ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Τα λάθη και τα κενά: Από την εκτίμηση κινδύνου ενδοοικογενειακής βίας μέχρι τα safe houses

Η σοκαριστική γυναικοκτονία της 28χρονης Κυριακής Γρίβα έξω από το Α.Τ. Αγίων Αναργύρων επισφράγισε όλους τους λόγους για τους οποίους οι θηλυκότητες αδυνατούν να εμπιστευτούν την Ελληνική Αστυνομία, με αποτέλεσμα να φοβούνται να καταγγείλουν περιστατικά έμφυλης βίας. Σε συστηματική βάση, γινόμαστε αποδέκτες μαρτυριών γυναικών, οι οποίες, αν και βρήκαν τη δύναμη να απευθυνθούν στις αρχές, επέστρεψαν σπίτι τους χωρίς προηγουμένως να έχει αξιολογηθεί ο κίνδυνος. Παρ’ όλα αυτά, ο πρωθυπουργός της χώρας δήλωσε χτες πως «οι γυναίκες εμπιστεύονται την Ελληνική Αστυνομία και απευθύνονται σε αυτή», κάνοντας το ποτήρι της οργής να ξεχειλίσει.

Η ΕΛ.ΑΣ, από τη μεριά της, ως απάντηση στο έγκλημα που διαπράχθηκε έξω από το Α.Τ. με συνυπεύθυνη την αδιαφορία της, επέλεξε να ασκήσει βία κατά γυναικών σε φεμινιστική πορεία ενάντια στην έμφυλη βία, επιβεβαιώνοντας πως οι γυναίκες έχουν κάθε λόγο να μην νιώθουν ασφαλείς κοντά της. Την ίδια στιγμή, και ενώ γνωστοποίησε πως κάθε 45 λεπτά η αστυνομία δέχεται μία καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης δηλώνει σχετικά με την ένταξη του όρου γυναικοκτονία στον Ποινικό Κώδικα, την οποία επίμονα αρνείται η κυβέρνηση: «Συμφωνώ με τον όρο γυναικοκτονία, ποινικά όμως, θέλει μια συζήτηση. Θα πρέπει ποινικολόγοι μαζί με το υπουργείο Δικαιοσύνης να “καθίσουν κάτω”, να δούμε αν πραγματικά απαιτείται να υπάρξει αυτή η μεταβολή».

Το τραύμα της έμφυλης βίας αδυνατεί να επουλωθεί, αφού οι γυναίκες επανατραυματίζονται ξανά και ξανά από το κράτος και τις αρμόδιες αρχές που έχουν βαλθεί να τις αμφισβητούν και να μην παίρνουν τις καταγγελίες τους στα σοβαρά. Αθροιστικά, στην 4η Ετήσια Έκθεση για την Βία κατά των Γυναικών, οι καταγγελίες στην Ελληνική Αστυνομία για μια επταετία (2016-2022) αναφέρονται ότι ήταν 43.690 (αν κάνουμε τις πράξεις βγαίνουν 17 την ημέρα) και οι ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν 21.362, δηλαδή μόνο για το 48,9% των καταγγελιών.

Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας έχει πολλές φορές επισημάνει κενά και ελλείψεις στον τομέα της προστασίας και υποστήριξης των επιζωσών ενδοοικογενειακής βίας και των παιδιών τους, και έχει διατυπώσει προτάσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην εφαρμογή των προβλέψεων της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης (Ν 4531/2018), η οποία αν είχε εφαρμοστεί έστω και μερικώς τα τελευταία πέντε χρόνια που αποτελεί νόμο του κράτους, θα είχε βελτιώσει κατά πολύ την προστασία των θυμάτων.

Η Κική Πετρουλάκη, ψυχολόγος με διδακτορικό στην Πειραματική Ψυχολογία και ιδρυτικό μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά της Βίας, μίλησε στην Popaganda για την αδιαφορία των αρχών που αποθαρρύνει τις επιζώσες έμφυλης βίας να καταγγείλουν τους δράστες, τονίζοντας την επιτακτική ανάγκη δημιουργίας μιας ενιαίας δομής για την προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής και ενδοσυντροφικής βίας, όπου όλοι οι αρμόδιοι θα συνεργάζονται μεταξύ τους.

Οι γυναίκες παλεύουν μόνες: Δεν τηρείται η διαδικασία εκτίμησης κινδύνου και σχηματισμού δικογραφίας

Το πρώτο βήμα που θα κάνει μια γυναίκα που θέλει να καταγγείλει ενδοοικογενειακή ή ενδοσυντροφική βία, είναι να καλέσει το 100. Όπως εξηγεί αρχικά η κα. Πετρουλάκη, «από τη στιγμή που ένα θύμα ενδοοικογενειακής βίας καλεί το 100, η αστυνομία οφείλει να έρθει στο σπίτι του για να διαπιστώσει αν υφίσταται βία. Στη συνέχεια πρέπει να ελέγξει αν έχει φύγει ο δράστης από τον χώρο και αν όχι, να τους χωρίσουν και να μιλήσουν χωριστά σε θύμα και δράστη – πράγμα το οποίο δεν εφαρμόζεται σχεδόν ποτέ. Μάλιστα, πριν από λίγες ώρες έμαθα για ένα περιστατικό κατά το οποίο έφτασε η αστυνομία έξω από το σπίτι μιας γυναίκας ύστερα από καταγγελία γειτόνων, η γυναίκα είπε από μέσα πως δεν συμβαίνει κάτι και οι αστυνομικοί έφυγαν χωρίς να επιμείνουν να τους ανοίξει την πόρτα».

Το επόμενο βήμα είναι να αναζητήσει η αστυνομία αν υπάρχουν παιδιά, «πράγμα το οποίο επίσης δεν συνηθίζει να πράττει», ενώ οφείλει να καταγράψει οτιδήποτε ύποπτο εντοπιστεί στο σπίτι ή στην αλληλεπίδραση μεταξύ δράστη και θύματος. «Πρέπει τα στοιχεία να καταγράφονται και να είναι διαθέσιμα για το δικαστήριο, αν και εφόσον γίνει», λέει η κα. Πετρουλάκη. «Αντιθέτως, μπορεί να συμβεί η αστυνομία να μπει σε ένα σπίτι με σπασμένα πράγματα, για παράδειγμα, και η γυναίκα να μην το δει κάπου καταγεγραμμένο αυτό μετά». Σε αυτό το στάδιο, αν η γυναίκα πει ότι υφίσταται βία, πρέπει οπωσδήποτε να σχηματιστεί δικογραφία. «Στην πραγματικότητα όμως, της λένε να πάει στο Τμήμα ή την παίρνουν με το περιπολικό μαζί με τα παιδιά (εφόσον υπάρχουν) και συνήθως μαζί και με τον δράστη, ενώ, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, θύμα και δράστης πρέπει να βρίσκονται σε άλλο περιπολικό».

Μετά την κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης το 2018, ενδοοικογενειακή βία θεωρείται και η κακοποίηση από σύντροφο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης χωρίς να απαιτείται συγκατοίκηση των δύο ατόμων. Σύμφωνα με τον Ν. 3500/2006, η ενδοοικογενειακή βία είναι αυτεπάγγελτα διωκόμενο αδίκημα για το οποίο μάλιστα ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία. «Αυτό σημαίνει πως αν καταγγελθεί το βίαιο περιστατικό αμέσως, η Αστυνομία οφείλει να αναζητήσει τον δράστη για να τον συλλάβει και να δικαστεί με την αυτόφωρη διαδικασία (δηλαδή, εντός 2-3 ημερών). Σε αυτό το χρονικό διάστημα υπάρχει η δυνατότητα να εκδοθούν περιοριστικοί όροι (από εισαγγελέα ή δικαστήριο) για την προστασία της κακοποιημένης γυναίκας και των παιδιών, όμως αυτό δεν γίνεται σχεδόν ποτέ. Ακόμα και αν η ίδια το γνωρίζει και το ζητήσει, την παραπέμπουν σε  αστικό δικαστήριο για να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του δράστη».

«Οι περισσότερες γυναίκες, όταν λένε πως δεν επιθυμούν την ποινική δίωξη του δράστη, το κάνουν από φόβο. Ειδικά όσες ξέρουν ότι σε δυο-τρεις ώρες θα είναι έξω και θα υποστούν την οργή του»

Ποια είναι τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν από τη στιγμή που η καταγγέλλουσα βρεθεί στο αστυνομικό Τμήμα; «Στο Α.Τ. πρέπει να παρθεί κατάθεση, ωστόσο η γυναίκα δεν είναι υποχρεωμένη να πει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη, αφού πρόκειται για αυτεπάγγελτα διωκόμενο αδίκημα. Είναι δηλαδή ευθύνη της Πολιτείας να συνεχίσει τη νομική διαδικασία», διασαφηνίζει η κα. Πετρουλάκη. «Άλλωστε, οι περισσότερες γυναίκες, όταν λένε πως δεν επιθυμούν την ποινική δίωξη του δράστη, το κάνουν από φόβο. Ειδικά όσες ξέρουν ότι σε δυο-τρεις ώρες θα είναι έξω και θα υποστούν την οργή του, θα πουν πως δεν επιθυμούν την ποινική δίωξη. Σε κάθε περίπτωση, είναι παράπτωμα των αστυνομικών να μην σχηματίζεται δικογραφία για ένα αυτεπάγγελτο αδίκημα».

Ένα ακόμα μελανό σημείο στη διαδικασία της καταγγελίας, σημειώνει η κα. Πετρουλάκη, είναι ότι δεν έχουμε ποινικοποιήσει όλες τις μορφές ενδοοικογενειακής βίας: «Μια γυναίκα λοιπόν που πηγαίνει στο Α.Τ. και αναφέρει, για παράδειγμα, ότι βιώνει ακραίο έλεγχο και φοβάται για τη ζωή της ή πως ο σύντροφός της τη χτύπησε πρώτη φορά και έχει μερικές μελανιές, είναι πολύ πιθανό να της πουν πως αυτό δεν αποτελεί ενδοσυντροφική βία αλλά ένα “καυγαδάκι”. Μόνο αν δεχθεί άμεσες απειλές κατά της ζωής της και αν οι αστυνομικοί τις λάβουν στα σοβαρά, τότε πιθανώς θα θεωρήσουν το περιστατικό ως ενδοσυντροφική/ενδοοικογενειακή βία».

«Οι γυναίκες έχουν καταλάβει πως δεν τις παίρνουν στα σοβαρά», θα μου πει η κα. Πετρουλάκη στη συνέχεια, αποτυπώνοντας μια θλιβερή καθημερινότητα για πολλές θηλυκότητες. Τη ρωτώ αν υπάρχουν περιπτώσεις που το πρωτόκολλο αξιολόγησης κινδύνου και το σχέδιο προστασίας των θυμάτων έχει εφαρμοστεί. «Φυσικά», θα μου πει. «Ωστόσο δεν ξέρουμε συγκεκριμένα πόσες φορές, γιατί τα δεδομένα που έχουμε είναι μόνο οι καταγγελίες που καταγράφηκαν ως όφειλαν. Αυτές τις μέρες βέβαια, μετά τη γυναικοκτονία στο Α.Τ. Αγίων Αναργύρων, είναι εμφανές πως η αστυνομία διαχειρίζεται τις καταγγελίες όπως θα έπρεπε, γι’ αυτό και βλέπουμε περισσότερες από 100 καταγεγραμμένες καταγγελίες σε ένα 24ωρο».

«Σύμφωνα με τον νόμο περί συνεπιμέλειας, μια γυναίκα που θα θελήσει να κρυφτεί από τον κακοποιητή της, αν πάρει μαζί της και τα παιδιά, οφείλει να τον ενημερώσει πού βρίσκονται τα παιδιά του»

Από το 2018, όταν και κυρώθηκε η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, οι Εισαγγελείς απέκτησαν το δικαίωμα να ορίζουν περιοριστικούς όρους στους δράστες ανά πάσα στιγμή, κάτι το οποίο έως τότε επιτρεπόταν μόνο στην αυτόφωρη διαδικασία – εφόσον το έκριναν αναγκαίο. Όπως εξηγεί η κα. Πετρουλάκη, «οι περιοριστικοί όροι στην πραγματικότητα αφορούν οτιδήποτε σχετίζεται με την προστασία του θύματος και στην περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας είναι και τα παιδιά θύματα, ακόμα κι αν δεν είναι οι άμεσοι αποδέκτες της βίας. Τη στιγμή λοιπόν που η γυναίκα καταγγέλλει τον δράστη, έχουμε τη δυνατότητα, από το 2018 και μετά, ο/η Εισαγγελέας να δώσει εντολή να μετοικήσει ο δράστης και να μην επικοινωνήσει με κανέναν τρόπο. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο όταν υπάρχουν παιδιά, καθώς με τον νόμο περί συνεπιμέλειας (4800/2021), μια γυναίκα που θα θελήσει να κρυφτεί από τον κακοποιητή της, αν πάρει μαζί της και τα παιδιά, οφείλει να ενημερώσει τον δράστη πού βρίσκονται τα παιδιά του».

Μέχρι το 2021 που ψηφίστηκε ο νόμος, μια μητέρα που πήγαινε στο τμήμα και έκανε καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία μπορούσε να πάρει τα παιδιά της και να κρυφτεί όπου επιθυμούσε μέχρι ο δράστης να απευθυνθεί στα αστικά δικαστήρια. Εφόσον του δινόταν το δικαίωμα επικοινωνίας με τα παιδιά, μπορούσε να πηγαίνει να τα βλέπει με βάση τη δικαστική απόφαση. «Από τη στιγμή λοιπόν που έκανε την καταγγελία της και σχηματιζόταν δικογραφία, μπορούσε να πάρει τα παιδιά και κανένας δεν θα την κυνηγούσε σαν να είναι αποξενώτρια. Πλέον, αν μια γυναίκα ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να της γίνει μήνυση από τον πατέρα για κακή άσκηση της γονικής μέριμνας. Οι πρόσφατες δε τροποποιήσεις που έγιναν στον Νόμο 3500/2006 για την πρόληψη και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας, αντί να αυξήσουν τα μέτρα προστασίας για τα θύματα και τα παιδιά, αυξάνουν τη δυνατότητα ποινικής διαμεσολάβησης για τους δράστες. Ουδεμία προστατευτική παράμετρος για τις γυναίκες προστέθηκε στην αναθεώρηση».

«Δεν αποφασίζεις εύκολα να ξεσπιτώσεις τα παιδιά σου όταν δεν υπάρχει ένα μακροπρόθεσμο πλάνο»

Στη συνέχεια της συζήτηση, εστιάζουμε στον ρόλο των Ξενώνων Φιλοξενίας Κακοποιημένων Γυναικών, ως προς την επάρκειά τους στην πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας. Όπως θα μου πει η συνιδρύτρια του Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά της Βίας, «οι 20 Ξενώνες Φιλοξενίας που διαθέτουμε δεν μπορούν να διασφαλίσουν ούτε την επείγουσα, ούτε την μακροπρόθεσμη φιλοξενία στα θύματα. Στους ξενώνες απαιτείται ένα διάστημα 10-15 ημερών ωσότου μάθει μια γυναίκα αν έχει επιλεγεί, ενώ πρέπει πρώτα να έχει κάνει όλες τις απαραίτητες εξετάσεις μαζί με τα παιδιά της, χωρίς προηγουμένως να γνωρίζει αν υπάρχει τελικά διαθέσιμη θέση. Έχω έρθει σε επαφή με πολλές γυναίκες που έχουν παιδιά, οι οποίες, όταν ακούνε πως η φιλοξενία είναι βραχυπρόθεσμη (3-6 μήνες), δεν επιλέγουν τους ξενώνες και είναι λογικό γιατί δεν αποφασίζεις εύκολα να ξεσπιτώσεις τα παιδιά σου όταν δεν υπάρχει ένα μακροπρόθεσμο πλάνο».

Η ορθότερη λύση, κατά την κα. Πετρουλάκη, θα ήταν «οι ξενώνες να διατίθενται για επείγουσα φιλοξενία, ώστε να ξεφύγει μια γυναίκα από τον άμεσο κίνδυνο και να δει πώς θα συνεχίσει, και η μακροπρόθεσμη λύση θα πρέπει να είναι τα σπίτια: Είτε το σπίτι τους, που θα το προστατεύει η αστυνομία και η δικαιοσύνη, είτε ένα σπίτι που θα παρέχει το κράτος». Όσο αφορά στα “safe houses” που εξήγγειλε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, «φαίνεται να αφορούν τη λεγόμενη επείγουσα φιλοξενία, την οποία ωστόσο θα δούμε αν μπορούν να εφαρμόσουν. Σε κάθε περίπτωση, δεν προκρίνουμε αυτή τη λύση ως μόνιμη, και σε καμία περίπτωση δεν αρκεί για να προστατευτεί πλήρως και μακροπρόθεσμα μια γυναίκα».

Αναγκαία η δημιουργία μιας ενιαίας δομής για τις επιζώσες

Παράλληλα, αν και η ύπαρξη γραφείων ενδοοικογενειακής και ενδοσυντροφικής βίας σε όλα τα Α.Τ. κρίνεται σημαντική, η ορθότερη πρακτική για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας είναι «να δημιουργηθεί μια ενιαία Δομή κάτω από την ίδια στέγη, όπου θα συνεργάζονται η αστυνομία, η δικαιοσύνη, η υπηρεσία υποστήριξης των θυμάτων/επιζωσών και η υπηρεσία γενικής υποστήριξης (νοσοκομεία, δήμοι κ.ά.)», θα επισημάνει η κα. Πετρουλάκη. «Σε κάποιες χώρες οι δομές αυτές λέγονται Κέντρα Οικογενειακής Δικαιοσύνης και σε άλλες “Σπίτι της Γυναίκας”, όπως στην Κύπρο. Εκεί θα καταγράφεται το περιστατικό και αμέσως θα επιβάλλονται κυρώσεις στον δράστη. Αντί, λοιπόν, μια γυναίκα να πηγαίνει από γραφείο σε γραφείο, θα μπορεί να απευθύνεται στην εν λόγω δομή όπου θα ασχοληθούν με την υπόθεσή της όλοι οι αρμόδιοι επαγγελματίες – και στην περίπτωση που πρέπει να απευθυνθεί στην ιατροδικαστική υπηρεσία, θα μπορεί να οδηγείται με ασφάλεια σε αυτή και στη συνέχεια να επιστρέφει πίσω στη δομή».

«Η κακοποιημένη γυναίκα που αναγκάζεται μόνης της να πηγαίνει από υπηρεσία σε υπηρεσία, συνεχίζει να κακοποιείται από το σύστημα»

Η δημιουργία ενός φορέα κάτω από την ίδια στέγη, που θα παρέχει υπηρεσίες στις επιζώσες έμφυλης βίας -από την ιατροδικαστική εξέταση και την καταγγελία μέχρι τη θεραπεία του τραύματος- προβλέπεται άλλωστε από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. «Το αν αυτό θα συμβεί, αποτελεί θέμα πολιτικής βούλησης. Δεν αρκεί να φτιάξουμε παντού safe houses ή νέα γραφεία ενδοοικογενειακής βίας, γιατί αν δεν υπάρξει διασύνδεση μεταξύ τους, αν δεν συνεργάζονται όλοι οι φορείς, η κακοποιημένη γυναίκα που αναγκάζεται μόνης της να πηγαίνει από μέρος σε μέρος και από υπηρεσία σε υπηρεσία θα συνεχίσει να κακοποιείται από το σύστημα. Αυτό σημαίνει δευτερογενής θυματοποίηση».

Μοχλός ενάντια στην κουλτούρα της πατριαρχίας η διατομεακή συνεργασία

Σημαντικό ρόλο στην αποτελεσματική διαχείριση των περιστατικών έμφυλης βίας φέρει και η εκπαίδευση των αστυνομικών. Ωστόσο, «δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο των εκπαιδεύσεων, καθώς δεν το κοινοποιούν. Πολύ πρόσφατα, όμως, ολοκληρώσαμε ένα πρόγραμμα που στόχευε σε πρωτόκολλα για τη διατομεακή συνεργασία όλων των αρμόδιων, στο οποίο συμμετείχε σε όλα τα στάδια και το αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. Όταν, όμως, ήρθε η ώρα να εκπαιδεύσουμε όλους μαζί τους επαγγελματίες που δουλεύουν στο πεδίο (από ψυχολόγους μέχρι δικαστές), η αστυνομία ήρθε να μας εκπαιδεύσει, αλλά δεν ήρθε να αλληλοεκπαιδευτούμε. Οπότε, όσες εκπαιδεύσεις και επιμορφώσεις κι αν γίνουν, αν τα βήματα σε ένα πρωτόκολλο δεν είναι συγκεκριμένα και παραβιάζονται και αν δεν υπάρχει συνεργασία όλων των αρμόδιων, το αποτέλεσμα ποτέ δεν μπορεί να είναι επαρκές».

Με την κα. Πετρουλάκη καταλήγουμε σε μία κοινή διαπίστωση: Αν δεν αλλάξουμε την πατριαρχική δομή που διατρέχει την κοινωνία μας, δεν θα αλλάξει ριζικά η αντιμετώπιση των περιστατικών έμφυλης βίας. «Αυτό είναι που τους κάνει άλλωστε όλους να μην παίρνουν σοβαρά το έγκλημα – από τις οικογένειες των δραστών μέχρι την αστυνομία», θα μου πει. «Μπορεί η αστυνομία να βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο, αλλά η ευθύνη είναι και των συναρμόδιων υπουργείων για τη μη εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Αν θέλουμε να δούμε ριζική αλλαγή, η εκπαίδευση θα πρέπει να ξεκινάει από τα σχολεία. Και φυσικά, καταλυτικό ρόλο στην τροποποίηση των αντιλήψεων μπορεί να διαδραματίσει και η διατομεακή συνεργασία», καταλήγει.

Λουίζα Σολομών-Πάντα