για να δώσω απαντήσεις ή να φωτίσω τα πράγματα με ένα τρόπο που να εξηγεί γιατί συνέβη το ένα ή το άλλο. Στην πραγματικότητα  ασχολούμαι με θέματα που είναι επίκαιρα σε κάθε εποχή. Να ξεκαθαρίσω  ότι δεν έγραψα μια μελέτη, δεν είμαι ιστορικός. Άλλωστε, όταν ξεκίνησε να γράφεται το βιβλίο το 2013, υπήρχε το προσφυγικό ζήτημα, τους λέγαμε μάλιστα λαθρομετανάστες τότε τους πρόσφυγες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είχε φτάσει στα όρια που έφτασε ίσως πέρσι το καλοκαίρι. Το «Πέρασμα» δεν είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε για να δώσει απαντήσεις ή να καταγράψει το φαινόμενο. Είναι ένα βιβλίο το οποίο με αφορμή τη μαζική μετακίνηση πληθυσμών για μιλά για πράγματα που με ενδιαφέρουν.


Όπως ο πόλεμος, η απώλεια… Και το πένθος, ο έρωτας, η ελπίδα, το όνειρο. Κυρίως, ήτανε μια αφορμή για να μιλήσω για το γεγονός ότι μάλλον μας ενώνουν περισσότερα παρά μας χωρίζουν. Ως εκ τούτου, δεν νιώθω ότι αναμετρώμαι με κάποιο φαινόμενο.

Με τι σε ενδιαφέρει να αναμετρηθείς; Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να γράψω βιβλία τα οποία να αναμετρώνται με την εποχή τους.

Από αυτό μετριέται η στάση του συγγραφέα; Από το πόσο τολμά να αναμετρηθεί, να πάρει θέση για την εποχή του; Είναι μια πολύ πυκνή ιστορικά περίοδος αυτή που διανύουμε. Ωστόσο, είναι και μια εποχή που δεν παράγεται λόγος. Θεωρώ χρήσιμο να υπάρχουν συγγραφείς οι οποίοι να προσπαθούν να αρθρώσουν ένα λόγο στις μέρες μας. Ο συγγραφέας να μην στρέψει τα μάτια του έξω από την εποχή του, να μην φοβηθεί να βουτηχτεί στα βαθιά, να μην φοβηθεί μήπως λερωθεί, και να προσπαθήσει, αν όχι να ερμηνεύσει, άλλωστε η λογοτεχνία δεν είναι για να δίνει απαντήσεις, να φωτοσκιάσει διαφορετικά την πραγματικότητα που μοιάζει κοινή για όλους, μα είναι τόσο διαφορετική τελικά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Το σημείο εκκίνησης για τη συγγραφή του βιβλίου ήταν κάποιο συγκεκριμένο συμβάν; Είναι ένα περιστατικό το οποίο συνέβη είτε το καλοκαίρι του ’95, είτε το καλοκαίρι του ’96. Πασχίζω να θυμηθώ τη χρονιά, αλλά δεν μπορώ. Ήμουν στρατιώτης, έκανα τη θητεία μου στη Λέσβο, εκπαιδευτής σε ασκήσεις με πλωτά, με βάρκες. Σε κάποια από τις ασκήσεις μας ξαφνικά βλέπω να έχει προσαράξει σε απόσταση μια μεγάλη βάρκα με Αφγανούς. Ήταν πρωτόφαντο. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο, δεν ήταν βάρκα σαν τις σημερινές τις φουσκωτές. Ήταν σκαρί. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως όταν την πλησίασαν λιμενικοί ότι φωνάζαν όλοι «Italia! Italia». Αυτοί οι τύποι, δεν ξέρω μετά από πόσες μέρες ταλαιπωρίας, ήταν βέβαιοι ότι βρίσκονταν στην Ιταλία, δεν μπορούσαν να το πιστέψουν ότι βρίσκονται ακόμη στην Ελλάδα. Κάτι είχα δοκιμάσει να πρωτογράψω τότε. Τελικά, όταν συνέβη ένα παρόμοιο περιστατικό με αυτό που εξιστορείται στο βιβλίο, αναφέρομαι στο Αγαθονήσι το 2012, είπα «αυτό είναι το θέμα». Δεν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο γεμάτο συναίσθημα, το οποίο θρηνεί για τα βάσανα κάποιων ανθρώπων. Ήθελα να μιλήσω για κάτι που μοιάζει πρωτόφαντο, αλλά δεν είναι καθόλου καινούρια ιστορία, δηλαδή για την συνάντηση, και πολύ συχνά την βίαιη συνάντηση διαφορετικών κόσμων. Ήθελα να απαντήσω, σε μένα πρώτα απ’ όλα, και να διερευνήσω πού είναι το όριο, πώς γίνεται  ακόμα και όταν απειλούνται βασικές αξίες σου να διατηρήσεις την ανθρωπιά σου; Ποιο είναι αυτό το όριο; Και ακριβώς, επειδή δεν υπάρχει μια μόνο απάντηση, και το δίκαιο δεν ανήκει στη μια ή στην άλλη πλευρά, αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο πολυφωνικό. Θέλοντας έτσι να φωτίσω, να δώσω βήμα σε  όσο το δυνατόν περισσότερες ψυχές.

Υπάρχουν όντως όλες οι προσλήψεις, από την χρυσαυγίτικη μέχρι την θέση του αλληλέγγυου, ένα αληθινό πανόραμα όλων των τάσεων και ψυχοσυνθέσεων της ελληνικής κοινωνίας και των προσφύγων. Ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους πόλους, τα άκρα, είχε η σκιαγράφηση των ενδιάμεσων καταστάσεων, εκεί που βρίσκονται και οι πολλοί, οι οποίοι βρίσκονται σε μια μετάβαση. Άλλοι προς την κατεύθυνση να γίνουν θετικότεροι προς τους πρόσφυγες κι άλλοι, εξαντλημένοι, προς το να σκληρύνουν τη στάση τους. Αυτό ήταν το δυσκολότερο και το πιο ενδιαφέρον για μένα. Το να μιλήσεις με τον δήθεν καθαρό λόγο του Χρυσαυγίτη ή με τη θέληση του αλληλέγγυου να βοηθήσει με κάθε τρόπο καταγράφεις μόνο μια πλευρά. Προσωπικά, πάντα με ενδιέφερε ο μέσος όρος, ο ανώνυμος άνθρωπος, αυτός που δεν είναι πρωταγωνιστής στα γεγονότα, ο σχεδόν πάντα ανέτοιμος απέναντι στο ιστορικό γεγονός, στην Ιστορία, γιατί στην πραγματικότητα είναι κι αυτός που δίνει τον τόνο, ακριβώς λόγω του πλήθους του. Διαφορετικά το βιβλίο θα μπορούσε να γίνει μια περιπέτεια, θα μπορούσε να γίνει ένα αστυνομικό. Θα μπορούσε να γίνει ένα δακρύβρεχτο μελό για το δράμα των προσφύγων.

«Με ενδιέφερε να αποκαθηλωθεί ένα ψέμα που μας ακολουθεί από την αρχή της κρίσης, ότι σε τέτοιες περιόδους μάς δίνεται η ευκαιρία για ηθική και πνευματική ανάταση. Οι άνθρωποι όταν ζορίζονται συνήθως βγάζουν τον χειρότερο κι όχι τον καλύτερό τους εαυτό. Ας μην αναζητάμε συνέχεια ήρωες. Αυτό θα μας προστατέψει και από ψευδαισθήσεις»

Στο υπόβαθρο του βιβλίου φαίνεται να υπάρχει ένα ρεπορτάζ, μια έρευνα, ακόμα και για άχαρα πρακτικά ζητήματα όπως η προβληματική συνεννόηση υπουργείου-δημάρχων. Αυτά δεν χρειάζονται καμία σπουδαία έρευνα. Εδώ ζω. Έπειτα, όλα αυτά τα χρόνια  είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με κόσμο που πέρασε τη θάλασσα κυνηγώντας μια καλύτερη ζωή.

Εννοείς πρόσφυγες; Ναι. Και η αλήθεια είναι ότι δεν συνάντησα έναν τύπο ανθρώπου. Συνάντησα πολλούς και πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους. Ασφαλώς είχαν όλοι ένα κοινό, ότι κάτι τους έδιωξε από τις χώρες τους. Αλλά πέρα από αυτό οι άνθρωποι παραμένουν ίδιοι. Άλλος έχει το άλφα όνειρο,  άλλος σκέφτεται έτσι, υπάρχουν καλοί, υπάρχουν κακοί, υπάρχουν άνθρωποι εντελώς ανιδιοτελείς, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν θα γίνουν καλύτεροι απ’ ότι πριν τους συμβεί το κακό, είναι άνθρωποι βασικά. Τέτοια έρευνα έκανα. Ερευνητής των ανθρώπων είμαι. Μυθιστοριογράφος. Υπάρχουν μυθιστοριογράφοι που ασχολούνται με το χώρο,  με το διάστημα. Εγώ ασχολούμαι με τους ανθρώπους. Κι επειδή οι μόνοι άνθρωποι που γνωρίζω είναι οι άνθρωποι που ζουν μαζί μου, γύρω μου, στην εποχή μου, γράφω για τους ανθρώπους της εποχής μου. Κι αφού στην εποχή μου συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, δεν θα μπορούσα να τους βάλω  σε ένα άλλο περιβάλλον, δεν θα ήταν αληθοφανές, θα ήταν κατασκευασμένο. Με αυτή την έννοια, ναι, κάνω έρευνα κάθε φορά που βγαίνω από το σπίτι μου. Κάθε μέρα που ανοίγω τα μάτια μου και στήνω αυτί για κάτι που γίνεται στο διπλανό διαμέρισμα είναι μια μορφή έρευνας. Αν βγεις στο δρόμο θα μάθεις κάτι περισσότερο. Αν συζητήσεις με φίλους ή γνωστούς ή αγνώστους θα μάθεις ακόμη περισσότερα. Με αυτή την έννοια, είμαι ένας ερευνητής.


Πώς χτίζεις τους ήρωες; Είναι τόσοι πολλοί που θα μπορούσες να μπερδευτείς ακόμα κι εσύ. Αυτό ήταν μια από τις προκλήσεις στο βιβλίο, το να φτιαχτεί ένα σύμπαν πολυφωνικό, πολυπρόσωπο. Ωστόσο, επειδή το μέγεθος του βιβλίου δεν είναι και τεράστιο, έπρεπε να συμπυκνωθεί ο τρόπος του κάθε προσώπου με ένα πολύ στέρεο τρόπο, με μια κουβέντα, μια πράξη, μια αντίδραση να βγαίνει για ποιο πρόσωπο μιλάμε. Είναι αυτό που έλεγε ο μεγάλος Πίντερ όταν τον ρωτάγανε πώς φτιάχνει πραγματικά πρόσωπα: «Ξέρω ακόμα και πόσα ρούχα έχουν στην ντουλάπα τους. Δεν σημαίνει ότι τους τα φοράω πάνω στη σκηνή. Αλλά με βοηθά να ξέρω το βιογραφικό τους, ποιος είναι ο καθένας».

Ξέρεις κι εσύ τι ρούχα έχει ο καθένας στην ντουλάπα του; Ξέρω για τον καθένα ποιος είναι, ανεξάρτητα αν δεν φαίνεται η ιστορία του. Οπότε, από τη στιγμή που έχεις αποκρυσταλλωμένο το ποιος είναι ο βίος του καθενός, τότε μπορείς να τον απομονώσεις μέσα σε αυτές τις τέσσερις μέρες.

«Δεν έγραψα ένα βιβλίο για να δώσω απαντήσεις ή να φωτίσω τα πράγματα με ένα τρόπο που να εξηγεί γιατί συνέβη το ένα ή το άλλο. Στην πραγματικότητα ασχολούμαι με θέματα που είναι επίκαιρα σε κάθε εποχή.»

Οι χαρακτήρες σου είναι φανταστικές κατασκευές, τους έχεις γνωρίσει, είναι και τα δύο; Είναι ένας συνδυασμός. Πάντοτε έτσι γίνεται με τους χαρακτήρες, είτε τους έχεις δημιουργήσει, είτε πρόκειται να τους δημιουργήσεις, τους συναντάς σε πραγματικά πρόσωπα. Καμιά φορά ένας χαρακτήρας, ένα πρόσωπο μυθιστορηματικό μπορεί να είναι ο συνδυασμός δυο προσώπων, τριών, πέντε ή δέκα. Υπάρχουν φορές που συναντάς  προσωπικότητες στο δρόμο και λες «αυτόν κάπου θα τον χρησιμοποιήσω». Δεν θα μπορούσα όμως να σας πω ποιος είναι τι.

Κρυφακούς; Κρυφακούω. Αλλά νομίζω αυτό είναι μια από τις δουλειές του συγγραφέα, να αφουγκράζεται τους ανθρώπους, την εποχή του. Δεν θα έλεγα να λειτουργεί σαν κεραία.

Το βιβλίο είναι, λοιπόν, η απάντησή σου στην συγκυρία; Δεν θα έλεγα ότι είναι η απάντηση. Δεν θα μπορούσε. Δεν πιστεύω ότι συνέβη τώρα αυτό και ότι μετά θα επανέλθει μια κανονικότητα. Όχι. Είμαι συγκρατημένα απαισιόδοξος. Πιστεύω, τα επόμενα χρόνια θα έρθουμε αντιμέτωποι με μεγαλύτερα γεγονότα. Άλλωστε, τι είμαστε ως Ελλάδα; Ας αφήσουμε τους γύρω. Δεν είμαστε μια κοινωνία φτιαγμένη από συναντήσεις πολιτισμών; Ή μήπως ήταν λιγότερο βίαιες οι συναντήσεις εδώ; Όχι. Απλά είναι μεγαλύτερη πρόκληση να μιλάς για το σημερινό προσφυγικό και να μην μιλάς για το προσφυγικό του ’22 ή του ’55. Οι απελπισμένοι άνθρωποι κάνουν απελπισμένα πράγματα. Αλλά με ενδιέφερε να αποκαθηλωθεί κι ένα πολύ μεγάλο ψέμα, το οποίο μας ακολουθεί από την αρχή της κρίσης και πάμε για μια δεκαετία πια, ότι σε τέτοιες περιόδους μάς δίνεται η ευκαιρία για ηθική και πνευματική ανάταση. Οι άνθρωποι όταν ζορίζονται συνήθως βγάζουν τον χειρότερο κι όχι τον καλύτερό τους εαυτό. Ας μην αναζητάμε συνέχεια ήρωες. Αυτό θα μας προστατέψει και από ψευδαισθήσεις και θα μας δώσει την ευκαιρία να καταλάβουμε λίγο περισσότερο τους εαυτούς μας.

Δηλώνεις «συγκρατημένα απαισιόδοξος». Δεν βλέπω και πολύ φως στο τούνελ. Και πιστεύω ότι από όλη αυτή τη συγκυρία και πιο συντηρητικοί σαν κοινωνία θα γίνουμε, και πιο κοντόφθαλμοι, και αντιμέτωποι με πράγματα που αφήσαμε στο παρελθόν μπορεί να βρεθούμε. Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο είναι από τη μία ένας άκρατος λαϊκισμός, ο οποίος δεν πατάει πουθενά, και από την άλλη η βαθύτατη εσωτερίκευση της ματιάς του ξένου, του άλλου, η οποία στην πραγματικότητα παράγει επίσης ακραίο λόγο.Καμία κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει με τέτοια εφόδια και τέτοια οπτική. Απ’ ότι καταλαβαίνω, διαβάζω κι ακούω, δεν πρόκειται κάτι να γίνει τα αμέσως επόμενα χρόνια που θα βελτιώσει την κατάσταση. Όλη αυτή η ιστορία θα μας αφήσει πίσω διχασμένους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Δεν θα είναι η πρώτη φορά. Έχουμε μεγάλη προϊστορία. Ας ελπίσουμε ότι θα αποφύγουμε τα χειρότερα.

Τι θα μπορούσαν να είναι; Αφορμές για να διχαστεί μια κοινωνία ανέκαθεν υπήρχανε. Έβλεπα ένα βιντεάκι στο ίντερνετ απ’ τη Γαλλία και τα πρόσφατα γεγονότα με τις κινητοποιήσεις, τα οποία ήταν σα να μην συμβαίνουν ουσιαστικά, αφού δεν προβάλλονταν. Εφόσον λοιπόν την ατζέντα όλων μας την καθορίζουν κάποιοι, δεν βλέπω το λόγο γιατί η λογοτεχνία να μην μπορεί να αντιστρέφει αυτή την ατζέντα και να βάζει θέματα που μοιάζουν ενοχλητικά για την κάθε εξουσία. Έβλεπα λοιπόν σε ένα από αυτά τα βίντεο μια κυρία, παραπάνω κομψή και  καλοντυμένη από τις περισσότερες κυρίες που κυκλοφορούν στην Αθήνα, να δέρνεται ανηλεώς από έναν αστυνομικό. Αυτό τι μας λέει; Πρώτα απ’ όλα καταρρίπτει το μύθο ότι έχουν λόγο να βγουν στο δρόμο μόνο κάποιοι με μαύρες κουκούλες, περίοικοι των Εξαρχείων κι ότι η εξουσία, η κάθε εξουσία, όταν αισθάνεται απειλημένη δεν αναγνωρίζει καμία διαβάθμιση, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί πολίτες. Υπάρχουν πολίτες και ιδιώτες. Η εξουσία θέλει το δεύτερο φυσικά. Αυτή η κυρία, που είναι πολίτης προφανώς, με την ακριβή της τσαντούλα, την οποία είμαι σίγουρος ότι πολλές κυρίες εδώ θα ήθελαν να την κουβαλάνε, πρωταγωνιστεί σε ένα βίντεο που θα πρέπει να το βλέπουν όλοι αδιακρίτως, ό,τι κι αν υποστηρίζουν.

Περίμενες ποτέ ότι με κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχιζόταν η βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων; Κάποια πρόσωπα στο ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία γνώριζα προτού εμπλακούν στην κεντρική πολιτική σκηνή, αποτελούσαν ένα είδος εγγύησης. Με διέψευσαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Πρώτα απ’ όλα μπορεί να σε διαψεύσει κάποιος ακόμα και όταν κανένας από τους λόγους του δεν κρύβει ιδιοτέλεια. Ακόμη και η αφέλεια μπορεί να είναι επικίνδυνη όταν αναλαμβάνεις ευθύνες. Αλλά μάλλον επιβεβαιώνομαι σε όσα πίστευα πριν από την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ, ότι πολλές από τις αποφάσεις δεν λαμβάνονται πια εδώ. Αυτή είναι η πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπίσει κάθε κυβέρνηση. Ανοησίες του τύπου «ήρθε η καταστροφή τους 6 τελευταίους μήνες και πριν ήταν όλα μια χαρά» δεν τα ακούω, είναι ακραίος λόγος, απλά με έναν άλλο μανδύα. Και αυτό δεν ξέρω πού θα βγάλει. Πιστεύω ότι μετεξελλίσσεται ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως κάθε κόμμα που σε πολύ μικρό διάστημα απευθύνεται σε πολύ μεγαλύτερο κοινό από το παρελθόν. Αυτό επιφέρει αλλαγές στο εσωτερικό του και είναι λογικό να αλλάζει η οπτική του. Απ’ τη στιγμή που επιμένεις να κρατάς την εξουσία θα μεταλλαχτείς. Δεν βλέπω καμία αντινομία. Αυτό που απαιτείται είναι μια κοινωνία λιγότερο παθητική και με ρόλο ενεργό στα πράγματα.

Η «βουβαμάρα» των πολιτών, σε σχέση με το ασφαλιστικό, πού οφείλεται; Δεν έχουμε παράδοση για οικονομικά ζητήματα να εξεγειρόμαστε. Δεν έχουμε εξάλλου δει ακόμα τα αποτελεσματα των πολιτικών της λιτότητας. Η προλεταροποίηση όλο και περισσότερων  ανθρώπων, η καταστροφή αυτού που λένε μεσαία τάξη, παρότι είχαμε μια δυσκοίλια βραδυκίνητη και παχύσαρκη μεσαία τάξη, η οποία δεν παρήγαγε τίποτα στην πραγματικότητα παρά μόνο ένα φαντασιακό περί προόδου, το οποίο όμως είχε αναθέσει σε άλλους, δεν νομίζω πως είναι ορατή σε ανθρώπους σαν εμένα κι εσένα. Ακόμη οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης διατηρούν μια ψευδαίσθηση του ίδιου τρόπου ζωής. Τα πρώτα συμπτώματα θα τα δούμε στα παιδιά που μεγαλώνουν τώρα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Σε ποιες ηλικίες αναφέρεσαι, στους εικοσάχρονους ή στα πεντάχρονα; Τα πεντάχρονα δεν ξέρω τι θα αντιμετωπίσουν, αναφέρομαι στα παιδιά που είναι στο Λύκειο τώρα και δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες για ιδιωτικά μαθήματα, ξένες γλώσσες, δραστηριότητες, οπότε θα δούμε μια γενικότερη πτώση. Αν δημιουργηθεί μια καινούρια γενιά που θα έχει λιγότερες ευκαιρίες, αυτή θα είναι γενικά και λιγότερο υπάκουη.

Παρακολουθείς τον πολιτικό λόγο που παράγεται; Ίσως για πρώτη φορά είναι εκτεθειμένοι  οι πολιτικοί τόσο πολύ, δεν προλαβαίνει κανείς να φιλτράρει, να μακιγιάρει το λόγο και τη συμπεριφορά του, όλοι μπαίνουν στον πειρασμό να κερδίσουν τις εντυπώσεις και για να συμβεί αυτό  πρέπει να κάνει φασαρία. Πώς κάνεις όμως φασαρία; Όχι όντας σοβαρός, αλλά ξεπέφτοντας σε συναισθηματικές εξάρσεις. Ο πολιτικός λόγος που παράγεται είναι κιτς, με την έννοια ότι είναι μια πορνογραφία πολιτικού λόγου.

Γράφεις κάτι νέο; Ήθελα να μιλήσω για την εποχή. Ξεκίνησα με το «Η πόλη και η σιωπή», συνέχισα με το «Πέρασμα», και θα καταλήξω με ένα τρίτο βιβλίο, δημιουργώντας μια άτυπη τριλογία. Θεωρώ ότι τρία είναι τα πιο καυτά ζητήματα της εποχής μας. Και για αυτά θέλω να μιλήσω. Η υποταγή της Πολιτικής στην Οικονομία, θεματική που, κατά κάποιο τρόπο, δούλεψα με τη «Σιωπή». Δεύτερο, είναι το προσφυγικό, ένα τεράστιο ζήτημα στο οποίο ακόμη δεν έχουμε δει την κορύφωσή του. Το τρίτο είναι το περιβάλλον, που συνεχώς υποβιβάζουμε. Το βιβλίο που γράφω είναι μια ερωτική ιστορία με φόντο μια μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή. Δεν θα ένιωθα καλά αν μετά από 15 χρόνια γυρνούσα πίσω, κοιτούσα αυτή τη δύσκολη συγκυρία και διαπίστωνα ότι είχα γράψει για θέματα άσχετα. Με ενδιαφέρει να παρέμβω, να κάνω μια δήλωση.


Επομένως, η πολιτική διάσταση πρέπει να ενυπάρχει και στην συγγραφή. Ασφαλώς. Αλλιώς, τι κάνουμε, entertainment; Μα αυτό δεν είναι λογοτεχνία! Την αποκόβεις από την ευθύνη του συγγραφέα, απέναντι σε  ό,τι έχει γραφτεί. Απλώς λες ιστορίες. Πολύ ωραίο είναι και αυτό. Αλλά ευελπιστώ ότι οι ιστορίες που γράφω κουβαλούν τις αγωνίες, τους  φόβους, τα ερωτηματικά και άλλων ανθρώπων που ζουν  μαζί με μένα αυτή την εποχή.

«Ξεκίνησα με το «Η πόλη και η σιωπή», συνέχισα με το «Πέρασμα», και θα καταλήξω με ένα τρίτο βιβλίο, δημιουργώντας μια άτυπη τριλογία»

Μίλησες για την ευθύνη  του συγγραφέα. Στην δημόσια σφαίρα απουσιάζει όμως η παρέμβαση των συγγραφέων και ευρύτερα των διανοουμένων. Νομίζω πώς υπάρχουν φωνές εκεί έξω που προσπαθούνε να αρθρώσουν ένα λόγο διαφορετικό από τον κυρίαρχο.

Μόνο τον Μίκη θεοδωράκη βλέπω να βγαίνει προς τα έξω με κείμενα-παρεμβάσεις. Είναι σα να μην θέλουν οι υπόλοιποι να πάρουν θέση, για να μην εκτεθούν. Αν κάποιοι άνθρωποι λέγανε κάτι, εμείς θα τους ακούγαμε; Υπάρχουν προσπάθειες να αρθρωθεί ένας διαφορετικός λόγος, αλλά δεν βρίσκεται ο δίαυλος για να ανοιχτεί παραπέρα. Τόσα χρόνια, από τότε που ήρθαμε αντιμέτωποι με μια δύσκολη πραγματικότητα και οικονομική συγκυρία, μιλάμε για τις αμαρτίες του παρελθόντος, που δημιούργησαν μια κάστα, διάφορες ελίτ, οι οποίες αντί να παίξουν το ρόλο που τους αναλογούσε, απομακρύνθηκαν από το κοινό συμφέρον, αυτονομήθηκαν και τα συμφέροντά τους σχεδόν τους έστρεψαν εναντίον των πολλών. Γιατί να μην συμβαίνει και στον πνευματικό κόσμο το ίδιο;Θέλω να πω ότι και ο  καλλιτεχνικός κόσμος συνήθως αντανακλά την κοινωνία.

Οι περισσότεροι γνωστοί συγγραφείς είναι ΠΟΤΑΜΙ, ακόμη και άνθρωποι με γερές αριστερές καταβολές, όπως η Άλκη Ζέη. Αυτό υποδηλώνει κάτι; Δεν το ήξερα. Επειδή ακριβώς έχει πολωθεί η κατάσταση εδώ και χρόνια, οπότε πολύ εύκολα όποιος δεν είναι μαζί μας είναι απέναντί μας, φαντάζομαι αρκετοί πιο μετριοπαθείς έχουν την ανάγκη να βρεθούν σε ένα χώρο, ο οποίος θεωρητικά βρίσκεται κάπου στο μέσον. Ίσως αυτή να είναι η ανάγκη. Αλλά ας κρατήσουμε αυτό που είπα προηγουμένως. Αν η παλαιότερη περίοδος δημιούργησε φαινόμενα αποκρουστικά στην πολιτική, στην οικονομική ζωή του τόπου, δεν βλέπω γιατί να μην έχει συμβεί και στην πνευματική ζωή της χώρας κάτι ανάλογο, για να το πω κάπως κομψά.


Το Πέρασμα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Ιωάννα Κλεφτόγιαννη

Share
Published by
Ιωάννα Κλεφτόγιαννη