LEONARD COHEN (1934-2016) ALWAYS OUR MAN
H Popaganda αποχαιρετά τον Μεγάλο Ποιητή

Ο Λέοναρντ Κοέν κάπου ανάμεσα στον Σάλιντζερ και τον Κέρουακ

Με αφορμή τον πρόσφατο χαμό του πολυσχιδούς καλλιτέχνη, ο Σταύρος Στριλιγκάς θυμάται το πρώτο μυθιστόρημα του. «Το Αγαπημένο Παιχνίδι» κυκλοφόρησε το 1963, με τον Κοέν να είναι 29 ετών και ήδη γνωστός ποιητής στον Καναδά.
popaganada_leonard_cohen_4

Αυτή η «δυνητική αυτοβιογραφία» είναι ταυτόχρονα bildungsroman (μυθιστόρημα ενηλικίωσης) αλλά και kunstlerroman (μυθιστόρημα όπου παρακολουθούμε την εξέλιξη ενός καλλιτέχνη). Στα τέσσερα βιβλία της (ένα για κάθε περίοδο της νεαρής ζωής του: παιδική ηλικία, εφηβεία, πρώτη νιότη, ενηλικίωση), παρακολουθούμε τον νεαρό πρωταγωνιστή που προσπαθεί να αντιληφθεί τον εαυτό του και να ξεδιαλύνει ποια θα είναι η πορεία του.

Ακολουθώντας την εξέλιξη της μοναδικής σταθερής (άρα και πιο σημαντικής) σχέσης του με τον παιδικό φίλο του Κραντζ, τον παρακολουθούμε μέσα από τα γραπτά του να μεγαλώνει στον Καναδά στις δεκαετίες του 1940 και 1950, περνώντας από έρωτα σε έρωτα, σε ένα αδιάκοπο κυνήγι πανέμορφών θηλυκών. Οι γυναίκες είναι πάντα εκεί, έτοιμες να κυριευτούν από τον ικανό γόη, ο οποίος όμως δεν μπορεί να τις ερωτευτεί. Μπορεί και θέλει να κατανοήσει τη γυναικεία φύση και τις ανάγκες τους, αλλά δεν μπορεί να τους αφοσιωθεί.

Μόνο η γραφή (την οποία παρακολουθούμε μέσα από αυτά τα «ημερολόγιά» του) μπορεί να τον κυριεύσει, μόνο σε αυτήν αφιερώνεται πλήρως. Όλες οι περιπέτειες, όλες οι ανησυχίες, όλος ο χρόνος του πρέπει να καταναλώνεται στο να ζει τη ζωή του ως ποιητής με σκοπό να καταφέρει να «γεννήσει» την ποίηση που υπάρχει μέσα του.

Σε αντίθεση με αυτή την σχεδόν απάνθρωπη στάση προς τις γυναίκες (είτε είναι οι έρωτές του είτε η παραληρηματική μητέρα του), ένα αυτιστικό παιδί στην κατασκήνωση όπου δουλεύει για λίγες εβδομάδες, θα καταφέρει να τον κάνει να ενδιαφερθεί για κάτι πέρα από τον εαυτό του. Αυτή η «ανορθογραφία» του ανθρώπινου μυαλού τον εξανθρωπίζει και τον κινητοποιεί περισσότερο από όλες τις ηδονές.

Μπλέκοντας αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία (καταγωγή, σπουδές, κλπ), ο Κοέν χρησιμοποιεί τον κεντρικό ήρωά Λόρενς Μπρίβμαν ως ένα alter ego που θα τον βοηθήσει να κάνει αυτό που ο ίδιος προσπάθησε με όλη την καλλιτεχνική δημιουργία του: να εκφράσει τον εαυτό του. Δεν είναι οι ιδέες που τον απασχολούν, αλλά η αποτύπωση (περισσότερο από την δικαιολόγηση) της πραγματικότητάς του.

Τα μόνιμα θέματα του κατοπινού έργου του Κοέν είναι εδώ παρόντα: οι προσωπικές σχέσεις ως ανάγκη του αρσενικού αλλά και ως μέσο κατανόησης του εαυτού, ο έρωτας (σαρκικός και πνευματικός), η πανταχού παρούσα μοναξιά που όλοι πασχίζουν τα σιωπήσουν έστω και προσωρινά, η εβραϊκή καταγωγή (τα θρησκευτικά κείμενα, το βάρος της Ιστορίας).

Κάπου ανάμεσα στον Σάλιντζερ και τον Κέρουακ, «Το Αγαπημένο Παιχνίδι» έχει τη δύναμη γοητείας που είχε και ο δημιουργός του. Ας σημειωθεί ότι αυτό βοηθήθηκε και από το εκτεταμένο editing που είχε γίνει για να κυκλοφορήσει το βιβλίο, με αποτέλεσμα συμπυκνωμένη πλοκή και μεστή γλώσσα.

Ως φόρος τιμής στον δημιουργό, ακολουθεί ένα ενδεικτικό απόσπασμα, στο οποίο ο Κοέν χρησιμοποιεί το τραγούδι “I Almost Lost My Mind” του Pat Boone (αντίπαλο δέος του Έλβις για κάμποσα χρόνια) σε μια σκηνή που αναδεικνύει την ορμή της εφηβείας που πασχίζει να εκφραστεί μέσα από το βλέμμα της φιλοδοξίας του ποιητή να καταγράψει αυτό το συναίσθημα, ενώ την ίδια στιγμή κάνει μια κριτική της εποχής αλλά και του τραγουδιστή.

Η εθνική ήταν άδεια. Οι δυο τους ήταν οι μοναδικοί που είχαν τραπεί σε φυγή, κι αυτή η γνώση τούς έδενε περισσότερο από ποτέ. Αυτό ενθουσίαζε τον Μπρίβμαν. Έλεγε «Κράντζ, το μόνο που θα βρουν από μας είναι μια κηλίδα από βενζίνη στο δάπεδο του γκαράζ και ούτε το φως δεν θα παίζει μαζί της φτιάχνοντας ουράνια τόξα». Τον τελευταίο καιρό ο Κραντζ ήταν πολύ σιωπηλός, αλλά ο Μπρίβμαν ήταν σίγουρος ότι σκεφτόταν τα ίδια πράγματα. Όλοι οι γνωστοί τους, ή όσοι τους αγαπούσαν, κοιμόντουσαν μίλια πίσω από την εξάτμιση. Όταν η μουσική στο ραδιόφωνο ήταν ροκ-εν-ρολ, καταλάβαιναν τη λαχτάρα της. Όταν ήταν Χέντελ, καταλάβαιναν το μεγαλείο της.

Έφτανε κάποια στιγμή, σ’αυτές τις βόλτες, που ο Μπρίβμαν έκανε πάντοτε στον εαυτό του την εξής πρόταση: Μπρίβμαν, σε περιμένουν πολλές και ποικίλες εμπειρίες σ’αυτό τον καλύτερο απ’όλους τους πιθανούς κόσμους. Θα γράψεις πολλά όμορφα ποιήματα και θα επαινεθείς για αυτά, θα ζήσεις πολλές μέρες απελπισίας που δεν θα μπορείς να πιάσεις μολύβι. Σε περιμένουν πολλά χαριτωμένα αιδοία, θα φιλήσεις επιδερμίδες διαφόρων αποχρώσεων, θα γνωρίσεις ποικίλους οργασμούς, και πολλές νύχτες, θα περιφέρεις τη λαγνεία σου, πικραμένος και μόνος. Θα ζήσεις πολλά συναισθηματικά ζενίθ, παθιασμένα σούρουπα, ενθουσιώδεις στιγμές ενόρασης και δημιουργικού πόνου και πολλές εξαντλητικές φάσεις όπου όλα θα είναι επίπεδα και αδιάφορα κι εσυ δεν θα είσαι κύριος ούτε της προσωπικής σου απελπισίας. Θα παίξεις πολλές καλές παρτίδες με στόχο την εξουσία και θα τις παίξεις άσπλαχνα ή καλοκάγαθα, θα ξαπλώσεις κάτω από πολλούς αχανείς ουρανούς και θα συγχαρείς τον εαυτό σου για την ταπεινοφροσύνη σου, θα τραβήξεις πολύ κουπί σαν σκλάβος που ασφυκτιά. Όλα αυτά σε περιμένουν. Τώρα, Μπρίβμαν, ιδού η πρόταση. Ας υποθέσουμε ότι θα μπορούσες να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου ακριβώς όπως είσαι τούτη τη στιγμή, μέσα σ’αυτό το αυτοκίνητο που τρέχει ολοταχώς προς τα άγρια δάση, σ’αυτήν ακριβώς τη στάση στο δρόμο δίπλα σε μια σειρά από λευκές οδικές πινακίδες. Ας υποθέσουμε ότι θα περνάς εσαεί δίπλα απ’αυτές τις πινακίδες με ογδόντα μίλια την ώρα, θα ακούς ασταμάτητα το ίδιο φτηνό τραγούδι που μιλάει για μια αγάπη χαμένη, κάτω απ’τον συγκεκριμένο ουρανό από σύννεφα και αστέρια, με το μυαλό σου κολλημένο μονίμως σ’αυτό το κομματάκι μνήμης – τι θα διάλεγες; Πενήντα χρόνια βόλτας μ’αυτό το αυτοκίνητο ή πενήντα χρόνια επιτευγμάτων και αποτυχιών;
Και ο Μπρίβμαν ποτέ δεν δίσταζε στην επιλογή του.
Μακάρι να συνεχίσουν όλα όπως είναι τώρα. Μακάρι να μη λιγοστέψει ποτέ η ταχύτητα. Μακάρι να μη λιώσει ποτέ το χιόνι. Μακάρι να μη στερηθώ ποτέ την παρέα του φίλου μου. Μακάρι να μη βρούμε ποτέ διαφορετικά πράγματα να κάνουμε. Μακάρι να μην κρίνουμε ποτέ ο ένας τον άλλο. Μακάρι να είναι πάντοτε το φεγγάρι στην ίδια πλευρά του δρόμου. Μακάρι να είναι τα κορίτσια μια χρυσή θολούρα στο μυαλό μου, σαν την πάχνη της σελήνης ή σαν την αντανάκλαση του νέον πάνω από την πόλη. Μακάρι η ηλεκτρική κιθάρα να συνεχίσει να θρηνεί στη δήλωση:

Όταν έχασα το μωρό μου
Παραλίγο να χάσω το μυαλό μου.

Μακάρι η αυτή να ετοιμάζεται να φωτίσει τις παρυφές των λόφων. Μακάρι τα δέντρα να μη γεμίσουν ποτέ με φύλλα. Μακάρι οι σκοτεινές πόλεις να συνεχίσουν να κοιμούνται στη διάρκεια μιας μακριάς νύχτας σαν την ερωμένη της Λεσβίας. Μακάρι οι μοναχοί στα μισοχτισμένα μοναστήρια να συνεχίσουν γονατιστοί στις τέσσερις τα ξημερώματα. Με προσευχές στα λατινικά. Μακάρι ο Πατ Μπουν να βρίσκεται για πάντα στην κορυφή του hit parade και να διηγείται σε όλες τις νυχτερινές βάρδιες των εργοστασίων:

Πήγα να δω την τσιγγάνα
Για να μου πει τη μοίρα μου.

Μακάρι το χιόνι να εξευγενίζει εσαεί τα νεκροταφεία αυτοκινήτων στο δρόμο για το Λόγο του Άγιερ. Μακάρι οι πωλητές μήλων μέσα από τα πρόχειρα παραπήγματα τους να μη μας χώνουν κάτω από τη μύτη γυαλισμένα μήλα και μηλίτη.

Μακάρι να μη μ’αφήσεις να ξεχάσω όσα θυμάμαι για τους οπωρώνες. Μακάρι να διατηρήσω το ένα δέκατο ενός δευτερολέπτου φαντασίας και μνήμης, αποκαλύπτοντας όλα τα επίπεδα της σαν γεωολογικά δείγμα. Μακάρι η Κάντιλακ ή το Φολκσβάγκεν να τρέχει με κβαντική ταχύτητα, μεκάρι να πέσει σαν ατομική βόμβα, μακάρι να εκραγεί. Μακάρι το τραγούδι να καθυστερήσει εσαεί το διαφημιστικό.

Και πρέπει να σας πω, καλοί μου άνθρωποι,
Πως τα νέα δεν ήταν πολύ καλά.

Τα νέα είναι θαύμα. Τα νέα είναι θλιβερά αλλά είναι θλιβερά σ’ενα τραγούδι, άρα δεν είναι πολύ κακά. Ο Πατ μου φτιάχνει όλα μου τα ποιήματα. Έχει στίχους για ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Λέει όλα όσα θέλω να πω εγώ. Διυλίζει τη θλίψη, την εξωραϊζει σε ένα στούντιο ηχογραφήσεων. Δεν χρειάζομαι τη γραφομηχανή μου. Δεν είναι μια αποσκευή που θυμήθηκα ξαφνικά ότι ξέχασα. Ούτε μολυβια, ούτε στιλό ή σημειωματάριο. Δεν θέλω καν να σχεδιάσω κάτι πάνω στην πάχνη του παρμπριζ. Μπορώ να φτιάχνω σάγκες μέσα στο μυαλό μου σε όλη τη διαδρομή ώς τη Νήσο Μπάφιν, αλλά δεν χρειάζεται να τις καταγράψω. Πατ, μου άρπαξες τη δουλειά, αλλά είσαι τόσο καλός τύπος, ο κλασικός επιτυχημένος Αμερικανός, ο αφελής μεγάλος νικητής, δεν πειράζει όμως. Οι δημοσιοσχεσίτες με έχουν πείσει ότι είσαι σεμνό παιδί. Δεν μπορώ να αγανακτήσω μαζί σου. Το μοναδικό μου σχόλιο είναι: να τραγουδάς πιο απελπισμένα, προσπάθησε να ακουστείς πιο πονεμένος, αλλιώς θα αναγκαστούμε να σε αντικαταστήσουμε με κανέναν νέγρο:

Μου είπε ότι το μωρό μου με παράτησε
Και έφυγε για τα καλά.

Μην αφήσεις τις κιθάρες να επιβραδύνουν σαν τρένο που σταματάει. Μην αφήσεις τον disc jockey να μου πει τι ήταν αυτό που άκουσα. Αχ, γλυκιές μουσικές, μη με απορρίψετε. Μακάρι οι λέξεις να συνεχίσουν να κυλάνε σαν τοπίο από το οποίο δεν θα βγούμε ποτέ.

Έφυγε για τα καλά

Εντάξει, μακάρι να διαρκέσει η τελευταία συλλαβή. Γι’αυτό το δέκατο του δευτερολέπτου αντάλλαξα όλα τα πόστα και τις εξουσίες. Οι τηλεφωνικοί στύλοι παίζουν περίπλοκα παιχνίδια με τα σύρματα που φεύγουν βιαστικά, σαν τα παιχνίδια που παίζουν τα παιδιά περνώντας ένα σπάγκο στα δάχτυλά τους. Το χιόνι έχει στοιβαχτεί ολόγυρά μας σαν την Ερυθρά Θάλασσα. Δεν μας περιμένει κανείς και δεν λείπουμε σε κανέναν. Ρίξαμε όλα μας τα λεφτά στο ρεζερβουάρ της βενζίνης, έχουμε το απόθεμα λίπους μας σαν τις καμήλες της Σαχάρας. Το αυτοκίνητο που τρέχει ολοταχώς, τα δέντρα, το φεγγάρι και το φως του στις εκτάσεις του χιονιού, τα στωικά θρηνητικά ακόρντρα του τραγουδιού – ποζάρουν όλα άψογα στημένα για το γρήγορο ενσταντανέ, στην αιώνια προθήκη του αστρικού μουσείου.

Καλά

Έχε γειά, σύντροφε, ερωμένη, ραββίνε, γιατρέ. Γεια. Μην ξεχάσεις την τσάντα σου με τα δειγματολόγια των περιπετειών. Ο φίλος μου κι εγώ θα μείνουμε εδώ ακριβώς – τρέχοντας εσαεί με τη δική μας ταχύτητα. Έτσι δεν είναι, Κραντζ, έτσι δεν είναι, έτσι δεν είναι;
«Θέλεις να σταματήσουμε για κανά χάμπουργκερ;» λέει ο Κραντζ σαν να συλλογιζόταν μιαν αφηρημένη θεωρία.
«Τώρα, ή μια από αυτές τις μέρες;»


H Popaganda αποχαιρετά τον Μεγάλο Ποιητή
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.