ΔΙΕΘΝΗΜπήκαμε στο μυαλό του ανασφαλή «Σουλτάνου»

Μπήκαμε στο μυαλό του ανασφαλή «Σουλτάνου»

Απευθυνθήκαμε στον Δρ. Κωνσταντίνο Φίλη για να σκιαγραφήσουμε το προφίλ του ηγέτη της Τουρκίας. Όταν κλείσαμε το τηλέφωνο ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προκήρυξε πρόωρες εκλογές.

Λίγα λεπτά πριν δημοσιευθεί το άρθρο, οι εκδόσεις Παπαδόπουλος μας ενημέρωναν πώς το βιβλίο του Δρ Κωνσταντίνου Φίλη, «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν», έκανε τη δεύτερη του έκδοση. Λογικό αφού ο Πρόεδρος της Τουρκίας παραμένει συνεχώς στην επικαιρότητα είτε σε σχέση με την Ελλάδα είτε σε σχέση με τους Κούρδους είτε σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Και θα τον απασχολήσει ακόμα εντονότερα αφού η Τουρκία μπαίνει σε προεκλογική περίοδο που θα ολοκληρωθεί στις 24 Ιουνίου. Ο Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και επικεφαλής του Τομέα Ρωσίας-Ευρασίας & ΝΑ Ευρώπης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων απάντησε σε όλες μας τις απορίες ως το που το πάει ο Ερντογάν. Ποιοι είναι οι ορέξεις του, ποιοι οι μεγαλύτεροι του φόβοι, τι θέλει από την Ελλάδα και κυρίως αν υπάρχει ημερομηνία λήξεως του ηγέτη που ξεκίνησε ως μετριοπαθής και φιλελεύθερος και κατέληξε «σουλτάνος». 

Ο Κωνσταντίνος Φίλης.

Φαντάζομαι πως με τα όσα έχουν γίνει τον τελευταίο καιρό θα χτυπάει συνεχώς το τηλέφωνό σας  και ειδικά μετά το βιβλίο. Όλοι τώρα ζητάνε έναν «ερντογανολόγο.» Έχετε δίκιο αλλά ευτυχώς υπάρχουν πολλοί ικανοί συνάδελφοι οπότε διαχέεται όλο αυτό.

Να ξεκινήσω κάπως ανορθόδοξα; Αν θέλαμε να μπούμε στα παπούτσια του Ερντογάν αυτή τη στιγμή και να μπούμε μες στο μυαλό του, πώς θα ήταν ικανοποιημένος αυτός ο τύπος; Σε σχέση με την Ελλάδα ή συνολικά;

Σε σχέση και με το εσωτερικό του και σε σχέση με τα εξωτερικά σύνορα. Θα ήθελε κατά πρώτον να κερδίσει από τον πρώτο γύρο τις προεδρικές εκλογές και να το συνδυάσει αυτό με αυτοδυναμία του AKP. Όταν λέμε τι θα ήθελε μιλάμε για το ιδανικό του σενάριο, δεν κάνουμε κρίση για τον αν αυτό θα συμβεί ή όχι.

Φυσικά. Άρα αυτό θα του εξασφάλιζε την εκτός απροόπτου παραμονή στην εξουσία για ένα ακόμη μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και μάλιστα με υπερεξουσίες τέτοιες, ώστε θεσμικά στην πραγματικότητα θα είναι ακλόνητος και θωρακισμένος. Μπορεί να κάνει περίπου τα πάντα χωρίς να χρειαστεί να δώσει λόγο. Ως προς το εξωτερικό, θα ήθελε να αισθανθεί μεγαλύτερη ασφάλεια για την θέση τη δική του και της χώρας του.

Δηλαδή; Να μην αισθάνεται ότι τον υπονομεύουν κάποιες δυνάμεις του εσωτερικού, σε συνεργασία με δυνάμεις του εξωτερικού, γιατί αυτό φαίνεται ότι είναι πλέον πεποίθησή του. Δεν πια μια απλή ιστορία, ένα διήγημα το οποίο έχει αναπτύξει για λόγους εγχώριας κατανάλωσης, που είναι και αυτό, αλλά είναι και μια ισχυρή πεποίθησή του. Ότι δηλαδή, ο ίδιος είναι ένας πολύ ισχυρός ηγέτης, οποίος έχει ενδυναμώσει τη χώρα του, οι ξένοι και ειδικότερα οι δυτικοί, αλλά και άλλες δυνάμεις, δεν ικανοποιούνται με αυτήν την εξέλιξη και προσπαθούν, μέσα από την σύμπραξη και τη συνέργεια με διάφορες δυνάμεις που τον πολεμούν από το εξωτερικό, κυρίως το δίκτυο Γκιουλέν αλλά και το PKK ή και τους κεμαλιστές, ουσιαστικά να αποκαθηλώσουν τον Ερντογάν.

Όπως γράφεται όμως, και στο πρώτο κεφάλαιο, στο εσωτερικό εμφανίζεται και μετά τα γεγονότα του 2015, να μην έχει αντίπαλο. Ο Ερντογάν έχει αναλάβει την εξουσία σε μια χώρα, η οποία από το 1923 μέχρι το 2002, σχεδόν 80 χρόνια δηλαδή, είχε ένα πολύ συγκεκριμένο σύστημα, που ήταν το κεμαλικό. Άρα λοιπόν, ακόμα και τώρα, ο Ερντογάν αισθάνεται ναι μεν εδραιωμένος στην εξουσία, αλλά θεωρεί ότι υπάρχουν υπόγειες δυνάμεις οι οποίες των αμφισβητούν και τον υπονομεύουν και ακριβώς αυτό είναι εκείνο το οποίο θέλει να κάνει τώρα επ’ αφορμή και του αποτυχημένου πραξικοπήματος. Δεν αισθάνεται τόσο ασφαλής στο εσωτερικό, όσο πιστεύουν κάποιοι ή όσο θέλει να δείχνει. Θεωρεί ότι υπάρχει μια συνεχής μάχη εξουσίας στην οποία προκειμένου να επιβιώσει, πρέπει να κάνει διάφορες κινήσεις και στρατηγικές και τακτικές για να μην αμφισβητηθεί. Δηλαδή, όπως λέω και στο βιβλίο, ο Ερντογάν βρίσκεται σε τρεις μάχες επιβίωσης, αλλά δεν είναι μόνο οι μάχες επιβίωσης με τους γκιουλενιστές, τους κεμαλιστές, το PKK, που είναι μάχες και πολιτικής επιβίωσης, είναι συνολικά η αίσθησή του ότι δεν είναι αρεστός σ’ ένα κομμάτι της κοινωνίας, που αυτό ισχύει, και ότι υπάρχουν μηχανισμοί, ενδεχομένως και παρακρατικοί, είτε είναι κεμαλικοί, είτε είναι γκιουλενικοί, οι οποίοι τον περιμένουν στην γωνία και να τον βρουν σε μια στιγμή αδυναμίας και να τον χτυπήσουν στην αχίλλειο πτέρνα του. Άρα λοιπόν, είναι μια συνεχής διαμάχη και πάλη για την εξουσία, με αποτέλεσμα να μην αισθάνεται ασφαλής ακόμα και υπό τις παρούσες συνθήκες.

Οπότε θεωρεί ότι μία αδυναμία του ενδεχομένως είναι αυτό που συμβαίνει στην Κύπρο στην ΑΟΖ, είτε αν ιδρυθεί στα σύνορα του ένα κουρδικό κράτος; Αν ο Ερντογάν στην εξωτερική πολιτική κάνει κάτι το οποίο θα επιφέρει κάποια αλλαγή ή κάποιο τετελεσμένο το οποίο θα είναι σε βάρος της χώρας του, κινδυνεύει με εντονότερες και εντατικότερες και ίσως αποτελεσματικότερες κινήσεις αμφισβήτησής του. Και ο Ερντογάν παρότι είναι πολύ αισιόδοξος πάσχει από το «σύνδρομο Μεντερές», μία ανάλογη προσωπικότητα η οποία μετά το πραξικόπημα που ήταν πετυχημένο τότε, απαγχωνίστηκε. Οπότε θέλω να πω ότι πολλά απ’ αυτά τα οποία λέει και κάνει είναι προϊόν αυτής της ανασφάλειας και του συνδρόμου Μεντερές, ότι δηλαδή αν τον βρουν μπόσικο στο εξωτερικό ή αν του χρεώσουν κάτι στο εξωτερικό, και συμβεί κάποια αλλαγή η οποία θα είναι σε βάρος της Τουρκίας, αυτό στην πραγματικότητα μπορεί να σημάνει και το τέλος του. Εδώ ο Ερντογάν δεν έχει να κάνει μόνο με ένα πολιτικό τέλος, γνωρίζει ότι επειδή είναι εκτεθειμένος ιδιαίτερα, και έναντι της τουρκικής δικαιοσύνης και αυτός και η οικογένειά του, τυχόν τέλος του Ερντογάν όχι με ομαλό τρόπο μπορεί να προκαλέσει και να έχει τεράστιες συνέπειες στο σύνολο της οικογενείας συμπεριλαμβανομένου και των γιων του.

Αυτός δηλαδή ούτε στις εκλογές δε θα θέλει να χάσει φυσικά. Εννοείται πως όχι. Φανταστείτε τον Ερντογάν, καταρχάς αυτή τη στιγμή έχει και μία εξουσιολαγνεία και μία αίσθηση μεγαλείου. Δε μπορώ να φανταστώ τον Ερντογάν να πηγαίνει στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ή να επιτρέπει να χαθούν εκλογές και να βρεθεί εκτός εξουσίας. Ο Ερντογάν κατά πάσα πιθανότατα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα πεθάνει στη καρέκλα της εξουσίας.

Όσον αφορά την εξωτερική ρητορική του ισχύει νομίζω αυτό που λένε ότι σκύλος που γαβγίζει δε δαγκώνει; Όχι απαραίτητα γιατί έχει σχέδιο. Έχει πολύ συγκεκριμένο σχέδιο. Αυτό που θέλει είναι αυτό που θα παραδώσει να είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό που είχε κληρονομήσει. Κι επειδή ο Ερντογάν έχει στο μυαλό του ως αντίπαλο τον Κεμάλ και ως αντίπαλο ή συμπαίκτη ή σύμμαχο την ιστορία, αυτή είναι η αναμέτρησή του η τελική. Αν λοιπόν ο Ερντογάν που θέλει να αφομοιώσει και να μετριάσει τον Κεμάλ ως τον Ατατούρκ, γιατί Ατατούρκ σημαίνει «πατέρας των Τούρκων» και νομίζω ο Ερντογάν θα ήθελε πολύ να γίνει ο ίδιος ο Ατατούρκ. Επειδή λοιπόν η αναμέτρησή του η τελική είναι με τον Κεμάλ και με την ιστορία, θέλει να δείξει ότι ο ίδιος είτε κατάφερε να διατηρήσει τα κεκτημένα. Είναι μία πάρα πολύ δύσκολη συγκυρία όπως είναι αυτή των ανακατατάξεων στη μέση ανατολή ή του πολέμου που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δέχεται από τους δυτικούς εταίρους κλπ, ή να έχει παραδώσει κάτι περισσότερο απ’ αυτό το οποίο κληρονόμησε με τη συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η χώρα του δηλαδή γιατί δεν ήταν ο ίδιος εκείνος που το κληρονόμησε, διαφορετικά δε θα ήθελε με τίποτα να είναι κάποιος που θα έχει χάσει κάτι που κληρονόμησε το 1923.

Αυτή τη στιγμή κινδυνεύει να χάσει κάτι; Η δημιουργία ενός οιονεί κουρδικού κράτους, μέσα στη Συρία στο πρότυπο της αντίστοιχης του Ιράκ, είναι μία εξαιρετικά δυσμενής εξέλιξη για την Τουρκία, διότι οι Κούρδοι της Συρίας συνδέονται οργανικά με το PKK, πράγμα το οποίο δε συμβαίνει με τους Κούρδους του Ιράκ.

Άρα μια τέτοια εξέλιξη για παράδειγμα, θα ήταν εφιαλτική για την Τουρκία. Πέραν του ότι θα δημιουργούσε ένα ακόμη προηγούμενο και θα επιβεβαίωνε μία δυναμική υπέρ του κουρδικού στοιχείου, συνολικά στην περιοχή, είναι μία εξέλιξη την οποία η Τουρκία δεν μπορεί να ανεχτεί, γιατί οι Κούρδοι της Συρίας είναι σε μεγάλο βαθμό συγκοινωνούντα δοχεία με το PKK. Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε να υποστεί κάποια μεγάλη ζημιά. Μπορεί η εν λόγω ζημιά να μην είναι κάποια εδαφική απώλεια, σε πρώτη φάση, αλλά δημιουργούνται οι συνθήκες για αμφισβήτηση της εδαφικής κυριαρχίας της Τουρκίας ή έστω για υπονόμευση του τωρινού status quo. Το θέμα λοιπόν είναι εάν η Τουρκία έχει να κερδίσει κάτι – και τι θα μπορούσε να είναι αυτό.

Τι να κερδίσει, δηλαδή; Δηλαδή στην Μέση Ανατολή, αν θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα Αλεξανδρέττα, να προσαρτήσει ουσιαστικά μία περιοχή της Συρίας ή και του Ιράκ, – ιδανικά και των δύο – de facto – η Αλεξανδρέττα βέβαια έχει προσαρτηθεί de jure – ώστε να πει ότι «εγώ μεγάλωσα στην Τουρκία». Αν θα μπορούσε κάτι τέτοιο να συμβεί στο Αιγαίο, όπου βέβαια δεν μιλάμε για προσάρτηση σε αυτή την περίπτωση, αλλά για αμφισβήτηση του υφιστάμενου status quo, το οποίο κατά την Τουρκία σε αρκετά σημεία είναι διαφιλονικούμενο – μιλάω ως προς το Αιγαίο. Νομίζω ότι την Τουρκία περισσότερο την ενδιαφέρει να «μεγαλώσει στην Μέση Ανατολή» και όχι στο Αιγαίο. Για την δε Κύπρο, η Τουρκία θέλει να αποφύγει την δημιουργία τετελεσμένων, που έχουν να κάνουν κυρίως με την ενέργεια και με την αναβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι των Τουρκοκυπρίων και έναντι της ίδιας της Τουρκίας, αλλά δεν πιστεύω ότι μπορεί να κάνει κάτι πέρα από τις σπασμωδικές ενέργειες ή πέρα από την στρατηγική που έχει – που αμφισβητεί συνεχώς την κατάσταση – , δεν νομίζω ότι θα προσφέρει κάτι ιδιαίτερο στον Ερντογάν  το να προσαρτήσει τα κατεχόμενα. Ούτως ή άλλως είναι «δορυφοροποιημένα». Το να προσαρτήσει όμως κάποια περιοχή της Συρίας, όπως το Αφρίν, για να μπορεί να αντιμετωπίσει και τον κουρδικό κίνδυνο, ή και κάποια περιοχή του Ιράκ – που βέβαια και τα δύο είναι δύσκολα, αλλά το να καταφέρει κάτι τέτοιο, πράγματι, θα είναι κάτι που θα εμφανίσει τον ίδιο τον Ερντογάν, ως τον άνθρωπο που άλλαξε τον ρου της ιστορίας της σύγχρονης Τουρκίας.

Πάντως στο Αιγαίο με την έντονη αυτή προκλητικότητα δεν ανησυχεί και η Τουρκία ότι μπορεί να γίνει κάποιο λάθος, να γίνει κάποια σύγκρουση από λάθος; Ανησυχεί, αλλά αν γίνει κάτι τέτοιο, με ευθύνη της Ελλάδας, – γιατί η Τουρκία παίζει και αυτό το παιχνίδι – , τότε θα είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμες οι όποιες ενέργειες από πλευράς Τουρκίας, γιατί θα απαντά υποτίθεται στην ελληνική προκλητικότητα. Από εκεί και πέρα, κεντρικός σχεδιασμός από την πλευρά της Τουρκίας, για την πρόκληση ενός θερμού επεισοδίου ή ενός πολέμου, δεν πιστεύω ότι υπάρχει. Της αρέσουν αυτές οι διακυμάνσεις, όπως και σε στιγμές να προκαλεί ένταση, γιατί αυτό εξυπηρετεί και εσωτερικές σκοπιμότητες κι επίσης της δίνει την δυνατότητα να αμφισβητεί de facto περιοχές, ώστε κάποια στιγμή, εάν ξαναγίνουν διαπραγματεύσεις ή καθίσουν τα δύο μέρη στο τραπέζι, η Τουρκία να έχει καταφέρει να ενσωματώσει τις διεκδικήσεις της – άλλη ήταν η διμερής ατζέντα το ’74, άλλη το ’96, άλλη το 2004 και άλλη είναι σήμερα. Ταυτόχρονα, τα τελευταία δυόμισι χρόνια – κι αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό – η Τουρκία έχει αναβαθμίσει ποιοτικά τις διεκδικήσεις της, τις οποίες θέλει να αλλάζει στη διμερή ατζέντα, αλλά να θέλει να προκαλέσει ένα θερμό επεισόδιο ή ένα πόλεμο, δεν το πιστεύω. Και αυτό γιατί δεν έχει νόημα, υπό την έννοια ότι κανένας δεν μπορεί να της εγγυηθεί πως αν το κάνει αυτό θα τα καταφέρει. Επίσης, αν η ίδια πάρει την ευθύνη για μια τέτοια ενέργεια, δηλαδή την πρωτοβουλία, όσο σημαντική κι αν είναι για τους Δυτικούς, – που είναι σημαντική αλλά βλέπετε ότι υπάρχουν δεύτερες σκέψεις πλέον σε ένα κομμάτι της Δύσης για την Τουρκία και το μέλλον των σχέσεων – σίγουρα θα προκαλέσει σοβαρά προβλήματα  στις σχέσεις της με την ΕΕ και τις ΗΠΑ. 

Όμως, πάλι ο Ερντογάν δεν βλέπει ότι δεν τον συμφέρει αυτή η κατάσταση; Δε θα ήθελε να είναι πιο διαλλακτικός με την Ευρώπη αφού μπορεί ακόμα στο πίσω το μυαλό του να είναι ακόμα ανοιχτό το κεφάλαιο της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Την ένταξη πρέπει να την ξεχάσουμε. Την έχει ξεχάσει ο Ερντογάν, την έχουν ξεχάσει και οι Ευρωπαίοι. Είναι μια νεκρή διαδικασία. Δύσκολα θα επανεκκινηθεί. Βέβαια, να σημειώσω ότι η Τουρκία παίρνει αρκετά λεφτά για τα προενταξιακά κεφάλαια ακόμα και τώρα που όλη η διαδικασία είναι νεκρή. Ως προς το κομμάτι της οικονομίας επίσης, η Τουρκία έχει μεγάλη εξάρτηση από την Ευρώπη, ή καλύτερα υπάρχει μια σχέση αλληλεξάρτησης. Απλά να έχουμε κατά νου πως ορισμένες φορές άλλα λέει ο Ερντογάν δημόσια και άλλα κάνει. Δηλαδή, δεν επηρεάστηκαν το 2017 που ήταν ένα πολύ κακό έτος άμεσα οι ξένες επενδύσεις στην Τουρκία. Οι οικονομικές διασυνδέσεις είναι σημαντικές και η ανανέωση της τελωνιακής σύνδεσης είναι μεγάλης σημασίας. Συνεπώς μπορεί ν’ ακούμε πολλά, αλλά ας κρατάμε μικρό καλάθι.

Αν πάμε 20 χρόνια πίσω, θα συναντήσουμε έναν φιλελεύθερο Ερντογά με ευρωπαϊκή προοπτική και με δημοκρατικά συναισθήματα. Ποια ήταν εκείνα τα σημεία που τον άλλαξαν ή τελικά αν δεν τον άλλαξε τίποτα και ήταν για πάντα έτσι. Αυτό δεν το μπορώ να το απαντήσω, αν ο Ερντογάν εννοούσε αυτά που έλεγε ή όχι. Υπάρχουν δύο εκδοχές, ότι ο Ερντογάν έπαιξε το χαρτί της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να τον δουν ως ένα φιλελεύθερο πολιτικό που ήθελε ν’ αναγνωρίσει τα δικαιώματα των καταπιεσμένων μειονοτήτων μέσα στην Τουρκία, μεταξύ των οποίων και οι Κούρδοι. Για πρώτη φορά τέθηκε ζήτημα αναγνώρισης των Κούρδων το 2002, όταν και ανέλαβε το AKP.  Αν ήθελε να χρησιμοποιήσει την προθυμότητα των Ευρωπαίων να εξουδετερόσουν τους κεμαλιστές από τους οποίους είχαν κουραστεί. Αν λοιπόν το έκανε προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς του και γνώριζε εξαρχής ότι κάποια στιγμή θα έφτανε εδώ που έχει φτάσει σήμερα ή αν είναι μια αλληλουχία γεγονότων που τελικά τον μεταρρυθμιστή, φιλελεύθερο, μετριοπαθή ηγέτη τον μεταμόρφωσε.

Θα μας πείτε την αλληλουχία γεγονότων; Το 2007 παίρνει την πρώτη κρυάδα από Μέρκελ και Σαρκοζί ότι η χώρα του δεν είναι επιθυμητή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκείνο το διάστημα αισθάνεται μεγάλη πίεση από τους κεμαλιστές στο εσωτερικό, αισθάνεται ότι ετοιμάζονται να τον ρίξουν από την εξουσία. Επιβιώνει αυτής της μάχης αλλά αρχίζει να γίνει αυταρχικότερος, περίπου το 2011 τα σπάει με τον Γκιουλέν τον οποίο έχει χρησιμοποιήσει για να αναρριχηθεί στην εξουσία και επεκτείνει την επιρροή της Τουρκίας και εκτός μέσω των πολιτιστικών ιδρυμάτων του δικτύου Γκιουλέν. Τα σπάει μαζί του, το 2011-2012 έρχεται μια παραγγελία από την εισαγγελία κατά του γιου του και άλλων μελών του ευρύτερου κύκλου Ερντογάν, οπότε καταλαβαίνει ότι δεν ελέγχει εντελώς τη δικαιοσύνη και ότι είναι ευάλωτος απέναντι της γιατί το δίκτυο Γκιουλέν ελέγχει τη δικαιοσύνη και την αστυνομία κατά κύριο λόγο. Βλέπει ότι δεν τους ελέγχει και άρα αρχίζει να αισθάνεται ανασφαλής και από το 2015, 2016 και μετά όταν έχουμε το αποτυχημένο πραξικόπημα που είχε διοργανωθεί από το δίκτυο Γκιουλέν σε συνεργασία με τους Αμερικάνους, πλέον μπαίνει στην τελευταία φάση που τον βλέπουμε να βρίσκεται τα τελευταία χρόνια. Ενός ηγέτη ο οποίος είναι δυστοπικός, ο οποίος βλέπει παντού φαντάσματα, έχει ξεκινήσει ένα ανθρωποκυνηγητό, ένα άνευ προηγουμένου κυνήγι μαγισσών και ο οποίος οικειοποιούμενος την εξουσία καταφέρνει να αποσταθεροποιεί τη χώρα του. Δηλαδή είναι συγκρουσιακός στο εσωτερικό αλλά είναι συγκρουσιακός και στο εξωτερικό. Αυτό επηρεάζει και την οικονομία της Τουρκίας, επηρεάζει και τη θέση της γενικότερα στο διεθνές γίγνεσθαι, επηρεάζει και τη θέση της στους δυτικούς μηχανισμούς. Αυτή τη στρατηγική συνεργασία Δύσης-Τουρκίας έχει αρχίσει να αποδυναμώνεται. Αυτή είναι μία πολύ σύντομη πορεία του Ερντογάν από το 2002 μέχρι και σήμερα.

Το βιβλίο του Κωνσταντίνου Φίλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Εμείς αφού τον έχουμε μάθει σαν ελληνική διπλωματία, μας συμφέρει να περιμένουμε το τέλος του ή θέλουμε κάποια αλλαγή στην Τουρκία; Δε μπορεί να πει κανείς για το τι εμείς θέλουμε γιατί αν μιλούσαμε πριν από πέντε έξι χρόνια θα σας έλεγα τότε ότι ο Ερντογάν δεν είχε εκμεταλλευτεί την οικονομική κρίση της χώρας μας, δεν είχε κινηθεί με διεκδικητικό τρόπο στο Αιγαίο και ήταν ένας ηγέτης που ήθελε να βρεθεί ένα modus operandi μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, και σε κάθε περίπτωση ήταν μάλλον μία καλή λύση για εμάς. Σήμερα, έχουμε σχεδόν εντελώς διαφορετικό πολιτικό και όπως σας είπα τα τελευταία 2,5 χρόνια έχουμε μια εντελώς διαφορετική Τουρκία δίπλα μας. Άρα θέλουμε το διάβολο που ξέρουμε ο οποίος διακατέχεται από αυτόν τον μεγαλοϊδεατισμό και από αυτό το νεοθωμανισμό που μιλάει για τα σύνορα της καρδιάς του και θέλει να επεκτείνει την Τουρκία, όχι εδαφικά απαραίτητα, αλλά την επιρροή της, να εργαλειοποιήσει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς κ.ο.κ. Ή να θέλουμε τους κεμαλιστές που είναι πολύ πιο σκληροί και πιο ακραίοι από τον Ερντογάν στα εθνικά θέματα όπως αποδεικνύεται από αυτά που λέει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο οποίος λέει ότι δεν είναι 18 τα νησιά αλλά 150 και όταν έρθουμε στην εξουσία θα τα πάρουμε όλα πίσω. Αυτός ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για αυτά που βλέπουμε σήμερα, για το γεγονός ότι αναγκάζει τον Ερντογάν και την κυβέρνηση του να δείξουν ότι δεν είναι αδύναμοι απέναντι στην Ελλάδα και να προβαίνουν σε ενέργειες που βλέπουμε στο Αιγαίο. Άρα τι να σας πω, μπορώ να πω ότι για να μην υπάρξει αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό της Τουρκίας μία προσωπικότητα που θα μπορούσε να αναλάβει την προεδρία είναι ο Αμπντουλάχ Γκιουλ. Από την άλλη, δε σπεύδω να διαλέξω πρόσωπο για τον πολύ απλό λόγο ότι πριν από πέντε χρόνια αυτός θα μπορούσε να είναι ο Ερντογάν ο οποίος μεταλλάχθηκε ή έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο. Αυτό που εμείς δε θέλουμε είναι μια Τουρκία που δεν είναι αποσταθεροποιημένη γιατί μία τέτοια Τουρκία είναι πιο επικίνδυνη και πιο δύσκολα διαχειρίσιμη.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.