Ο Alfonso Cuarón στην Popaganda: «Μπορεί να είμαι εμιγκρές-ντελούξ, αλλά παραμένω μετανάστης»

Δεν είναι μυστικό ότι η Λατινική Αμερική, και ειδικότερα το Μεξικό, έχει παράσχει την τελευταία δεκαετία στο Hollywood μια φουρνιά σκηνοθετών που βοήθησαν να επανακαθορίσει το πρόσωπό του. Η κοινωνικά ευαισθητοποιημένη, ανθρωποκεντρική ματιά των δημιουργών απ’ τη νότια πλευρά των αμερικανικών συνόρων, μπόλιασε με αυτήν την παραμυθένια αίσθηση ανυψωμένου ρεαλισμού όχι μονάχα τα προϊόντα των καλλιτεχνικών τμημάτων των μεγάλων στούντιο, αλλά και μερικές απ’ τις πιο ριψοκίνδυνες παραγωγές των τελευταίων ετών. 

Στο τεύχος του ερχόμενου Νοέμβρη, το Vanity Fair αφιερώνει το κεντρικό κινηματογραφικό του θέμα στην Sagrada Familia των Alfonso CuaronGuillermo del Toro και Alejandro Gonzales Inarritu, τιτλοφορώντας τους ως τους «Τύπους που Επανεφευρίσκουν το Hollywood» – κι όχι άδικα, αφού οι τρεις τους έχουν απ’ το 2003 ακούσει 7 φορές τα ονόματά τους στις οσκαρικές ανακοινώσεις. Αν βάλεις μέσα και τον Emmanuel Lubezki, ένα κινηματογραφικό κεφάλαιο από μόνος του, οι Μεξικανοί έχουν φτάσει 10 φορές στα Όσκαρ, τα τελευταία 12 χρόνια.

Ο Cuaron, που μόλις πέρσι έγινε με το Gravity (2013) ο πρώτος Μεξικανός που κέρδισε το Όσκαρ σκηνοθεσίας, βρέθηκε στο Λονδίνο μαζί με τον γιο του Jonas, για την ευρωπαϊκή πρεμιέρα του βραβευμένου στο Toronto μεταναστευτικού θρίλερ τους, το Desierto: την ιστορία μιας ομάδας Μεξικανών που προσπαθούν να περάσουν παράνομα τα σύνορα προς την Αμερική, αλλά η μοίρα τούς ρίχνει σ’ έναν σκοτεινό, τρελαμένο καουμπόι, που με την πιστή του καραμπίνα κι ένα σκυλί απ’ την κόλαση, αρχίζει να τους κυνηγά και να τους εκτελεί έναν-έναν, σκορπίζοντας κουφάρια στην έρημο. Κάπως σαν το Hard Target (1993) του John Woo, αλλά με τον Gael Garcia Bernal αντί για τον Jean-Claude Van Damme και με μετανάστες αντί για άστεγους. 

Ή κάπως σαν το Gravity, αλλά με τον φονιά να έχει πολύ περισσότερη σάρκα απ’ το εξίσου δολοφονικό, αλλά απρόσωπο διάστημα.

O Gael Garcia Bernal στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

«Το Desierto ήρθε πρώτο βέβαια» διευκρινίζει ο Alfonso, με το χαμόγελο του περήφανου πατέρα στο πρόσωπο. «Διάβασα το σενάριο του Jonas, και του ζήτησα να με βοηθήσει να γράψω κι εγώ κάτι τέτοιο, κι αποφασίσαμε μαζί ότι θα είχε ενδιαφέρον να γυριστεί στο διάστημα – έτσι προέκυψε το Gravity. Γιατί τι είναι το διάστημα αν όχι μια έρημος κι αυτό, κι επίσης έχει αυτή τη δυναμική, αυτό το επιβλητικό του μεγέθους και της δύναμης της φύσης, που σε κάνει να νιώθεις τόσο μικρός κι ευάλωτος». 

Αν η ταινία του πατέρα του, βέβαια, μιλάει για τη σχέση του ανθρώπου με το απέραντο άγνωστο, η ταινία του Jonas μιλάει για κάτι πολύ πιο γειωμένο: τη σχέση του αναπτυγμένου κόσμου με αυτόν που αντιμετωπίζει ως «άλλο», και τον τρόπο που η ρητορική μίσους κατά των μεταναστών μπορεί γίνει δηλητηριώδης τόσο γι’ αυτόν που την ακούει, όσο και γι’ αυτόν που βρίσκεται στο στόχαστρό της. «Προφανώς η ταινία διαδραματίζεται στα σύνορα του Μεξικό με τις ΗΠΑ,» λέει ο Jonas, «αλλά η μετανάστευση είναι ένα παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο. Αυτό που την κάνει επίκαιρο θέμα, ή μάλλον ο λόγος που έχει δαιμονοποιηθεί ως θέμα, είναι το ότι αντιμετωπίζεται ως ένα πρόβλημα αφ’ εαυτού, κι όχι ως ένα σύμπτωμα ενός πολύ μεγαλύτερου προβλήματος, το οποίο αναγκάζει τους ανθρώπους να παρατήσουν τα σπίτια τους και να αναζητήσουν μια ζωή αλλού».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η ταινία του Jonas συναντά τους ήρωές του σ’ αυτό το τελευταίο στάδιο, το «να αναζητήσουν μια ζωή αλλού», και το «γιατί» δεν παίζει πολύ ρόλο ούτε κι εδώ – όχι πώς είναι απαραίτητο. Το γκρουπ του ξενικά το φλερτ με το θάνατο που είναι ένα τέτοιο ταξίδι, για όλους τους ίδιους λόγους που ξεκινάνε όλοι ένα τέτοιο ταξίδι. «Είναι ένα καθαρόαιμο θρίλερ, μια καθαρόαιμη ταινία είδους», σημειώνει έτσι κι αλλιώς ο δημιουργός της. «Είχαμε γυρίσει μερικές σκηνές όπου δίναμε στους χαρακτήρες  περισσότερο backstory, αλλά όταν μόνταρα τη σκηνή του μακελειού, κατάλαβα ότι όποιο backstory κι αν τους έδινα, η εικόνα της δολοφονίας τους δεν θα γινόταν λιγότερο ή περισσότερο άγρια», λέει, κι αναφέρεται στο σημείο που, πολύ νωρίς στην ιστορία, καταλαβαίνεις με πολύ βίαιο τρόπο για τι ταινία πρόκειται.

Στη μέση της ερήμου που αναγκάζονται να περάσουν με τα πόδια, το μισό γκρουπ μένει πίσω. Διασχίζοντας αυτό που φαίνεται να είναι η ανοιχτοσιά που τους χωρίζει απ’ τη γη τη επαγγελίας, οι προπορευόμενοι συναντούν τη φρίκη όταν οι βολίδες απ’ την καραμπίνα ενός αόρατου σκοπευτή διαμελίζουν τα σωθικά, τα πόδια, τα κεφάλια τους, γεμίζοντας την έρημο με σοκ και αίμα. «Αυτό που είναι ενδιαφέρον με το σινεμά είδους», παρεμβαίνει ο Alfonso Cuaron «είναι ότι συνδέεσαι κατευθείαν και ξεκάθαρα με έναν χαρακτήρα. Και το υπέροχο είναι ότι σ’ αυτήν την ταινία βρίσκεσαι να υποστηρίζεις αυτόν που γενικά παρουσιάζεται ως “ο άλλος”. Ο ήρωάς μας είναι “ο άλλος”, “ο ξένος”. Γι’ αυτό και νομίζω ότι ήταν μια έξυπνη επιλογή του Jonas να διαλέξει ως εκπρόσωπο των “άλλων” έναν πρωταγωνιστή με star quality σαν αυτό του Gael Garcia Bernal».

Ο χαρακτήρας του Bernal αναδεικνύεται σύντομα ως ο ηγέτης των επιζόντων, πριν καταλήξει ουσιαστικά ο μόνος επιζών, και αντίπαλος του παράφρονα, αυτόκλητου υπερασπιστή των αμερικανικών συνόρων – τον ανώνυμο μεφιστοφελικό αντιήρωα που υποδύεται με εξαιρετική ερμηνευτική οικονομία, συναισθηματική αυτοσυγκράτηση και ευστοχία, ο Jeffrey Dean Morgan. Χαρακτήρας που, παρά το απάνθρωπο των πράξεών του, δεν είναι χωρίς γοητεία: το ερεβώδες των ακατανόητων κινήτρων που τον οδηγούν σε μια τόσο ακραία αντίδραση, ασκεί έναν άβολο, σκοτεινό μαγνητισμό. «Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στην βαθιά συναισθηματική ερμηνεία του Jeffrey», σημειώνει ο Jonas, «Επίσης όμως, το γεγονός ότι αυτές οι πράξεις του αντιπροσωπεύουν μια ρητορική που είναι πάρα πολύ παρούσα, τουλάχιστον στην αμερικανική κοινωνία, αυτό ίσως παρέχει στον θεατή και μια αίσθηση οικειότητας, κι αυτό είναι ίσως και το πιο τρομακτικό στη δυναμική που σχηματίζεται ανάμεσα στον θεατή και τον χαρακτήρα του εκτελεστή».

Ο Alfonso και ο Jonas, ο Jonas και ο Alfonso.

Μήπως λοιπόν οι κοινωνίες που έχουν συνηθίσει να υποδέχονται μετανάστες, είναι προγραμματισμένες να αισθάνονται εγγύτητα σ’ αυτόν που προσπαθεί να τους απωθήσει, ακόμη και με τον πιο ακραίο τρόπο; «Μα στ’ αλήθεια, μπορεί κανείς να νιώσει οικειότητα με κάποιον που σκοτώνει 15 μετανάστες στο πρώτο τέταρτο της ταινίας;», δυσανασχετεί ο Alfonso Cuaron. «Σ’ ένα καθαρό θρίλερ σαν κι αυτό, πολύ νωρίς στην ταινία πρέπει να κάνεις την ηθική σου επιλογή: στο Marathon Man, για παράδειγμα, ή θα είσαι με τον Dustin Hoffman που προσπαθεί να ξεφύγει, ή θα είσαι με τον Laurence Olivier, που παίζει τον ναζιστή δολοφόνο στο κατόπι του. Ε, μην κάνεις τη λάθος επιλογή ρε φίλε».

Απ’ τη δυναμική των χαρακτήρων, περνάμε στη δυναμική των δημιουργών: Το πατέρας-γιος γίνεται ένα πολύ ενδιαφέρον δίπολο όταν παίρνει και τη μορφή του σκηνοθέτης-παραγωγός. «Στα γυρίσματα πήγα μόλις μια φορά, για μισή μέρα – ήταν πολύ μακριά ρε παιδί μου, έκανε πολύ ζέστη» λέει γελώντας ο Alfonso Cuaron, που παραδέχεται πως όταν ενεπλάκη στο project ο γιος του κι ο αδερφός του ο Carlos είχαν ήδη στήσει, χρηματοδοτήσει και ξεκινήσει την παραγωγή. «Ήμουν ο τελευταίος που μπήκε στο κόλπο», σημειώνει, κι ο γιος του συμπληρώνει: «Η σχέση μας όμως, είτε επέλεγε να δεχτεί το credit του παραγωγού, είτε όχι, είναι η ίδια που ήταν πάντοτε. Έμαθα το σινεμά απ’ αυτόν και είναι πάντα αυτός στον οποίο πηγαίνω για συμβουλές και υποδείξεις, κι η ανταλλαγή απόψεων είναι έτσι κι αλλιώς συνεχής. Η σχέση μας στηρίζεται στο ότι έχει τον σεβασμό να μου κάνει την πιο ωμή και ειλικρινή κριτική, και την ίδια στιγμή να μου παρέχει απόλυτη εμπιστοσύνη κι ελευθερία». 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Νομίζω πως αυτοί που θεώρησαν κυρίως πως θα ήταν καλή ιδέα να υπάρχει το όνομά μου ήταν οι τύποι απ’ τις πωλήσεις» προσθέτει γελώντας ο πατέρας Cuaron, «γιατί αυτό που έκανα για την ταινία ήταν το ίδιο που θα είχα κάνει και χωρίς τον τίτλο του παραγωγού, όπως είναι και το ίδιο που θα έκανα και με μια ταινία του Guillermo, ή του Alejandro, για παράδειγμα», συμπληρώνει, θυμίζοντας τα μαραθώνια Skype sessions που είχε με τον Guillermo del Toro όταν προσπαθούσε να κλειδώσει το μοντάζ του Gravity. «Νομίζω ότι, πέρα απ’ το πώς άνοιξε πάρα πολλές πόρτες για εμάς τους επόμενους στον κινηματογραφικό κόσμο, το πιο σημαντικό είναι το πώς αυτή η γενιά Μεξικανών σκηνοθετών δημιούργησε μια κοινότητα πάρα πολύ ανοιχτή», συμπληρώνει ο Jonas. «Αν χρειαζόμουν feedback για την ταινία, ανά πάσα στιγμή μπορούσα να στείλω σε οποιονδήποτε απ’ αυτούς το σενάριο, ή την ταινία στο στάδιο που βρισκόταν, και να έχω την ειλικρινή άποψή τους». 

Αυτό το τελευταίο, λέει πολλά για το πώς έχει καταφέρει όχι μονάχα να καθιερωθεί στο Hollywood αυτή η ομάδα σκηνοθετών, αλλά και να αναπτυχθεί σε μια απ’ τις πιο δυναμικές κοινότητες της παγκόσμιας κινηματογραφικής σκηνής: την κοινότητα των εμιγκρέδων του Hollywood. Όταν όμως έχεις περάσει μια δεκαετία στην κορυφή της βιομηχανίας της λάμψης, πόσο εμιγκρές εξακολουθείς να αισθάνεσαι; «Δεν είναι θέμα του αν το αισθάνομαι ή όχι», ξεκαθαρίζει ο Alfonso. «Κατ’ αρχήν άκου την προφορά μου! Δεν το αισθάνομαι, είμαι μετανάστης. Και ξέρεις, είναι και λίγο άδικο αυτό: έχω τύχει σε παρέες που συζητάνε για τους μετανάστες και λένε όλα αυτά τα άσχημα, ανυπόστατα πράγματα, και τους λέω “συγγνώμη παιδιά, αλλά ξέρετε, είμαι κι εγώ μετανάστης”. Και ξέρεις τι μου απαντάνε; “Ε όχι δα! Άλλο εσύ!”. Ή “Μα εσύ είσαι λευκός!”. Αλλά δεν είναι έτσι. Μπορεί να έχω την τύχη να είμαι εμιγκρές-ντελούξ, αλλά παραμένω μετανάστης. Και, Jonas, δεν ξέρω αν το έχεις υπόψιν σου, αλλά είσαι κι εσύ μετανάστης, και θα είσαι για όλη σου τη ζωή! Και ξέρεις και κάτι άλλο; Η μετανάστευση δεν είναι κάτι καινούριο: είμαστε εδώ, επειδή πριν από ένα μπιζεκατομύριο χρόνια, κάποιοι άνθρωποι ξεκίνησαν να μεταναστεύουν από τη Νότιο Αφρική και να απλώνονται σ’ όλο τον πλανήτη! Δεν είναι εφεύρεση του 20ου αιώνα, είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης». 

Ευτυχώς για όλους μας που δεν υπήρχαν συνοριακοί έλεγχοι τότε. «Ακριβώς! Αλλά ξέρεις, αυτό που με εκνευρίζει είναι αυτό το πράγμα με το χρήμα, το οποίο περνάει τα σύνορα ανεμπόδιστο, ενώ οι άνθρωποι όχι. Κι είμαι κι εγώ ένα δείγμα αυτού του πράγματος: περνάω τα σύνορα με άνεση πια γιατί υπάρχει η εντύπωση ότι από πίσω μου ακολουθούν βαλίτσες με χρήματα. Ξέρεις όμως πόσες ώρες έχω περάσει σε μικρά δωματιάκια σε διάφορα αεροδρόμια περιμένοντας να διασταυρώσουν τα στοιχεία μου; Μετά βέβαια έκανα τον Harry Potter, κι όλοι αγαπούν τον Harry Potter», καταλήγει γελώντας, και ιδού πώς μια ταινία μπορεί να αλλάξει μια ζωή. «Ναι, αν μη τι άλλο με βοήθησε πάρα πολύ στους ελέγχους διαβατηρίων». Κρίμα που το franchise τέλειωσε, να βοηθιόταν και κανένας άλλος.


Η Popaganda μαθαίνει κόλπα για να περνάς εύκολα τους ελέγχους στα αεροδρόμια του Λονδίνου, χάρη στην ευγενική υποστήριξη της Aegean Airlines.
Ιωσήφ Πρωϊμάκης

Share
Published by
Ιωσήφ Πρωϊμάκης