Παρασκευές, μεσημέρια στην Πειραιώς. Μποτιλιάρισμα και σφήνες ανάμεσα σε λεωφορεία και φορτηγάκια, παρκάρισμα στη μέση του δρόμου στο λιμάνι. Προλαβαίνεις πάντα όταν η σκάλα έχει αρχίσει να σηκώνεται. Ανεβαίνεις λαχανιασμένος, μετά βαθιές ανάσες να πέσει η αδρεναλίνη, ενώ το ανησυχητικό τικ-τακ στα μηνίγγια συνεχίζεται για λίγη ώρα ακόμα.
Ένας πλοίαρχος που ξέρει: «Είσαι σίγουρος ότι σου κάνουν καλό αυτά τα ταξίδια κάθε Παρασκευή, με τόσο άγχος;».
Τα Σαββατοκύριακα των Αθηναίων. Κάθε Παρασκευή, αγώνες δρόμου με το ρολόι. Τεσσερισήμισι, πεντέμισι, οι ώρες που πρέπει να έχεις φτάσει στη Ραφήνα, στον Πειραιά. Μικρά εγκεφαλικά με πρώτη και δευτέρα. Μετά όμως έρχεται η θάλασσα και η μυρωδιά της, και ξεχνάς τα πάντα.
Στου Γιαννούλη, στην Άνδρο, τρως το καλύτερο ντόπιο τυρί και τους καλύτερους κεφτέδες. Τα τραπέζια μαζεύει ένας παππούς, Ρωσοπόντιος από την Τασκένδη. Μια μέρα, σ’ ένα τραπέζι, κάθισε ένας άλλος ηλικιωμένος, Κύπριος του Λονδίνου. Έπιασαν κουβέντα και, όπως πήγαιναν από τις στέπες στο Τραφάλγκαρ κι απ’ τη Βρετανία στη Γεωργία, με τα όμορφα, παράξενα ελληνικά τους, τα σύνορα χάθηκαν και έμεινε μόνο η παράξενη περιπέτεια της ελληνικής γλώσσας, που ταξιδεύει στον πλανήτη, περιπλανιέται και ριζώνει παντού, που ακούγεται πιο ωραία όταν δεν φυλακίζεται σε μικρά, φοβισμένα όρια.
Η «Αφροδίτη» για τις σεζλόνγκ της πρώτης σειράς, η «Αθηναία» για τις τυρόπιτες, η «Δεξαμενή» για τα παγκάκια, το «Σινέ Ψυρρή» για το εστιατόριο από πάνω και το μικρό γατάκι που μπερδεύεται στα πόδια σου. Τα καλοκαιρινά βράδια στην Αθήνα, μέσα στα θερινά σινεμά, με ποπ κορν στο χέρι και κλειστά κινητά.
Μετά, στο «Mamaca’s», κεφτεδάκια πάντα, γιατί αρέσουν στα αδέσποτα που περνάνε τη μουσούδα τους από τα κάγκελα και περιμένουν να μοιραστούν τη μερίδα σου ήρεμα, γιατί ξέρουν ότι το μαγαζί κι όσοι τρώνε εκεί είναι δικοί τους άνθρωποι.
Ciega Sordomuda. Ο ύμνος του καλοκαιριού, λατινοαμερικάνικο, γεμάτο πάθος, ρυθμό, ταξίδια και τη φωνή της Shakira, που στην άλλη της ζωή θα ‘ταν «μπαντίτα». Τις δύσκολες μέρες έκλεινα τα τζάμια, ανέβαζα το volume στο τέρμα, πάταγα γκάζι και, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, πέρναγα τα σύνορα του Ρίο Γκράντε και έμπαινα στο Μεξικό, που κανείς δεν με ξέρει, και κρυβόμουνα σε ένα μικρό χωριό, δίπλα στο ποτάμι, μέχρι να περάσει η μπόρα. Οι συνοριακοί δεν προλάβαιναν καν να βγουν απ’ το φυλάκιο· έβλεπαν μόλις τη σκόνη μου. Hasta la vista, babe. Μετά μ’ έπιανε το φανάρι στον Φάρο Ψυχικού και το ‘βαζα απ’ την αρχή.
Περισσότερα στο ΚΛΙΚ