Categories: ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ρεπορτάζ: Στον Σκαραμαγκά κάθονται 4 υποβρύχια και 1000 εργαζόμενοι

Μάρτης του 1984. Οι ανθρακωρύχοι στη Βρετανία της Θάτσερ αντιδρώντας στην ανακοίνωση της κρατικής Βρετανικής Υπηρεσίας Άνθρακα για το κλείσιμο 20 ορυχείων προχωρούν σε απεργιακές κινητοποιήσεις που διαρκούν έναν ολόκληρο χρόνο. Με κύριο αίτημά τους την υπεράσπιση του δικαιώματος στην εργασία στέκονται απέναντι στη Βρετανική κυβέρνηση και καταφέρνουν να κερδίσουν κάποια από τα αιτήματά τους. Μία δεκαετία και πλέον αργότερα στην ταινία  “The full Monty” μία παρέα φίλων μένουν άνεργοι μετά το κλείσιμο του τοπικού μεταλλείου, σκαρφίζονται τον πιο πρωτότυπο τρόπο για να βγάλουν χρήματα και αποφασίζουν να γίνουν αρσενικοί στρίπερ. Θα καταφέρουμε άραγε κι εμείς να προσεγγίσουμε με την ίδια διάθεση σε μερικά χρόνια από σήμερα την ανεργία; Είναι ένα ερώτημα, αλλά το βασικό ερώτημα είναι άλλο: Τι συμβαίνει όταν οι εργαζόμενοι προσπαθούν να κερδίσουν το δικαίωμά τους στην εργασία το 2014 στη σημερινή Ελλάδα;

Τα ελληνικά ναυπηγεία Σκαραμαγκά,  σήμερα.

Η απάντηση δε δίνει και τις καλύτερες ελπίδες για το μέλλον, αν χρησιμοποιήσει κανείς ως παράδειγμα τις 1000 οικογένειες των εργαζόμενων στα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά που οδηγήθηκαν παράνομα σε εκ περιτροπής εργασία τα τελευταία σχεδόν δύο χρόνια. Όμηροι σε ένα τραγικά πραγματικό σενάριο που θέλει το ελληνικό κράτος να πληρώνει  για να λειτουργεί ένα ιδιωτικό ναυπηγείο, μένουν θεατές των χρονοβόρων δικαστικών διαδικασιών, των πολιτικών σκανδάλων με τα υπερτιμολογημένα εξοπλιστικά προγράμματα και τις μίζες εκατομμυρίων και των πολιτικών συγκρούσεων από κυβερνητικούς φορείς που καταφέρνουν με ξεχωριστό τρόπο να μην υπερασπιστούν το δικαίωμα των πολιτών τους στην εργασία.

Δύο από τα επίμαχα υποβρύχια φυλασσόμενα εν αχρηστία στα ναυπηγεία .

Σε ένα μήνα συμπληρώνονται ακριβώς δύο χρόνια από την ημέρα που τα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά σταμάτησαν να λειτουργούν. Υπό τη διοίκηση της Abu Dhabi Mar και της Privinvest του Λιβανέζου Ισκαντάρ Σάφα τα ναυπηγεία είναι υπεύθυνα για τη δημιουργία τεσσάρων υποβρυχίων για το ελληνικό πολεμικό ναυτικό για τα οποία έχει καταβληθεί ήδη προκαταβολή 2,3 δις ευρώ σε σύνολο 2,8. Καμία όμως εργασία δεν έχει γίνει και τα υποβρύχια έμειναν ανοκλήρωτα καθώς οι Γερμανοί που έχουν την τεχνογνωσία τα “έσπασαν” με τους Άραβες, οι οποίοι έδειξαν να ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για την “προίκα” 800 εκατομμυρίων ευρώ που τους κατέβαλε το ελληνικό δημόσιο κατά τη μεταβίβαση. Έχοντας χάσει η ελληνική κυβέρνηση το δικαίωμά της να ελέγχει την πρόοδο των εργασιών στις παραγγελίες της, αλλά και τα μέσα ώστε να βρει μία ικανοποιητική λύση για να αξιοποιηθούν περαιτέρω τα ελληνικά ναυπηγεία του Σκαραμαγκά μένει επί δυο ολόκληρα χρόνια άπραγη απέναντι στο δράμα 800 εργαζομένων.

Ο Μιχάλης Αλυσσανδράκης, ένας από τους 1000 εργαζόμενους των ναυπηγείων  που περιμένουν να δοθεί μία λύση.

“Τις πρώτες μέρες κανένας δεν πίστευε ότι θα κρατήσει τόσο πολύ. Πιστεύαμε ότι ήταν παροδικό, συνεχίζαμε και πηγαίναμε  μέσα επί τρεις μήνες. Μας δόθηκαν ένα σωρό υποσχέσεις,  γιατί είχαν γίνει και δύο απανωτές εκλογές τότε. “Θα σας πληρώσουμε” και “μην ανησυχείτε”. Μέχρι που τους ψηφίσαμε και συνεχίζουν από τότε την ίδια κοροϊδία”, λέει ο Μιχάλης Αλυσσανδράκης. Έχοντας ζήσει στον Σκαραμαγκά από μικρό παιδί, ξέρει όλη την ιστορία του. Μας περίμενε σε μία καφετέρια απέναντι από το σπίτι του, ένα ημιυπόγειο δυάρι, στον Κορυδαλλό όπου αναγκάστηκε να μετακομίσει από το Περιστέρι. Μιλάει για την αλλαγή της ζωής του με πίκρα, αναπολεί τις καλές μέρες και το πρόσωπό του λάμπει μόνο όταν μιλάει για τη δουλειά του, τότε που σηκωνόταν στις έξι το πρωί και ήταν σε εγρήγορση συνεχώς, ακόμα και στις τρεις τα ξημερώματα.

Τα υποβρύχια περιμένουν σχεδόν έτοιμα να τα παραλάβει το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό.

“Εγώ ήμουν εργοδηγός στα μηχανήματα έργου, εσωτερικές μεταφορές, κλαρκ, εμπρόσθια και πλαϊνά περονοφόρα, έκανα όλους τους καθαρισμούς του ναυπηγείου, προετοιμασίες για να μπαίνουν τα καράβια, τα πάντα. Όλη η εσωτερική μεταφορά του ναυπηγείου γινόταν από εμένα. Εργαζόμουν στον Σκαραμαγκά από τις 12 Δεκεμβρίου του 1977, από 15 χρονών, με κοντά παντελονάκια που λένε. Πήγα στη σχολή πρώτα. Ήταν του ΟΑΕΔ ακριβώς από πάνω. Δούλευα τα πρωινά σαν μαθητευόμενος και το απόγευμα πήγαινα στη σχολή. Μάλιστα, είχε και οικοτροφείο εκείνα τα χρόνια και τον τρίτο χρόνο νοίκιασα σπίτι. Θυμάμαι τότε ήταν ο Νιάρχος κι είχε πάνω από 8000 κόσμο. Ήταν άλλες οι συνθήκες τότε. Λίγα τα λεφτά, ήταν διαφορετικά. Υπήρχε φόβος και τρομοκρατία. Και μετά το 1981 άρχισε να μπαίνει ο συνδικαλισμός μέσα στα ναυπηγεία. Κάποια στιγμή έγινε και η κρίση με τη Διώρυγα του Σουέζ, υπήρχαν και οι ροπαλοφόροι οι ακροδεξιοί μέσα και όποιος κρατούσε Ελευθεροτυπία ή Ριζοσπάστη τον βαράγανε. Μετά ξεσηκωθήκαμε κι εμείς, ήρθε και η αλλαγή με τον Παπανδρέου το 1981 και μετά τέσσερα χρόνια ο Νιάρχος ήθελε να δώσει τα ναυπηγεία στο κράτος. Θυμάμαι τότε καθίσαμε έξι μήνες. Βέβαια, ήταν διαφορετική συγκυρία τότε, πολύ καλύτερη, κάναμε περιφρούρηση, πιέζαμε και είχε και τη θέληση η κυβέρνηση να το κάνει κρατικό και μάλιστα τότε πήραμε και τα ένσημα και τους μισθούς και ο Γιαννόπουλος μας είχε στείλει στον ΟΑΕΔ και παίρναμε και κάποιο επίδομα”, λέει και συνεχίζει με τις ιστορίες από κάθε εργοδότη που πέρασε. Από την ΕΤΒΑ και τους Γερμανούς μέχρι τον τελευταίο Λιβανέζο επιχειρηματία Ισκαντάρ Σάφα που έφερε την καταστροφή.

Το υποβρύχιο «Πιπίνος» τύπου 209 και το υποβρύχιο «Ωκεανός» τύπου 214 βρίσκονται στην προβλήτα των ναυπηγείων απροστάτευτα από τις καιρικές συνθήκες.

“Σταμάτησα να εργάζομαι στα ναυπηγεία από τις 18 Απριλίου του 2012. Είναι πάρα πολύ δύσκολα. Η σύζυγος εργάζεται για να βοηθάει στο ενοίκιο. Παίρνουμε κανένα επίδομα κάπου κάπου. Λίγο δύσκολα με το ρεύμα, λίγο δύσκολα με το ενοίκιο. Βοηθάνε, βέβαια, και τα κορίτσια, οι κόρες μου που μου φέρνουν τρόφιμα. Το σωστό ήταν να βοηθάμε εμείς τα παιδιά μας. Ήρθαν τα πάνω κάτω. Από άρχοντες που ήμασταν, μας έκαναν επαίτες. Να χρωστάμε στην εφορία… Κάθομαι καμιά φορά και τρώγομαι με τα ρούχα μου. Είναι και πολλά τα χρόνια μου. Είναι φορές που νιώθω άχρηστος. Δουλειές έξω δεν υπάρχουν, δυστυχώς, και οι λίγες που υπάρχουν δεν ζητούν 52χρονους. Όπως είναι τώρα τα πράγματα, θα πάρει κανείς νέους να τους δώσει 300 – 400 ευρώ κι αν δεν τους χρειαστεί άλλο θα τους διώξει. Εμείς τώρα νιώθουμε εντελώς άχρηστοι. Εμείς δε φαινόμαστε ούτε εργαζόμενοι ούτε άνεργοι. Δε μπορούμε να γραφτούμε στον ΟΑΕΔ να πάρουμε ένα επίδομα για ένα χρόνο, αυτά τα λίγα. Να μας πούνε τουλάχιστον τι να κάνουμε. Να μας δώσουν ένα χαρτί να πάμε στον ΟΑΕΔ να κάνουμε κάτι. Να πούμε στο Θεό – τι να πρωτοπρολάβει κι αυτός; – να βρεθεί τουλάχιστον μία λύση να ξέρουμε τι να κάνουμε στη ζωή μας από εδώ και πέρα. Καλή λύση είναι, όπως λένε τώρα, αλλά δεν τους πιστεύεις τους πολιτικούς – εγώ θα το πω και δεν φοβάμαι, οι πολιτικοί είναι αλήτες και μας κοροϊδεύουν όλους – να μπορέσουν να το ανοίξουν το ναυπηγείο να δουλέψει ο κόσμος ή να μας δώσουν μία αποζημίωση να ξέρουμε τι να κάνουμε με τη ζωή μας”, καταλήγει ο κύριος Αλυσσανδράκης.

“Να μπορέσουν να το ανοίξουν το ναυπηγείο να δουλέψει ο κόσμος ή να μας δώσουν μία αποζημίωση να ξέρουμε τι να κάνουμε με τη ζωή μας.”

Λίγο πριν φύγουμε μας πηγαίνει στο σπίτι του και μας δείχνει φωτογραφίες από τις πορείες των εργαζομένων στα ναυπηγεία. Ξέρει να μας πει ιστορίες για κάθε ένα εργαζόμενο ξεχωριστά, για αυτούς που προσπαθούν να συντηρήσουν τα τέσσερα μικρά παιδιά τους κάνοντας νυχτοκάματα μία φορά την εβδομάδα και για εκείνους που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως ο Γιώργος Σπανάκης.

Ο Γιώργος Σπανάκης εργαζόμενος στα ναυπηγεία από το 1979, μας δείχνει την ειδική διατροφή που πρέπει να ακολουθεί η σύζυγός του.

“Στο ναυπηγείο είμαι από τις 30 Οκτωβρίου του 1979. Εγώ είχα το πλήρωμα που ανεβαίνει πάνω στο πλωτό όταν έρχεται. Την ναυτική δουλειά έκανα εγώ. Εμείς τώρα είμαστε εγκλωβισμένοι στην ουσία γιατί δεν είμαστε ούτε άνεργοι ούτε εργαζόμενοι. Εγώ βέβαια προσωπικά όσο ήταν ο νόμος πήγαινα μέσα τις εργάσιμες μέρες. Από την 1η Οκτωβρίου που έληξε η εκ περιτροπής εργασία έχει καταθέσει ο δικηγόρος του σωματείου ο κύριος Πίττας ένα εξώδικο το οποίο μας καλύπτει από εκεί και πέρα, δηλαδή για τους πέντε μήνες. Εγώ και όλος ο κόσμος, αν ανά πάσα στιγμή πει η εταιρεία να πάμε να δουλέψουμε, θα το κάνουμε”, λέει ο κύριος Σπανάκης που ζει με την ελπίδα ότι τα ναυπηγεία θα ξαναλειτουργήσουν. “Το πιστεύω ότι θα γυρίσουμε στις δουλειές μας γιατί έχουν πάρει ένα δρόμο που αν ήταν να κλείσει, θα το είχαν ξεκαθαρίσει. Δηλαδή, έχει κρατήσει μία γραμμή η πολιτεία που δε θέλει να το κλείσει. Αν ήταν, θα το είχε κάνει. Η πολιτεία θέλει τα υποβρύχια, οπότε πρέπει να ανοίξει το μαγαζί. Το πότε είναι το θέμα. Δυστυχώς όλα αυτά είναι χρονοβόρα.”

“Δουλεύω από 13 χρονών, είχα δικό μου πορτοφόλι, έκανα οικογένεια”, λέει ο Γιώργος Σπανάκης με φόντο τους απλήρωτους λογαριασμούς.

Ένα στάδιο πριν την αιμοκάθαρση, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την περιπέτεια υγείας που πέρασε ο ίδιος και η σύζυγός του που πάσχει από διαβήτη. Με πλήρη τύφλωση στο ένα μάτι και απώλεια όρασης 80% στο άλλο, είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί ειδική διατροφή για να ελέγχει το ζάχαρό της. “Εγώ οικονομικά έχω καταστραφεί και δε μπορούμε να κάνουμε ό, τι χρειάζεται. Δεν γίνεται να ακολουθήσουμε όσα μας λένε οι γιατροί, δεν μας παίρνει”, ΄λέει και συνεχίζει περιγράφοντας τη ζωή και τις επενδύσεις που έκανε όσο εργαζόταν στα ναυπηγεία. Ένα σπίτι για να φύγει από το ενοίκιο, ένα αυτοκίνητο για τον ίδιο και μία μηχανή για τον γιο του ήταν έξοδα τα οποία μπορούσε να καλύψει όσο έπαιρνε κανονικά τον μισθό του, σήμερα όμως, τα δάνεια μένουν απλήρωτα, οι τόκοι πολλαπλασιάζονται και τα μισά υπάρχοντά του αναγκάστηκε να τα πουλήσει για να καλύψει τα έξοδα από τις 9 συνολικά επεμβάσεις που αναγκάστηκε να κάνει ο ίδιος και η σύζυγός του.

Η μικρή εγγονή είναι η μόνη χαρά για την οικογένεια Σπανάκη τα τελευταία δύο χρόνια.

“Το φως μου το κόψανε και με βοήθησε πολύ τότε ο Βασίλης ο πρόεδρος του σωματείου. Και τώρα όλα απλήρωτα είναι, η ΔΕΗ, τα κοινόχρηστα, τηλέφωνο δεν έχουμε, μόνο το κινητό με την κάρτα. Το θέμα είναι να ανοίξει η δουλειά μας, να μπορέσουμε να μπούμε στο ρυθμό που ήμασταν. Εγώ δουλεύω από 13 χρονών, είχα δικό μου πορτοφόλι, έκανα οικογένεια. Στο ναυπηγείο πήγα 18 χρονών και είμαι 52 τώρα. Δεν είχα πάει ποτέ να ζητήσω δανεικά χρήματα και τώρα με κάποια διαδικασία που κάνει το σωματείο μου φέραν μία φορά τρόφιμα. Εγώ δεν πάω. Ντρέπομαι. Δεν πάω στην εκκλησία να ζητήσω. Δε μπορώ και λέω “τίποτα, σκέτο ψωμί, τέλος”.

Ελένη Κυριακίδου

Share
Published by
Ελένη Κυριακίδου