OSCARS 2016
Η Popaganda και φέτος χορεύει στο ρυθμό του Θείου Όσκαρ.

Όλες οι κριτικές της Popaganda για τις οσκαρικές υποψηφιότητες καλύτερης ταινίας

Ας θυμηθούμε τι γράφαμε για τις ταινίες που κυνηγάνε το χρυσό αγαλματίδιο.
pop_oscars_4

Το Μεγάλο Σορτάρισμα (The Big Short) 

Η οικονομική κρίση είναι προ των πυλών στην Αμερική αλλά κανείς δε δείχνει να το αντιλαμβάνεται ή να πιστεύει ότι η όλη κατάσταση με τα στεγαστικά δάνεια δεν οδηγεί στη ρήξη της φούσκας. Μερικοί οξυδερκείς στον τομέα των οικονομικών (και όχι απαραίτητα επαγγελματίες του κλάδου) άνθρωποι, όμως, προβλέπουν την κατακρήμνιση της οικονομίας και προσπαθούν να προειδοποιήσουν το τραπεζικό και το κτηματομεσιτικό σύστημα πως οι μέρες της αφθονίας τους είναι μετρημένες, αλλά οι φωνές τους δεν ακούγονται, κάτι που στη συνέχεια μπορεί να οδηγήσει τους πρωταγωνιστές στην επιβίωση εν μέσω της πλημμύρας.

Δεν είναι πως η σκηνοθεσία δεν κρατάει διαρκώς καθηλωμένο και «στην τσίτα» τον θεατή, ο οποίος αντιμετωπίζει την επερχόμενη καταστροφή σαν μετεωρίτη που ετοιμάζεται για την πρόσκρουση στη Γη. Ούτε και οι εξαιρετικές ερμηνείες του all-star cast, το οποίο μας συστήνεται με επιχειρήματα ως η «λίγκα» των τωρινών μεγάλων του αμερικάνικου κινηματογράφου. Άλλα είναι αυτά που μας κρατάνε από το να τη χαρακτηρίσουμε ως διαμάντι. Από τη μια, ο διαρκής βομβαρδισμός με οικονομικούς όρους και η βουτηγμένη στην αδρεναλίνη (σε ταινία με θέμα τα οικονομικά, κι όμως, γίνεται) σκηνοθεσία δεν καταφέρνει να αποτυπώσει καλά το περιεχόμενό της στο μυαλό του κοινού, όσο χιούμορ και μπρίο κι αν βάλει στο σύνολο της αφήγησης.

Ο συγκεκριμένος ρυθμός, πλην του καταιγισμού πληροφοριών, δε συμβάλλει στην πλήρη ανάπτυξη των (πολλών) χαρακτήρων που, ναι μεν έχουν ψωμί, αλλά δεν ακουμπάνε το ύψος που απαιτείται και, επιπλέον, κάνει το κοινό να δεχθεί πιο εύκολα το τελικό μήνυμα. Το οποίο δεν είναι άλλο από την εξύμνηση κάποιων ανθρώπων που τίποτα δεν έκαναν, ακόμα και μετά την καταστροφή για να καλύψουν το κενό που οι ίδιοι είχαν προβλέψει. Όσο και αν δεν παύει να είναι τέτοια η φύση του φιλμ, της κατάδειξης του «πατώ επί πτωμάτων» που θέλει τους ανθρώπους σαν πελάτες και τίποτα παραπάνω, θα το ήθελα πιο ανθρωποκεντρικό. Όχι πως δεν το θεώρησα δυνατό, αλλά απέχει από το να προταθεί με την ίδια άνεση που θα πρότεινα κάτι αντίστοιχο. 


Η Γέφυρα των Κατασκόπων (Bridge of Spies) 

Ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος μαίνεται αδιάκοπος ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση, ο δικηγόρος James Donovan προσλαμβάνεται από τη CIA για να προσφέρει τη βοήθειά του σε ένα ζήτημα εθνικού επιπέδου. Ένας Αμερικάνος πιλότος βρίσκεται εγκλωβισμένος στη Σοβιετική Ένωση, χωρίς να μπορεί να επιστρέψει στην πατρίδα του, οπότε ο Donovan θα βοηθήσει στις διαπραγματεύσεις, θέτοντας σε κίνδυνο μέχρι και τη ζωή του. Ο Spielberg μαστορικά σκηνοθετεί την εποχή στην οποία η ταινία του διαδραματίζεται, όπως μόνο αυτός ξέρει, απεικονίζοντας το όλο κλίμα ξενοφοβίας με πειθώ. Επίσης, δε χρειάζεται να αναφερθούμε στο τιτάνιο εκτόπισμα του Tom Hanks που από μόνο του αρκεί για να «ανεβάσει» σημαντικά την ταινία. Αλλά σε πολιτικό επίπεδο παραμένουμε αναποφάσιστοι ως προς το αν πρόκειται περί ακριβούς τοιχογραφίας της εποχής που πραγματεύεται ή αν πρόκειται για μεγάλο κατάλοιπο μιας διάθεσης που αρχίζει να ξαναβγαίνει στην επιφάνεια. Ωστόσο, σε μερικά σημεία απεικονίζει την αμερικάνικη παράνοια με τέτοιο τρόπο (πόσες φορές ακούγεται η λέξη «προδότης» και με πόση απάνθρωπη σιχασιά) που σχεδόν βεβαιωνόμαστε πως δεν τοποθετείται υπέρ της συγκεκριμένης πολιτικής, αλλά ίσως μια πιο προσεκτική δεύτερη θέαση με αφοσίωση στα υπόλοιπα κομμάτια της –τιτάνια διάρκεια γαρ- αποδείξει το αντίθετο.


Brooklyn 

Το 1950 η νεαρή Ιρλανδή Ellis μεταναστεύει από την Ιρλανδία στην Αμερική, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Προσαρμόζεται στους νέους της ρυθμούς, τηρώντας ευλαβικά τα διδάγματα με τα οποία μεγάλωσε, ενώ μέρα με τη μέρα νιώθει τη μελαγχολία της πατρίδας να την καταβάλλει. Σύντομα γνωρίζεται με έναν γοητευτικό συνομήλικό της και νιώθει το σκίρτημα να καλπάζει μέσα της. Η χαρά της, αν και μεγάλη, θα απειληθεί όταν το παρελθόν της αποδείξει πως δεν την εγκατέλειψε ποτέ, κάνοντας το διχασμό της να γιγαντώνεται. Μελόδραμα περιωπής, αλλά καθόλου άσχημο, με τη θλίψη του νόστου να ποτίζει κάθε καρέ της, ενώ άψογη είναι και η μεταφορά της ιρλανδικής περίπτωσης μεταναστών του προηγούμενου αιώνα. Αλλά το σημαντικότερο χαρτί, πλην της εξαιρετικής σκηνογραφίας και της προαναφερθείσας μελαγχολίας, είναι η ερμηνεία της Saoirse Ronan, η οποία δείχνει με τον καιρό να μεταβάλλεται σε μια αξιοσέβαστη ηθοποιό, μεγάλων δυνατοτήτων, με αυτή να αποτελεί τη λαμπερότερη στιγμή της μακράν. Αν αρέσκεστε σε αυτού του είδους τα δάκρυα, μην το σκεφτείτε δεύτερη φορά, αγνό μελόδραμα που δεν μπορεί στο ελάχιστο να χαρακτηριστεί ως «γραφικό» (με την κακή, πάντα, έννοια). 


Mad max: Ο Δρόμος της Οργής (Mad max: Fury Road) 

Η φιγούρα του Mad Max εξακολουθεί να περιπλανιέται μοναχική στις κατεστραμμένες γωνιές αυτού που κάποτε ονομαζόταν πολιτισμός, προσπαθώντας να αφήσει πίσω του το ζοφερό παρελθόν. Συναντάται με μια ομάδα δραπετών που πορεύονται προς το καραβάνι της αρχηγού τους, μετά την κλοπή ενός πολύτιμου λάφυρου από τον τυραννικό Immortan Joe. Τους ακολουθεί. Δεν ξέρει, όμως, πως ο Joe έχει εξαπολύσει τη συμμορία του για να τιμωρήσει τους κλέφτες. Ο αγώνας ξεκινά. Ξεχάστε όποιον ενδοιασμό είχατε όλο αυτό το διάστημα, ο George Miller δεν κατακρημνίζει τον κόσμο που δημιούργησε πριν χρόνια. Αντιθέτως, του δίνει μια σημερινή γυαλάδα, αποποιείται την ολοκληρωτική χρήση ψηφιακών εφέ, περιορίζοντάς τα στα απολύτως αναγκαία και προτιμώντας τη χρήση πραγματικών σκηνικών και μηχανών. Ο Tom Hardy στον κεντρικό ρόλο κάνει τον Mel Gibson να μη φαντάζει πια αναντικατάστατος και το σενάριο δείχνει μια σαφή ωριμότητα στην προσέγγιση των χαρακτήρων του, όπως και στην προσοχή στις ισορροπίες μεταξύ ρυθμού και ενδοσκόπησης (ειδικά όταν μιλάμε για δίωρη ταινία δράσης, αυτό είναι το κλειδί). Τίποτα άλλο δε λέγεται, παρά μόνο βιώνεται, οπτικά και συναισθηματικά. Τα υπόλοιπα θα τα πούμε στο τέλος της χρονιάς, όταν θα φτιάχνουμε τη λίστα με τις καλύτερες ταινίες. Ναι, είναι ήδη μέσα.


Η Διάσωση (The Martian) 

Πάνε χρόνια από τότε που ο Ridley Scott μεγαλουργούσε, προσφέροντας αριστουργήματα επιστημονικής δυστοπίας στο σελιλόιντ όπως το Alien και το Blade Runner και εξερευνούσε το φεμινισμό και την επανάσταση με το Θέλμα και Λουίζ. Η νέα χιλιετία τον βρήκε πότε να γυρνά στην αρχαία Ρώμη με το Μονομάχο (The Gladiator) και τα φανταστικά για την εποχή τους εφέ, ενίοτε να ασχολείται με τις γαστριμαργικές νοσηρότητες του Χάνιμπαλ (Hannibal) και ανάμεσα σε αυτά να δημιουργεί και ένα Μαύρο Γεράκι: Η Κατάρριψη (Black Hawk Down) για τους φανς της militant δράσης, με άκρως αδρεναλινοποιημένα χαρακτηριστικά. Τα τελευταία χρόνια, από την άλλη, τον βρήκαν να διχάζει όλο και περισσότερο. Ο Προμηθέας (Prometheus), μια από τις πιο διφορούμενες ταινίες του, ενώ είχε φανερά προσόντα που προσέγγιζαν το χτες του Άλιεν με τα μέσα του σήμερα, δεν εκτιμήθηκε. Ο Συνήγορος (The Counselor) ήταν στο ρελαντί μια από τις πιο ανούσιες ταινίες όλων των εποχών ενώ κάπου συγκινήθηκε και με το θρησκευτικό στοιχείο στο Έξοδος: Θεοί Και Βασιλιάδες (Exodus: Gods and Kings). Θα μπορούσε κανείς ότι έμοιαζε να έχει χάσει το ποιοτικό του έρεισμα. 

Αλλά ο χρόνος δείχνει ικανός να αποδείξει το αντίθετο. Θες να κατάλαβε επιτέλους πως  όσες παραγωγές σε εξόφθαλμες προπαγάνδες του στιλ Child 44 και να κάνει, για την προσφορά του στην οπτικοποιημένη επιστημονική φαντασία θα μείνει στην ιστορία; Να ήρθε η στιγμή που ξανακοίταξε πίσω στα πεπραγμένα του και να θυμήθηκε το μεράκι του που τα γρανάζια του Χόλιγουντ άλεθαν εδώ και καιρό εν όψει του κάποτε κραταιού ονόματός του; Ότι κοίταξε το εμπόριο και είδε ότι κάθε φθινόπωρο θα βγει ένα μεγάλο sci-fi blockbuster και να ζήλεψε την πίτα, ζητώντας ένα κομμάτι της; Έκανε τον απολογισμό του και αποφάσισε να επανέλθει δριμύτερος στο παιχνίδι, με τον οίστρο που κάποτε τον κατείχε. Και τι επιστροφή ήταν τελικά αυτή η Διάσωση

Αν και παλιός στο κουρμπέτι, δεν τον έπιασε καμία μιζέρια με την αλλαγή των μέσων που χτίζεται μια ταινία, αλλά ούτε και σαν γέρος που προσπαθεί να φανεί μοντέρνος, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες του σύγχρονου design για να χτίσει έναν ρεαλιστικό πλανήτη. Να μειώσει την ψυχρότητα του ψηφιακού και να αφήσει το κόκκινο της επιφάνειας του πλανήτη Άρη να φανεί ως μια σωστή έρημος καταδίκης. Να δείξει με φαντασμαγορικό τρόπο το άπειρο διάστημα και τα σκάφη που περιδιαβαίνουν σε αυτό. Αλλά ταυτόχρονα να ενσωματώσει και κάτι από τη βρώμικη γοητεία του Νοστρόμου όταν θα χτίσει κομμάτι-κομμάτι τα εσωτερικά μέρη των σκαφών. Προσέξτε όλες τις σκηνές που διαδραματίζονται στα σκάφη των αποστολών, θα βρείτε αυτό το ψυχρό γκρίζο με τους καταθλιπτικούς φωτισμούς που χαρακτήριζε ό, τι λατρέψαμε στο Νοστρόμο. Και αν λάβουμε υπόψιν και την αντίθεση της ζεστασιάς τους με το θερμό κόκκινο του Άρη, η αισθητική του ματιά δείχνει την ιδιαιτερότητά της.

Από εκεί και πέρα, τα υψηλά νοήματα, οι υπαρξιακές αγωνίες και τα βαθυστόχαστα σενάρια περνούν σε δεύτερη μοίρα. Ακόμα και αν θίγονται κάποια βαθύτερα θέματα όπως η μάχη του ανθρώπου και η προσπάθεια εξημέρωσης του άγριου περιβάλλοντος (και, κατ’ ουσίαν, του εαυτού του) κατά τρόπο ανάλογο με το μινιμαλισμό και την σιωπηλή αγωνία του Όλα Χάθηκαν (All is Lost), το πρώτο πλάνο περνά στο στρωτό, κατανοητό και γεμάτο σασπένς σενάριο. Δε γνωρίζω το περιεχόμενο του βιβλίου για να προβώ σε συγκρίσεις, αλλά αν κερδίζει το θεατή, δεν το κάνει με πρόστυχα εύκολες τακτικές που κάνουν ακόμα και τον πλέον τυχάρπαστο να δηλώνει σκηνοθέτης ή σεναριογράφος. Και αν τις έχει τις διευκολύνσεις του, αυτό προφανώς και γίνεται χάριν του κατανοητού. Επαναλαμβάνουμε: πρώτο λόγο έχει η απόλαυση, όχι η εσωτερικότητα μα η εξωτερίκευση της πλοκής. Μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την επιστημονική ακρίβεια των όσων βλέπει ή συγκεκριμένα κενά και ελλείψεις πρωτοτυπίας στο σενάριο, αλλά δεν μπορεί να αμφισβητήσει το χιούμορ, την εξτραβαγκάντζα και, εν τέλει, την αμεσότητά του.

Στο ρόλο του διαστημικού Ροβινσώνα Κρούσου, έχουμε τον Matt Damon, έναν ταλαντούχο, αλλά ταυτόχρονα διφορούμενο ηθοποιό. Ο οποίος τελικά αποδεικνύεται και η κατάλληλη επιλογή για τον συγκεκριμένο ρόλο. Όχι μόνο έχει τα προσόντα για να υποδυθεί έναν κεντρικό ρόλο που αναγκάζεται να υποφέρει τις κακουχίες, αλλά ταυτόχρονα έχει και την ενέργεια που χρειάζεται για να κάνει τις εντάσεις του (είτε ενθουσιασμού, είτε απογοήτευσης, είτε τρόμου) να φαίνονται ρεαλιστικές, όπως θα αντιδρούσε ο μέσος εκπαιδευμένος, εύθυμος κοσμοναύτης που χαίρει εφευρετικότητας. Συμπαθής και προσιτός, καθόλου φανφαρόνος. Και, αν και το υπόλοιπο καστ καταλήγει να φαίνεται ικανό να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του γραπτού κειμένου που του δόθηκε, κανείς δεν καταφέρνει να φτάσει την εμπορικής φύσεως ερμηνεία του Damon. Εκτός, ίσως, από τον Jeff Daniels στο ρόλο του αυστηρού υπεύθυνου που ανησυχεί για την οποιαδήποτε στραβοτιμονιά στις διαδικασίες που επιβλέπει.

Μαζί με το Mad Max αποτελούν το blockbuster δίδυμο της χρονιάς. Σίγουρα θα βρει το δρόμο του στις λίστες, σίγουρα θα κόψει εισιτήρια, σίγουρα θα μαγέψει. Και σίγουρα αποτελεί την επιστροφή του Ridley Scott στα μονοπάτια του ξεχωριστού. Η Διάσωση ενός σκηνοθέτη, σαν να λέμε. 


Η Επιστροφή (The Revenant)

Το Birdman πέρυσι δίχασε αρκετά το σινεφιλικό κοινό. Παρατηρήθηκε μεγάλη πόλωση σχετικά με το αν πρόκειται περί λαλίστατου, ενδοσκοπικού αριστουργήματος ή περί ανούσιας φόρμας πάνω σε ένα αστεία επίπεδο σενάριο με ένα τσαπατσούλικο φινάλε (κι όμως, ακούστηκε, όσο δύσπιστοι και να είστε). Να μην ξαναλέμε τα ήδη γνωστά: ο Iñárritu δεν απευθύνεται σε όλους εξίσου και ούτε είχε την πιο σταθερή πορεία ως σκηνοθέτης, παρά τα λίγα πεπραγμένα του. Εντούτοις, κατάφερε να διεκδικήσει μεγαλοπρεπείς δάφνες στα περσινά βραβεία Όσκαρ και να απασχολήσει τεράστια μερίδα κοινού, με έναν εκπληκτικό Michael Keaton να κρατάει τα μπόσικα σε ένα ευρηματικό και πλήρες περιεχομένου φιλμ. Το να σκηνοθετήσει αμέσως μετά μια δεύτερη ταινία η οποία δε θα αργούσε να βγει στις αίθουσες δικαίως αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό, καθώς ποιος σκηνοθέτης-και δη τρανταχτός ως όνομα- καταφέρνει πλέον να κρατά σταθερή (αν όχι ανοδική) ποιότητα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς να χρειάζεται κάποια «αγρανάπαυση» για φιλτράρισμα των υπάρχοντων ιδεών; Μετά την Επιστροφή (The Revenant), η απάντηση είναι απλή: ο Iñárritu.

Αυτό που θα προκαλέσει σοκ (και μάλλον ευχάριστο) στον θεατή αυτή τη φορά, είναι η πλήρης μεταστροφή της υφολογίας του. Λογικό κι επόμενο ήταν να περιμένει κανείς ότι ο σκηνοθέτης θα πατήσει πάνω στην φόρμα της προηγούμενης, επιτυχημένης ταινίας του, αλλά αντιθέτως, ήδη από το εισαγωγικό δεκάλεπτο καταλαβαίνει κανείς άμεσα πως καμία σχέση δεν έχει η φωτογραφία, ο ρυθμός, ακόμα και το περιεχόμενο με το Birdman ή, ίσως, ό, τι έχει κάνει μέχρι στιγμής. Εκεί που σε ορισμένες σκηνές στην προηγούμενή του ταινία άφηνε να φανεί ένας «Billy Wilder-ικός» κυνισμός μέσα από μια σαρδόνια μελέτη του star system και του χρόνου που περνά, ξαφνικά αυτά τα ζητήματα παύουν να τον απασχολούν. Δεν πατάμε πάνω στη Γη της δεκαετίας του 2010, ούτε καν πάνω στη Γη του 19ου αιώνα. Πατάμε πάνω στον αιώνιο κόσμο, όπου οι κίνδυνοι και τα εσωτερικά ζητήματα γυρνάνε πίσω στην πιο πρωτόλεια μορφή τους. Εδώ κίνδυνος δεν είναι η απώλεια του status, αλλά η ίδια η φύση και ο άνθρωπος με τον βάρβαρο ωφελιμισμό του. Η λύτρωση δεν έχει να κάνει με την αναγνώριση από τον  Άλλο και την (επαν)εύρεση του εαυτού, αλλά με τη Δικαιοσύνη και το κλείσιμο των λογαριασμών, το σβήσιμο της πίκρας και της οργής που απαιτεί αίμα για να κλείσει ο κύκλος. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, υφίσταται το ζήτημα των προσωπικών δαιμόνων, το οποίο δίνεται με μια υπερρεαλιστική μορφή, μια βουτιά στον κόσμο των ονείρων και των αρχετυπικών συμβόλων που δείχνουν την εσωτερική μάχη. Κανένα Θείο δεν αρκεί για να κατευνάσει την επίγεια Νέμεση, κανένας ινδιάνικος πνευματισμός συμφιλίωσης με τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Οπότε, ποιοί μπαίνουν σαν μεταβλητές στην εξίσωση που οδηγεί στο αποτέλεσμα; Πρώτος και κύριος, ο απόηχος των ταινιών του Tarkovsky. Πέραν της σιωπής και του αργού ρυθμού, η παρουσία του νερού φωνάζει τον διάλογο του Iñárritu με τον σοβιετικό πρέσβη του υπαρξιστικού κινηματογράφου. Όπως επίσης και η απεικόνιση των ονείρων, σε πολλούς ενδεχομένως θα θυμίσει εκείνη τη μνημειώδη ονειρική σκηνή από το Στάλκερ, ενώ χαρακτηριστικό τεκμήριο αυτού του ενδοκαλλιτεχνικού διαλόγου παραμένει ένα εκκλησάκι με χριστιανικές τοιχογραφίες, μπροστά από το οποίο λαμβάνει χώρα ένα μέρος του ερωτήματος σχετικά με το ρόλο που παίζει η Ανώτερη Ύπαρξη στην ψυχική σωτηρία. Επίσης, αρκετοί «εραστές» της φιλμογραφίας του Alejandro Jodorowsky θα χαμογελάσουν όταν στο πρώτο μισάωρο δουν έναν ευθύ φόρο τιμής στο Holy Mountain του μεγάλου υπερρεαλιστή.

Πέρα από αυτές τις «συγγένειες» με γνωστούς σκηνοθέτες, ο Iñárritu από μόνος του δείχνει πιο ουσιαστικός από ποτέ. Από τη μια, η φωτογραφία του είναι συγκλονιστική. Τα τοπία του παίρνουν αιώνιες, απειλητικές διαστάσεις και φαίνεται το απειλητικό της πρόσωπο σε κάθε νιφάδα χιονοθύελλας, παρά την απερίγραπτη ομορφιά της. Επίσης, η ευρηματική χρήση της σχολαστικά ερευνητικής κάμερας, με τα «ακροβατικά» μονοπλάνα δίνουν την αίσθηση της άμεσης παρατήρησης και σπάνε το τείχος ασφαλείας του κοινού. Νιώθει κανείς σαν έναν ανώνυμο, παρόντα στις κτηνωδίες παρατηρητή που βρωμίζεται από τη λάσπη και από το αίμα, κάτι που κάνει την αγωνία ακόμα πιο βιωματική. Και εγκαταλείπει τη λεκτική φλυαρία, υιοθετώντας ένα σιωπηλό, ολιγόλεκτο στυλ που ακολουθεί το δευτερεύον, υπαρξιακό ταξίδι, της αρχικής αμφισβήτησης της θείας ύπαρξης για να οδηγήσει το κοινό στα τελικά συμπεράσματα του υπέροχου Leonardo Di Caprio. Ένας αυτός και δεύτερος ο γίγας Tom Hardy, υποδύονται τους ρόλους τους αφήνοντας τις υπερβολές στην άκρη, δίνοντας βάθος σε χαρακτήρες που άλλοι θα τους ερμήνευαν με σαφώς κατώτερα αποτελέσματα και θα τους άφηναν απλά σαν μέσα διήγησης μιας πλοκής, η οποία είναι κατ’ ουσίαν ανθρωποκεντρική.

Τελικά, αν ερευνήσει κανείς μια ταινία σαν αυτή, θα δει το εξής ευτυχές παράδοξο: μέσα από ένα στοιχειωδώς απλό χρονικό μιας εκδίκησης, καταλήγουμε σε έναν υπερβατικό, πληρέστατο κινηματογράφο, σπαρμένο με δύσβατες έννοιες οι οποίες, ωστόσο, γίνονται κατανοητές. Γιατί ο δημιουργός έχει όντως κάτι να πει στον κόσμο και όχι να επιδείξει ικανότητες. Και, τελικά, καλοί οι προβληματισμοί του ευφυούς ανθρώπου της σύγχρονης εποχής, αλλά τα στοιχειώδη ερωτήματα μιας πιο πρώιμης και ζωώδους κοινωνίας είναι αυτά που εξακολουθούν να διέπουν τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως της τεχνολογικής προόδου. Αυτά δηλαδή που απασχολούν την ταινία και, κατ’ επέκταση τον θεατή, ανεξαιρέτως εποχής. Μεγάλος κινηματογράφος με οξυδέρκεια και απαιτήσεις υπομονής από το κοινό. 


Το Δωμάτιο (Room)

Πόσες φορές η παγκόσμια κοινή γνώμη δεν έχει σοκαριστεί από ακόμα μια ιστορία κάποιας κοπέλας που κρατιόταν δέσμια κάποιου ανώμαλου μυαλού για χρόνια, μέχρι την ημέρα που η πόρτα άνοιξε και ξετυλίχθηκε ολόκληρο το απαίσιο κουβάρι της ιστορίας οδύνης και φρίκης που τα θύματα έζησαν έγκλειστα ικανοποιώντας τις ορέξεις του εκάστοτε απαγωγέα; Από τις ημέρες που η Mademoiselle Blanche Monnier βρέθηκε σε άθλια κατάσταση σε εκείνο το δωμάτιο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μέχρι την υπόθεση Fritzl που σόκαρε την Αυστρία –και ενέπνευσε τους Rammstein να γράψουν το Wiener Blut– και την πιο πρόσφατη περίπτωση της τριπλής απαγωγής που πραγματοποίησε ο Ariel Castro, αυτό είναι ένα μοτίβο που δεν εγκατέλειψε τα πιο σκοτεινά κιτάπια της ανθρώπινης ιστορίας. Όσο, όμως, και να ηρεμεί η ανθρωπότητα μετά τη λήξη της συγκεκριμένης σκλαβιάς, άλλο τόσο δεν ηρεμούν οι ψυχές αυτών που υπέφεραν τα συγκεκριμένα μαρτύρια. Τι γίνεται αφού εισπνεύσουν για πρώτη φορά μετά από καιρό τον αέρα του ανοιχτού κόσμου οι άνθρωποι που είχαν χρόνια να νιώσουν τον ήλιο στο δέρμα τους; Το Δωμάτιο (The Room-κανένας συσχετισμός με το «αριστούργημα» του Tommy Wiseau) εξερευνά μια τέτοια περίπτωση. Ή μάλλον δύο.

Η αφίσα της ταινίας δεν μπορεί να προϊδεάσει κανέναν για τη σεναριακή νοσηρότητα που πρόκειται να ακολουθήσει μόλις ο προτζέκτορας αρχίσει να φωτίζει το πανί. Μια ιστορία που μπορεί να μην είναι πραγματική, ωστόσο είναι πλήρως πιστευτή ως προς την απεικόνιση των γεγονότων της. Γιατί δεν απασχολείται με τη φιλμική κάθαρση της «χωρικής» απόδρασης και την εκδίκηση ως αίσιο τέλος. Αυτά ισχύουν στις… ταινίες και μόνο, τα προβλήματα ξεκινούν μετά, αφού οι χαρακτήρες βρεθούν στο νέο πλαίσιο και η μέχρι πρότινος κατάσταση αρχίσει και κάνει φανερά τα σημάδια που άφησε. Και το παράδειγμα της Joy και του Jack είναι τέτοιο. Η απόδραση δεν τους έφερε την ευτυχία, αλλά αντίθετα ξύπνησε μέσα τους τα συναισθήματα που κρύβονταν εν όψει του μοναδικού τους σκοπού, που δεν ήταν άλλος από την επιβίωση. Τον πραγματικό τρόμο δεν τον ζούσαν ως κρατούμενοι, τον ζουν όταν αποκωδικοποιούν τις εικόνες που τους στιγμάτισαν και μπορούν να αντιληφθούν το μέγεθός τους. Ορθώς, λοιπόν, ο σκηνοθέτης Lenny Abrahamson και η σεναριογράφος (και συγγραφέας του ομώνυμου βιβλίου το οποίο εδώ διασκευάζεται) Emma Donoghue τοποθετούν το μεγαλύτερο κομμάτι του δράματος εκτός δωματίου, όταν πλέον είναι οι πρωταγωνιστές ελεύθεροι να νιώσουν τον πραγματικό τους πόνο. Γιατί τα happy ends δε διασφαλίζονται τόσο εύκολα όσο με το να ξεφύγεις από μια (έστω και τόσο οδυνηρή) κατάσταση, όταν μετά ξανακοιτάξεις τον εαυτό σου και θυμηθείς τι έγινε, τότε ξεκινά ο απόλυτος τρόμος.

Όσον αφορά στην αφήγηση, δε θα σταθώ καθόλου στις φιλοσοφικές αποχρώσεις της ιστορίας. Eίναι ξεκάθαρη η παραβολή του πλατωνικού σπηλαίου με την περίπτωση του μικρού Jack, αλλά ας μη γελιόμαστε, δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο θα την προτιμήσουμε. Ούτε τόσο μεγάλο βάθος έχει, αλλά ούτε και απόλυτα ταιριαστή είναι η συγκεκριμένη αλληγορία στον γενικότερο σκοπό της ταινίας. Ο οποίος δεν είναι άλλος από την κατάδειξη των δυσκολιών μιας ζωής βασανισμένης και όχι το υπαρξιακό της υπο-μήνυμα. Έχει και κάποια σημεία τα οποία είναι στερεοτυπικά, όπως το κυκλικό σχήμα στην αρχή και το τέλος, αλλά αυτά εν τέλει συγχωρούνται. Και αυτό συμβαίνει επειδή αφενός είναι απόλυτα ειλικρινές ως φιλμ στην κατάδειξη των ψυχολογικών επιπτώσεων, αλλά και επειδή έχει ένα πολύ σημαντικό προσόν. Τη ζωντάνια με την οποία περιγράφει τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που μέχρι στιγμής αγνοούσε την ύπαρξή του. Είναι σε τέτοιο βαθμό πειστικός ο τρόπος αναπαραγωγής των σκέψεων ενός μικρού παιδιού που βιώνει για πρώτη φορά αυτές τις παραστάσεις που, προσωπικά, δεν μπορώ παρά να το αναγνωρίσω ως παντοδύναμο χαρτί που αξιοποιείται ολόσωστα.

Και, για να είμαστε απόλυτα δίκαιοι, η συγκεκριμένη ταινία σίγουρα δε θα ήταν τόσο ιδιαίτερη χωρίς την παρουσία του κεντρικού διδύμου. Η Brie Larson κατέχει την τεχνογνωσία ώστε να γίνει από τη μια η προστατευτική και δυναμική μάνα που θα θυσιάσει εαυτόν για το παιδί της, αλλά από την άλλη δεν παύει να είναι αυτό το τραυματισμένο άτομο που θα ήθελε όλα αυτά να ήταν ένα κακό όνειρο, αλλά ξέρει πως δεν είναι και, πιθανότατα θα τη συνοδεύουν μέχρι την ημέρα που θα πεθάνει. Αλλά δικαιωματικά, όλα τα φώτα ανήκουν στον λιλιπούτειο Jacob Tremblay, ένα παιδί με σημαντικό ταλέντο που μπορεί να μην έχει κλείσει καν τα δέκα του, αλλά δείχνει να κατανοεί το βάθος του χαρακτήρα τον οποίο υποδύεται και να τον αποδίδει με ενθουσιασμό, τρόμο, άγχος, θλίψη και συγκίνηση χωρίς να φαίνεται σαν ένα μικρό παιδί που αισθάνεται άβολα μπροστά στο φακό της κάμερας.

Αριστούργημα δεν είναι, και τα ελαττώματά της τα έχει και τα ασφαλή μονοπάτια της. Αλλά εν τέλει είναι μια ταινία που μπορεί να χειριστεί την ψυχολογία του θεατή και να συγκινήσει με την ανθρωπιά της. Και εφόσον αυτό είναι το ζητούμενο, δεν μπορώ παρά να τη χειροκροτήσω. 


Spotlight

Όσο και  αν  η παιδεραστία  στο μυαλό του κόσμου υφίσταται ως ένα ιδιότυπο στερεότυπο από πλευράς της Καθολικής εκκλησίας μετά τα σκάνδαλα που προέκυψαν, ουδέποτε έπαψε να αποτελεί ένα γεγονός ειδεχθές. Φυσικά δεν ήταν κάτι το άγνωστο, πιο πολύ σαν κοινό μυστικό έμοιαζε πριν το οριστικό ξεσκέπασμα των γεγονότων το 2002. Οι ηχητικοί «τρομοκράτες» Grey Wolves ήδη το 1996 είχαν κυκλοφορήσει το δίσκο Catholic Priests Fuck Children, ενώ αργότερα η pop κουλτούρα δε δίστασε να παρωδήσει το όλο θέμα με το South Park να κυκλοφορεί ένα επεισόδιο με όνομα Red Hot Catholic Love και τον Almodóvar να σκηνοθετεί την Κακή Εκπαίδευση (La mala educación). Ως μια πρώτη συγκεντρωμένη απόπειρα κινηματογραφικής μελέτης των συγκεκριμένων γεγονότων στάθηκε το ανατριχιαστικό αλλά συνάμα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ του 2006 Deliver Us From Evil, όπου θύτης και θύματα εξιστορούν το φρικιαστικό χρονικό της παιδεραστικής δράσης του Πάτερ O’ Grady.

Τι έγινε, ωστόσο, μέχρι να φτάσουμε στο δημοσιογραφικό ξεσκέπασμα που σόκαρε την κοινή γνώμη το 2002; Πως κινήθηκαν οι δημοσιογράφοι και προσέγγισαν τα θύματα, και πως απέκτησαν τα σχετικά έγγραφα; Τι είχε προηγηθεί αυτής της έρευνας και γιατί πέρασε στα αζήτητα; Το Spotlight αφηγείται αυτήν ακριβώς την ιστορία, από το έναυσμα μέχρι την κυκλοφορία του επίμαχου άρθρου, με τις ανατριχιαστικές μαρτυρίες, τις προσπάθειες απόκρυψης των αποδεικτικών στοιχείων και τις συγκρούσεις ανάμεσα στα μέλη της ερευνητικής ομάδας.

Δεν είναι μια ταινία άμεση, που θες δε θες θα τραβήξει την προσοχή σου με την πλοκή της. Το δράμα προκύπτει από τους ίδιους τους χαρακτήρες και το σενάριο, όχι από τις πράξεις οι οποίες δεν είναι το κέντρο βάρους της ταινίας. Και γιατί να είναι αυτό εφόσον η ίδια η υπόθεση που πραγματεύεται είναι τόσο σύνθετη και πολυεπίπεδη που τα τρικ εντυπωσιασμού δε χωράνε στη φόρμα της. Αυτό προφανώς σημαίνει πως δεν είναι μια ταινία που θα ενδιαφέρει όλο το κοινό εξίσου, αλλά εκείνους που αρέσκονται σε δράματα δικαστικής κοπής, σε ταινίες που η εξερεύνηση δεν έχει τίποτα το φανταχτερό και που οι πρωταγωνιστές κάνουν αντιληπτά τα στοιχεία του χαρακτήρα τους σχετικά με το πως προσεγγίζουν τον κοινό στόχο. Έναν στόχο που μπορεί για ορισμένους  από ένα σημείο κι έπειτα να αποτελεί προσωπικό θέμα, αλλά τεράστιας σημασίας ακόμα και χωρίς την προσωπική τους εμπλοκή.

Μέσα σε αυτή τη σχεδόν ντοκιμαντερίστικη ματιά της κάμερας, τα πάντα προβάλλονται με μια «αδιάκριτη» αμεσότητα. Κανένα γυάλισμα, καμία θέληση για προσθήκη περαιτέρω στοιχείων στον κινηματογραφικό κώδικα, όλα ακολουθούνται κατά γράμμα. Οι πρωταγωνιστές με τη σειρά τους βρίσκονται ομολογουμένως σε πολύ καλή φόρμα αλλά κανένας από αυτούς δεν καταλήγει να συστήνει έναν ιδιότυπο κινηματογραφικό ήρωα. Γιατί η συγκεκριμένη ταινία δε φτιάχτηκε για να ραίνονται οι συντελεστές με δάφνες από το κοινό, αλλά για εκείνους τους ανθρώπους που χρόνια ατελείωτα υπέφεραν σιωπηλά, έχοντας τραυματιστεί ανεπανόρθωτα.

Μια μικρή παρατήρηση, ωστόσο: προφανώς και επειδή απευθύνεται στο ευρύ κοινό και παίρνει και το δρόμο προς τα Oscar, λογικό κι επόμενο είναι να υπάρχουν κάποιες στιγμές που θα προσπαθήσουν να μιλήσουν στην ψυχή του θεατή, να τον βοηθήσουν να ταυτιστεί με τα επί σκηνής δρώμενα. Αλλά κάποιες φορές ρέπει ολίγον τι, και αχρείαστα, προς το μελόδραμα. Όχι, δεν αφορά σε ειδύλλια, σε ανδρικές φιλίες που δοκιμάζονται ή κάτι παρόμοιο, αλλά μια δόση κλισέ δράματος (προς το τελευταίο δεκάλεπτο ειδικά) παρατηρείται. Δεν ξέρω αν χρειαζόταν όντως, αλλά προσωπικά ούτε και με ενόχλησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να χαλάσει τη συνολική εμπειρία.

Αδιαμφισβήτητα ένα ενδιαφέρον φιλμ για τους υπομονετικούς που μπορούν να αφεθούν σε πιο «πλάγιους» ρυθμούς. Όπως και να ‘χει, το σημαντικό αυτό θέμα αξίζει προσοχής και είχε μια αντιμετώπιση γεμάτη σεβασμό στα χέρια του Tom McCarthy.

Η Popaganda και φέτος χορεύει στο ρυθμό του Θείου Όσκαρ.
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.