Categories: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ενδοοικογενειακή βία: «Εμείς δεν λέμε στις γυναίκες ότι για να σωθούν αρκεί να μιλήσουν, γιατί ξέρουμε ότι δεν αρκεί»

Σήμερα, 8 Μαρτίου, γιορτάζουμε την ημέρα της γυναίκας. Προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα τι σημαίνει αυτή η γιορτή. Μου θύμιζε πάντα τις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, όπου οι γυναίκες έπαιρναν την εξουσία της πόλης για μια μέρα και μάλιστα συμβολικά. Και όλες τις υπόλοιπες; Συνάντησα, λοιπόν, την Κική Πετρουλάκη και την Αντωνία Τσιριγώτη, που ίδρυσαν και εργάζονται άοκνα εδώ και 15 χρόνια στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας, με σκοπό την πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας κατά των γυναικών και την ολιστική στήριξη γυναικών που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία. Και επειδή η βία κατά των γυναικών είναι αιτία και αποτέλεσμα της ανισότητας των φύλων, η προαγωγή της ισότητας των φύλων αποτελεί επίσης έναν βασικό σκοπό του Δικτύου και εμπεριέχεται σε όλες τις δράσεις του. 

Πείτε μας για το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας. Ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι του και ποια «κενά» καλύπτει στη χώρα μας;

Στόχοι μας είναι ο σχεδιασμός και υλοποίηση προγραμμάτων πρόληψης στα σχολεία από καταρτισμένες/-ους εκπαιδευτικούς (www.gear-ipv.eu), η επιμόρφωση επαγγελματιών και η στήριξη και ενδυνάμωση κακοποιημένων γυναικών με έναν ολιστικό και εξατομικευμένο τρόπο. Ακριβώς επειδή συνοδεύουμε βήμα-βήμα τις γυναίκες που στηρίζουμε στο οδοιπορικό απόδρασης από τη βίαιη σχέση τους, είμαστε σε θέση να εντοπίζουμε τις ελλείψεις, τα παράδοξα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν καθώς προσπαθούν να «πλοηγηθούν» σε πολυδαίδαλα και γραφειοκρατικά συστήματα στήριξης και προστασίας. Η αναφορά των προβλημάτων στους αρμόδιους θεσμούς, εντός και εκτός Ελλάδας, και η διατύπωση προτάσεων βελτίωσης αποτελεί επίσης μια από τις δράσεις μας.

Τα κενά; Είναι πάρα πολλά και χρειάζονται πολλές συνεντεύξεις και πολύ μελάνι για τα αναφέρουμε όλα. Αν διατρέξουμε τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης θα βρούμε πεδίο λαμπρό για βελτιώσεις που μπορούμε να κάνουμε, ως χώρα. Για να αναφέρουμε μόνο κάποια όπως, θα αναφερθούμε στην κατάρτιση των επαγγελματιών που έρχονται σε επαφή με κακοποιημένες γυναίκες σε όλα τα εμπλεκόμενα συστήματα (αστυνομία, δικαστήρια, υπηρεσίες στήριξης, παιδικής προστασίας και πρόνοια) αλλά και στις «υποχρεωτικές διαδικασίες» οι οποίες είτε δεν υπάρχουν, είτε δεν ακολουθούνται. Τα μεγαλύτερα προβλήματα τα συναντάμε στο δικαστικό σύστημα και στην εφαρμογή του νόμου όπου, δυστυχώς, φαίνεται ότι οι πλούσιοι και οι ισχυροί δεν είναι ίσοι με τις φτωχές απέναντι στο νόμο…

Οι δομές στήριξης λειτουργούν με περιορισμούς, για παράδειγμα, υπάρχει όριο 12 συνεδριών, ανυπαρξία ή αποσπασματική νομική εκπροσώπηση. Δεν υπάρχουν δομές επείγουσας φιλοξενίας, οι ξενώνες κακοποιημένων γυναικών αποκλείουν τα αγόρια άνω των 12 ετών, οι συνθήκες διαβίωσης είναι σχεδόν ακατάλληλες για βρέφη και μικρά παιδιά, παρέχουν βραχεία φιλοξενία 3-6 μηνών και δεν υπάρχει καμία πρόνοια για το μετά. Οι οικονομικά αδύναμες γυναίκες παραπέμπονται σε δεκάδες υπηρεσίες και φορείς προς αναζήτηση κάλυψης βασικών αναγκών των ίδιων και των παιδιών τους αλλά και για τη διευθέτηση γραφειοκρατικών ζητημάτων, τα οποία πάντα προϋποθέτουν την ύπαρξη μιας δικαστικής απόφαση. Με άλλα λόγια, αντί να περιστρέφονται οι φορείς γύρω τους, αναγκάζονται εκείνες –μαζί με τα παιδιά τους, καθώς δεν έχουν πουθενά να τα αφήσουν- να περιπλανόνται σε υπηρεσίες και φορείς, τους οποίους πρέπει πρώτα να βρουν και μετά να διασυνδέσουν.

Ποιο είναι το προφίλ των γυναικών που απευθύνονται σε εσάς; Έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ως προς την κοινωνικοοικονομική τάξη ή την καταγωγή;

Όχι, προέρχονται από όλα τα κοινωνικοοικονομικά και μορφωτικά στρώματα. Είναι κάθε ηλικίας, από έφηβες μέχρι γυναίκες τρίτης ηλικίας. Η πλειονότητα είναι Ελληνίδες, αλλά υπάρχουν φυσικά και αλλοδαπές που ζουν στην Ελλάδα, οι οποίες κακοποιούνται, στην πλειονότητά τους, από Έλληνα σύντροφο ή σύζυγο. Κατά τη γνώμη μας, δεν υπάρχει άλλο χαρακτηριστικό που να τις ομαδοποιεί. Δεν είναι γυναίκες με χαμηλή αυτοεκτίμηση, παρόλο που το ακούμε συχνά από επαγγελματίες ψυχικής υγείας και πρόνοιας. Είναι γυναίκες που ο θύτης έχει πολύ μεθοδικά «ροκανίσει» την αυτοεκτίμησή τους και διαστρεβλώσει την εικόνα του εαυτού τους.

Με άλλα λόγια δεν υπάρχει προφίλ, η ενδοοικογενειακή βία δεν κάνει διακρίσεις, μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε γυναίκα. Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι όλες ανεξαιρέτως είναι δυνατές και μαχήτριες.

Τι διεξόδους έχει μια κακοποιημένη γυναίκα; Πώς μπορεί να την προστατέψει ο νόμος;

Αρχικά να διευκρινίσουμε ότι, μετά την κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης το 2018, ενδοοικογενειακή βία θεωρείται και η κακοποίηση από σύντροφο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης χωρίς να απαιτείται συγκατοίκηση των δύο ατόμων. 

Σύμφωνα με το Νόμο 3500/2006, η ενδοοικογενειακή βία είναι αυτεπάγγελτα διωκόμενο αδίκημα για το οποίο μάλιστα ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία: αυτό σημαίνει πως αν καταγγελθεί το βίαιο περιστατικό αμέσως, η Αστυνομία οφείλει να αναζητήσει τον δράστη για να τον συλλάβει και να δικαστεί με την αυτόφωρη διαδικασία (δηλαδή, εντός 2-3 ημερών). Σε αυτό το χρονικό διάστημα υπάρχει η δυνατότητα να εκδοθούν περιοριστικοί όροι (από εισαγγελέα ή δικαστήριο) για την προστασία της κακοποιημένης γυναίκας και των παιδιών, όμως αυτό δεν γίνεται σχεδόν ποτέ. Ακόμα και αν η ίδια το γνωρίζει και το ζητήσει, την παραπέμπουν σε  αστικό δικαστήριο για να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του δράστη. 

Για τις γυναίκες που έχουν ανήλικα παιδιά με τον δράστη, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα: για να αποδράσουν από την βίαιη σχέση είναι υποχρεωμένες να κάνουν κάποιες νομικές ενέργειες, διαφορετικά κινδυνεύουν να κατηγορηθούν για εγκατάλειψη συζυγικής στέγης και/ή αρπαγή ανηλίκων. Η πιο συνηθισμένη διαδικασία είναι να προσφύγουν σε αστικό δικαστήριο με Αγωγή για την ρύθμιση της κατάστασης (μετοίκηση του δράστη από το σπίτι, επιμέλεια παιδιών, διατροφή και, όταν υπάρχει κίνδυνος, απαγόρευση προσέγγισης της μητέρας και/ή των παιδιών).

Όμως, επειδή οι χρόνοι για να γίνει το δικαστήριο και να εκδοθεί απόφαση αντιστοιχούν σε ολόκληρα έτη, αναγκάζονται όλες να ζητούν και προσωρινές ρυθμίσεις (προσωρινές διαταγές και ασφαλιστικά μέτρα) – δηλαδή 3 δικαστήρια μέχρι την έκδοση μόνο μιας πρωτόδικης απόφασης. Χωρίς να υπολογίσουμε τα δικαστήρια α) όταν και εκείνος προσφεύγει εναντίον της ή παραβιάζει δικαστικές αποφάσεις, β) για την έκδοση διαζυγίου και γ) τα ποινικά δικαστήρια για ενδοοικογενειακή βία. Προσθέστε σε αυτά και την πιθανότητα εφέσεων, ακόμα και την προσφυγή στον Άρειο Πάγο, για να αντιληφθείτε ξεκάθαρα ότι η πρόσβαση στην δικαιοσύνη δεν είναι ίση για όλους τους ανθρώπους, ειδικά όταν πρόκειται για μητέρες που δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμα και βασικές ανάγκες των παιδιών τους. Αυτή είναι άλλωστε μία από τις ισχυρές απειλές που έχουν στη φαρέτρα τους οι δράστες ενδοοικογενειακής βίας για να τις εγκλωβίζουν: ότι θα τους πάρουν τα παιδιά.

Επιπλέον, πρέπει να επισημάνουμε ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει αυτό που σε άλλες χώρες ονομάζεται σύστημα παιδικής προστασίας. Όπως επίσης και τους κινδύνους που εγκυμονεί η υποχρεωτική συνεπιμέλεια που προβλέπει το νομοσχέδιο για την αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου.

Υπάρχουν περιστατικά όπου η παροχή βοήθειας μέσω του νόμου ήταν ελλιπής; Θυμάστε κάποιο περιστατικό;

Ναι, και μάλιστα έχουμε μία πολύ πρόσφατη υπόθεση στην οποία συνεργαστήκαμε, σχεδόν υποδειγματικά, με άλλους 6 φορείς (κρατικούς και μη) για να “ξεφύγει” μια μητέρα με παιδιά από την ενδοοικογενειακή βία. Εκ του αποτελέσματος, μπορώ να σας πω ότι αποτύχαμε, καθώς τα παιδιά αυτή τη στιγμή που μιλάμε βρίσκονται πίσω στην οικογενειακή εστία με τον πατέρα που κακοποιούσε την μητέρα τους μπροστά στα μάτια τους. Αυτή η μητέρα έκανε όλα όσα της είπαμε ότι πρέπει να κάνει και όλοι οι φορείς που ενεπλάκησαν είχαν γνήσιο ενδιαφέρον να προστατεύσουν μητέρα και παιδιά. Επομένως, φαίνεται πως κάτι «πηγαίνει πολύ στραβά», αλλά τις συνέπειες της αποτυχίας του συστήματος τις υφίστανται οι κακοποιημένες μητέρες και τα παιδιά.  

Το πρόβλημα είναι ότι αν αποτύχει κάποιο βήμα από τα πολλά που απαιτούνται, επηρεάζει αρνητικά όλα τα επόμενα –και όταν το βήμα που απέτυχε είναι νομικό, μπορεί να καταρρεύσουν τα πάντα.    

Σε όλες τις υποθέσεις που έχουμε διαχειριστεί, προκύπτουν πολύ σοβαρές ελλείψεις στην παροχή στήριξης και προστασίας. Και αυτό γιατί το κάθε σύστημα (αστυνομία, δικαστικό σύστημα, δομές στήριξης κακοποιημένων γυναικών και προνοιακό σύστημα) λειτουργεί απομονωμένο από όλα τα υπόλοιπα ενώ, ταυτόχρονα, θέτει αυστηρές προϋποθέσεις που συνήθως είναι σχεδόν αδύνατον να εκπληρωθούν στις συνθήκες έκτακτης ανάγκης στην οποία βρίσκονται μητέρες και παιδιά. Ειδικά αν δεν είναι οικονομικά ευκατάστατες. Θα σας δώσω τα απλούστερα παραδείγματα: για να γράψει μια μητέρα τα παιδιά της σε σχολείο ή να ζητήσει κάποιο επίδομα, χρειάζεται να έχει ήδη δικαστική απόφαση, για να φύγει από τον ξενώνα μετά από 3-6 μήνες πρέπει να νοικιάσει σπίτι. Αλλά ακόμα κι αν βρει δουλειά, δεν μπορεί να εργαστεί καθώς δεν έχει που να αφήσει τα παιδιά της.  

Πώς μπορεί να αποδείξει ότι έχει υποστεί κακοποίηση; Πώς μπορεί να είναι ασφαλής;

Με καταθέσεις μαρτύρων, βεβαιώσεις και εκθέσεις φορέων στήριξης ή άλλων επαγγελματιών στους οποίους προσέφυγε. Σε περίπτωση σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης, με ιατροδικαστικές εκθέσεις και ιατρικά έγγραφα. Η έμφυλη βία συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες και συνήθως, όταν αρχίσει να κλιμακώνεται, ο θύτης έχει ήδη φροντίσει να απομονώσει κοινωνικά το θύμα του. Φροντίζει επίσης να μην την κακοποιεί δημοσίως και να μην αφήνει ορατά σημάδια και, επομένως, ο ρόλος των μαρτύρων είναι κρίσιμος στις δικαστικές διαδικασίες. Είναι απογοητευτικό και για εμάς, αλλά κυρίως για την ίδια τη γυναίκα, να αρνούνται να καταθέσουν άνθρωποι στους οποίους εκμυστηρεύτηκε την κακοποίησή της την εποχή που τη ζούσε, άνθρωποι που τότε της είπαν «μίλα, μην φοβάσαι!, εγώ στην θέση σου θα…, τα παιδιά σου, δεν τα σκέφτεσαι…».

Για το θέμα της ασφάλειας, όλες οι γυναίκες που κακοποιούνται προσπαθούν να μειώσουν τον κίνδυνο και να προστατεύσουν τον εαυτό τους και τα παιδιά τους, επινοούν διάφορα μέτρα προφύλαξης. Φτιάχνουν δηλαδή ένα «σχέδιο ασφαλείας», κι ας μην το ονομάζουν έτσι. Με τις γυναίκες που είμαστε σε επαφή, συζητάμε διάφορες ιδέες ώστε η καθεμία να εμπλουτίσει το σχέδιο ασφαλείας της για να μπορέσει τη στιγμή του κινδύνου, αντί να παγώσει, να επιλέξει την πιο αποτελεσματική αντίδραση. Για όλες τις υπόλοιπες γυναίκες που κακοποιούνται, βάλαμε τις ιδέες στον Οδηγό Απόδρασης από μια Βίαιη Σχέση (www.antiviolence-net.eu/Odigos_apodrasis.pdf) ώστε να καταστρώσουν τα δικά τους σχέδια ασφαλείας για όσο ζουν ακόμα με τον θύτη, όταν προετοιμάζονται να φύγουν αλλά και αφού έχουν φύγει.

Έχει ενταθεί η ενδοοικογενειακή βία μέσα στην πανδημία του κορονοϊού;

Ο αριθμός των κλήσεων στις γραμμές βοήθειας δείχνει να έχει αυξηθεί. Όμως, οι άνθρωποι που κακοποιούν και κακοποιούνται σίγουρα δεν έχουν αυξηθεί λόγω κορονοϊού. Η καραντίνα είναι ακόμα μια δικαιολογία των δραστών, κι ένα άλλοθι που μας βολεύει να τους παρέχουμε, όπως ακριβώς και η οικονομική κρίση, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, η υποψία ύπαρξης ψυχιατρικής διαταραχής, η αδυναμία ελέγχου του θυμού κ.ά.

Λόγω του εγκλεισμού, μπορεί πράγματι να έχει αυξηθεί η συχνότητα των βίαιων περιστατικών σε σχέσεις που ήταν όμως ήδη βίαιες, αλλά αυτό δεν αντικατοπτρίζεται στις καταγγελίες στην αστυνομία.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι, υπό συνθήκες πανδημίας, έχουν περιοριστεί σε ακραίο βαθμό οι διέξοδοι για τα θύματα. Δεν μπορούν να μιλήσουν στο τηλέφωνο, δεν μπορούν να μετακινηθούν, δεν μπορούν να αναζητήσουν βοήθεια σε φιλικό/οικογενειακό πλαίσιο, η πιθανότητα εξεύρεσης εργασίας είναι σχεδόν μηδενική, τα δικαστήρια υπολειτουργούν, τα αυτόφωρα δεν εκτελούνται και ο δράστης επιστρέφει σπίτι μετά από μερικές ώρες.

Περνώντας τα χρόνια, τα περιστατικά μειώνονται ή αυξάνονται;

Δεν γνωρίζουμε αν αυξάνονται ή μειώνονται γιατί έχει γίνει μόνο μία μελέτη το 2012 από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA) και από τότε δεν έχει επαναληφθεί. Με βάση αυτή την έρευνα, κάθε μέρα κακοποιούνται στην Ελλάδα σωματικά και/ή σεξουαλικά 762 γυναίκες. Από τα δεδομένα των Γραμμών Βοήθειας και των Δομών Στήριξης καθώς και από τα δεδομένα της Αστυνομίας και της Δικαιοσύνης -που η χώρα μας δεν διαθέτει- δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για το μέγεθος του προβλήματος ή για την μεταβολή του. Αυτό που μας τα δεδομένα είναι α) εάν τα θύματα γνωρίζουν που να προσφύγουν (γι’ αυτό και αυξάνονται τα νούμερα μετά από κάθε καμπάνια ευαισθητοποίησης) και β) την εμπιστοσύνη ότι ο φορέας στον οποίο απευθύνονται μπορεί να παρέχει την προστασία ή τη στήριξη που χρειάζονται (όσο καλύτερο είναι ένα σύστημα τόσο αυξάνονται τα αιτήματα).

Τι προβλέπεται νομικά για τον βιασμό;

Υπάρχουν μερικά παράδοξα στην νομική αντιμετώπιση του βιασμού: α) είναι το μόνο αυτεπάγγελτα διωκόμενο έγκλημα του οποίου η δίωξη μπορεί να παύσει οριστικά εάν το θύμα (ή οι γονείς ανήλικου ατόμου) δηλώσει ότι η δίωξη και η δίκη θα οδηγήσει σε σοβαρή ψυχική βλάβη, β) ο βιασμός στο γάμο ποινικοποιήθηκε μόλις το 2007, επειδή το ελληνικό δίκαιο έπρεπε να εναρμονιστεί με το ευρωπαϊκό, και υπήρξαν μεγάλες αντιστάσεις για αυτή τη νομοθετική ρύθμιση και γ) μέχρι το 2019, ο βιαστής ανήλικου ατόμου μπορούσε να αποφύγει την δίωξη εάν παντρευόταν το θύμα του.

Τα μηνύματα, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον, είναι ξεκάθαρα: α) αν κάποιος με βιάσει πρέπει να ντρέπομαι (ΕΓΩ και ΟΧΙ ΕΚΕΙΝΟΣ) και να το κρύβω για να μην πάθω χειρότερα (από τον κόσμο που θα το μάθει) και β) έχει δικαίωμα να με βιάσει κάποιος, αρκεί να με έχει παντρευτεί πρώτα ή, έστω, να το κάνει εκ των υστέρων.

Τι χρειάζεται για να μη φοβούνται οι γυναίκες να καταγγείλουν;

Να καταγγέλλουμε την έμφυλη βία όλες και όλοι, όπου την αντιλαμβανόμαστε, και να κάνουμε ορατή την αντίθεσή μας. Αν εμείς φοβόμαστε ή ντρεπόμαστε τον γείτονα, τον συνάδελφο, τον συγγενή που βρίζει, εξευτελίζει και χτυπά την γυναίκα του ή τα παιδιά του, πώς ζητάμε να μην φοβάται εκείνη που τα ζει αυτά κάθε μέρα, και που ίσως ήδη ξέρει πως η καταγγελία της δεν πρόκειται να σταματήσει αυτό που της συμβαίνει;

Αν όμως ρωτάτε τι πρέπει να κάνουμε ως χώρα, τότε η απάντηση είναι πως αν θέλουμε τα θύματα να μην φοβούνται να καταγγείλουν, χρειάζονται ριζικές αλλαγές στο σύστημα προστασίας και στήριξης, ειδικά όταν υπάρχουν παιδιά. Χρειάζεται ένα σύστημα εύκολα και άμεσα προσβάσιμο, που κάθε ανάγκη των κακοποιημένων γυναικών και των παιδιών τους είναι «δική του δουλειά», που η εξεύρεση λύσεων για την προστασία, στήριξη και ενδυνάμωση της γυναίκας/μητέρας είναι «δική του δουλειά». Οι υπηρεσίες πρέπει να παρέχονται χωρίς κόστος και η διάρκειά τους να καθορίζεται από τις ανάγκες των κακοποιημένων ατόμων και όχι από κάποιον Κανονισμό.

Δεν χρειάζονται όλες οι γυναίκες που κακοποιούνται όλες τις υπηρεσίες, ούτε όλες έχουν ανάγκη δωρεάν υπηρεσιών. Όμως όλες χρειάζονται έναν φορέα που να μπορεί να τις κάνει να νιώσουν ότι δεν είναι μόνες και ότι θα «παλέψει» μαζί τους μέχρι να καταφέρουν να απεγκλωβιστούν από την ενδοοικογενειακής βία, να σταθούν ξανά στα πόδια τους, να θυμηθούν και να ξαναβρούν τον εαυτό τους πριν την κακοποίηση, να ενδυναμωθούν και να επουλώσουν τα ψυχικά τραύματα, που είναι πολύ βαθύτερα από τα σωματικά. Εμείς δεν λέμε στις γυναίκες ότι για να σωθούν από την κακοποίηση αρκεί να μιλήσουν, γιατί ξέρουμε ότι δεν αρκεί. Δεν τους λέμε να φύγουν αν δεν βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο. Τις βοηθάμε να προετοιμαστούν ώστε, όταν φύγουν, να μην αναγκαστούν να ξαναγυρίσουν εξαιτίας πρακτικών εμποδίων.

Τι πρέπει να αλλάξει λοιπόν για να δημιουργηθεί ένα τέτοιο σύστημα; Έχετε να προτείνετε διορθωτικές κινήσεις για την αστυνομία και τη δικαιοσύνη όδο αφορά στην προστασία των γυναικών;

Η βασικότερη αλλαγή που πρέπει να γίνει είναι στην ιεράρχηση του προβλήματος ως σημαντικού και στην καλλιέργεια κουλτούρας μηδενικής ανοχής. Τον προηγούμενο μήνα είχαμε μια διμερή συνεργασία με την Αστυνομία της Ισλανδίας (https://youtu.be/jl1Zf2__fH4), όπου η Αρχηγός της Αστυνομίας μας περιέγραφε πώς δύο μόνο αλλαγές επέφεραν τεράστια βελτίωση στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας: α) η διερεύνηση του συμβάντος και η συλλογή των αποδεικτικών στοιχείων γίνεται αμέσως τη στιγμή της καταγγελίας και όχι αργότερα και β) μαζί με τους/τις αστυνομικούς που πηγαίνουν στο σπίτι για διερεύνηση, πηγαίνουν και κοινωνικοί λειτουργοί για να στηρίξουν τη γυναίκα καθώς και στελέχη της παιδικής προστασίας.

Ορισμένες προτάσεις είναι:

  • να δημιουργηθούν Κέντρα Οικογενειακής Δικαιοσύνης όπου θα δρουν από κοινού εξειδικευμένοι/-ες εκπρόσωποι όλων των συστημάτων (αστυνομικός, εισαγγελέας, στελέχη φορέων στήριξης κακοποιημένων γυναικών και προστασίας παιδιών, και στελέχη κοινωνικών υπηρεσιών), και οι οποίοι θα συνεξετάζουν κάθε υπόθεση, θα αποφασίζουν άμεσα τα αναγκαία μέτρα προστασίας, θα παρέχουν υπηρεσίες στήριξης και ενδυνάμωσης κάτω από την ίδια στέγη και θα διευκολύνουν την λήψη υπηρεσιών από άλλους φορείς
  • η πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι πολύ ακριβή και αυτό αποθαρρύνει πολλές γυναίκες να ζητήσουν προστασία ή τις αναγκάζει να παραιτούνται όταν ο θύτης χρησιμοποιεί το δικαστικό σύστημα για να τις εξοντώσει. Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις στη νομική βοήθεια ώστε η δωρεάν νομική εκπροσώπηση που λαμβάνουν τα θύματα να είναι ποιοτική και να παρέχεται με απλές και σύντομες διαδικασίες (τώρα είναι πολύ γραφειοκρατική και χρονοβόρα, παρέχεται μόνο σε άτομα που βιώνουν ακραία φτώχεια, και τα οποία υποχρεώνονται να αλλάζουν δικηγόρο σε κάθε δικαστήριο).
  • να υπάρχει ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων και έκδοση των αποφάσεων
  • να διατάσσεται, αμέσως μετά την καταγγελία, αποχώρηση του δράστη από την οικογενειακή εστία και απαγόρευση προσέγγισης των θυμάτων αλλά και να παρακολουθείται η συμμόρφωσή του με τους περιοριστικούς όρους.
  • να αναστέλλεται προσωρινά, ταυτόχρονα με την άσκηση ποινικής δίωξης για έμφυλη βία, η άσκηση της γονικής μέριμνας και το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα που καταγγέλλεται κατά του άλλου γονέα και/ή των παιδιών και, όπου αυτό δεν είναι δυνατόν, να επιτρέπεται μόνο επικοινωνία εποπτευόμενη από φορέα παιδικής προστασίας (όπως πρόσφατα ψηφίστηκε στην Γαλλία).
  • να μπορούν τα θύματα να καταγγέλλουν όλα τα περιστατικά βίας χωρίς χρονικό περιορισμό ή να αναγνωρίζεται η επαναλαμβανόμενη βία ως αδίκημα: αυτό είναι σημαντικό γιατί σχεδόν όλα τα αδικήματα έμφυλης βίας θεωρούνται πλημμελήματα και για αυτό μπορούν να καταγγελθούν μόνο πριν περάσουν 3 μήνες. Επομένως, το δικαστήριο δικάζει μεμονωμένες πράξεις ενώ γυναίκες και παιδιά έχουν υποστεί έτη κακοποίησης μέχρι να βρουν τη δύναμη να καταγγείλουν ή μέχρι να κινδυνεύσουν τόσο ώστε να αναγκαστούν να το κάνουν.
  • να μην παραγράφονται ποτέ τα κακουργήματα ή, έστω, ο χρόνος παραγραφής να αρχίζει να μετρά από τη στιγμή που το θύμα έχει φτάσει σε ηλικία επαρκούς ωριμότητας (π.χ. τα 30 έτη, όπως συμβαίνει στην Γερμανία).
  • τα αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας και σεξουαλικής κακοποίησης να δικάζονται από ειδικά καταρτισμένες/-ους δικαστές και τα κακουργήματα να μην δικάζονται σε μεικτά ορκωτά δικαστήρια, δηλαδή, να μην έχουν ενόρκους. Οι στερεοτυπικές αντιλήψεις ενόρκων και ανεκπαίδευτων δικαστών που επικρατούν σε όλες τις πατριαρχικά δομημένες κοινωνίες, όπως η Ελληνική, επηρεάζουν άμεσα την δικαστική απόφαση. Επιπλέον, επειδή οι ένορκοι είναι περισσότεροι από τις/τους δικαστές, ενδέχεται να υφίστανται και άλλου είδους πιέσεις, ειδικά στις μικρές πόλεις.

 

Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στην εξάλειψη του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας;

Η ενδοοικογενειακή βία είναι αποκλειστικά ζήτημα ισχύος και ελέγχου. Η ανισότητα των φύλων και οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους ρόλους των φύλων είναι μια από τις βασικές αιτίες του φαινομένου: οι δράστες θεωρούν ότι είναι δικαίωμά τους να κάνουν όλα αυτά που κάνουν εις βάρος των γυναικών και η κοινωνία και το κράτος, μέσω της απραξίας τους, το αποδέχονται, ενισχύοντας έτσι αυτή την πεποίθηση σε δράστες αλλά και σε θύματα. Χρειάζονται λοιπόν γενικευμένες δράσεις προαγωγής της ισότητας των φύλων από το νηπιαγωγείο και θεσμοθέτηση ενός στιβαρού συστήματος προστασίας των θυμάτων.

H Κική Πετρουλάκη, Ψυχολόγος Ph.D. είναι και η Αντωνία Τσιριγώτη, Ψυχολόγος M.Sc. 

Τζωρτζίνα Κακουδάκη

Share
Published by
Τζωρτζίνα Κακουδάκη