Πρώτη Ώρα Θρησκευτικά: Μέχρι πότε και, κυρίως, πώς;

«H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». Αυτό ορίζει το Σύνταγμα της Ελλάδας στο άρθρο 16/παράγραφος 2, όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 27ης Μαΐου 2008. Επτά έτη μετά, η Σία Αναγνωστοπούλου στην πρώτη της συνέντευξη ως αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας στο ραδιοφωνικό σταθμό Στο Κόκκινο 105.5 κάνει λόγο για απλοποίηση της διαδικασίας απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών. Οι δηλώσεις της όπως «σεβόμαστε τη θρησκεία, την εκκλησία, το χώρο της, αλλά υπάρχει και ένας δημόσιος χώρος που το κράτος είναι υποχρεωμένο να εξασφαλίσει την ανεξιθρησκία» οδήγησαν σε, κάπως εσπευσμένο μας φάνηκε, ραντεβού μεταξύ υπουργείου και αρχιεπισκοπής προς αποφυγή παρεξηγήσεων.

Σε Γαλλία, Αλβανία, Ουκρανία, Λευκορωσία,  το μάθημα δεν περιλαμβάνεται καν στο σχολικό πρόγραμμα.

Σύμφωνα με στοιχεία του ινστιτούτου εκπαιδευτικής πολιτικής (που υπάγεται στο υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων) και σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε για τη διδασκαλία του μαθήματος σε 29 ευρωπαικές χώρες, η Ελλάδα ανήκει στις τρεις που η συγγραφή του βιβλίου αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας αποκλείοντας τη συνεργασία των θρησκευτικών κοινοτήτων. Θρησκειολογική διδασκαλία (ουδέτερη προσέγγιση που δεν απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα) προτιμάται στην Αγγλία, τη Δανία, την Εσθονία, την Ουαλία, την Σκωτία, τη Σλοβενία και τη Σουηδία. Ομολογιακή προσέγγιση (διδασκαλία των αρχών ενός -ή περισσότερων- δόγματος) συναντάμε σε Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Λιθουανία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Αυστρία, Βέλγιο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Σερβία, Σλοβακία, Πορτογαλία, Ιταλία, Κροατία, Πολωνία, Βουλγαρία, Κύπρο και Μάλτα. Ωστόσο στη Γερμανία το δικαίωμα συγγραφής μοιράζεται μεταξύ πέντε θρησκευτικών κοινοτήτων (δίνεται η δυνατότητα στους μαθητές να παρακολουθήσουν ένα), ενώ η Αυστρία διαθέτει 13 διαφορετικά μαθήματα Θρησκευτικών. Σε Γαλλία, Αλβανία, Ουκρανία, Λευκορωσία, το μάθημα δεν περιλαμβάνεται καν στο σχολικό πρόγραμμα.

Τάκης Θεοδωρόπουλος: «Η δύναμη της Ευρώπης δεν είναι το ευρώ. Είναι ο πολιτισμός της, και βασικό συστατικό του πολιτισμού της είναι ο χριστιανισμός»

Ο αρθρογράφος της Καθημερινής, συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος δημοσίευσε στη στήλη του «Διαγωνίως» ένα άρθρο με τίτλο Γιατί Χρειάζονται Τα Θρησκευτικά, το οποίο προκάλεσε αντιδράσεις ακόμα και εντός του ίδιου εντύπου. Θεωρεί πως η διδασκαλία του χριστιανισμού φέρνει πιο κοντά τους Έλληνες μαθητές στην ευρωπαϊκή παιδεία, όπως ακριβώς και τα αρχαία ελληνικά. «Δεν έχει σημασία ότι το μάθημα των Θρησκευτικών διδάσκεται με απολύτως ομολογιακό τρόπο – δίχως τη δυνατότητα επιλογής άλλου μαθήματος- μόνον σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες. Πιστεύω ότι η υποχώρηση των κλασικών σπουδών σε όλη την ευρωπαϊκή εκπαίδευση είναι ένα από τα σημερινά προβλήματα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Τα κλασικά γράμματα και ο χριστιανισμός είναι συστατικά στοιχεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Και η σημερινή πολιτική ηγεσία της Ευρώπης έχει επανειλημμένως αποδείξει ότι ελάχιστα ενδιαφέρεται γι’ αυτόν. Όμως μην παραπονιόμαστε μετά ότι θεός της Ευρώπης έχει γίνει το ευρώ και η Ευρώπη έχει χάσει την πολιτισμική της, άρα και την πολιτική της, προοπτική. Είναι κι αυτό ένα πρόβλημα της μετανεωτερικότητας, των ενοχών και του φόβου, με τους οποίους αντιμετωπίζει η Ευρώπη άλλους πολιτισμούς, όπως το Ισλάμ. Η δύναμη της Ευρώπης δεν είναι το ευρώ. Είναι ο πολιτισμός της, και βασικό συστατικό του πολιτισμού της είναι ο χριστιανισμός».

Τυπική εικόνα ξεκινήματος της χρονιάς στο ελληνικό σχολείο με τον πατροπαράδοτο αγιασμό (φωτό: Αγγελική Κορωναίου/ FOSPHOTOS)

Ο αναπληρωτής καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Δημήτρης Χριστόπουλος δημοσίευσε στην προσωπική του σελίδα στο facebook την υπεύθυνη δήλωση απαλλαγής που κλήθηκε να υπογράψει ως κηδεμόνας. Όπως εξηγεί, ακόμα και αν η διδασκαλία των θρησκευτικών δεν ήταν κατηχητικού τύπου αλλά θρησκειολογικού, δεν θεωρεί ορθό το γεγονός πως πρέπει να διαλέξει αν θέλει το παιδί του να παρακολουθήσει θρησκευτικά. «Θα ήταν ένα μάθημα, όπως όλα τα άλλα, των οποίων η διδασκαλία δεν επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια των γονέων. Θρησκευτικά, όπως ιστορία ή μαθηματικά λοιπόν. Επομένως, το θέμα τίθεται αποκλειστικά εφόσον η διδασκαλία των θρησκευτικών έχει ομολογιακό χαρακτήρα που παραβιάζει το δικαίωμά μου να αναπτύσσω την προσωπικότητά μου όπως θέλω και, όσο είναι ανήλικα, να συμβάλω στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των παιδιών μου, ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς. Πολλοί θα πούνε ότι η απαλλαγή από τα Θρησκευτικά δε λύνει το πρόβλημα, το οποίο αναπαράγεται εξαιτίας της κατηχητικής τους διδασκαλίας. Θα συμφωνήσω. Το ζητούμενο είναι να αλλάξει ο τρόπος που διδάσκονται τα θρησκευτικά. Όσο όμως το εκκλησιαστικό και πολιτικό κατεστημένο στη χώρα αρνείται τη μετατροπή του μαθήματος από κατηχητικό σε θρησκειολογικό – και αυτοί που κυβερνάνε δεν τολμούν να τα βάλουν μαζί του – θα διεκδικώ το δικαίωμά μου να απαλλάξω το παιδί μου από τα Θρησκευτικά χωρίς να εξομολογηθώ τη θρησκεία μου, πολλώ δε μάλλον τη θρησκεία του παιδιού μου. Δεν μου αρέσει η ιδέα ότι κάποια παιδιά απαλλάσσονται από κάποια μαθήματα διότι αυτό δε λύνει τα προβλήματα. Αντιθέτως, συχνά τα επιτείνει. Δεν είναι απλή απόφαση να αφήσεις το παιδί σου εκτός αίθουσας. Όσο όμως δεν λαμβάνεται η σχετική απόφαση κατάργησης της εγκυκλίου θα κινηθώ – όχι μόνος μου εννοείται – με κάθε τρόπο προκειμένου να ακυρωθεί. Σε τελευταία ανάλυση, καλό είναι οι κυβερνώντες να μη νιώθουν μόνο την πίεση των αντιδραστικών κύκλων αλλά και κάποιων άλλων. Έλεος πια».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο αρθρογράφος σημειώνει στο προαναφερθέν κείμενο πως η Εκκλησία είναι η πρώτη που όφειλε να επεξεργαστεί τρόπους προκειμένου να απαλλαγεί η διδασκαλία των Θρησκευτικών από την προσήλωση στη δογματική τυπολατρία. «Η ονομασία του υπουργείου Παιδείας και η συγγραφή των βιβλίων θρησκευτικών αποκλειστικά με την έγκριση της εκκλησίας οφείλονται στον μη διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους. Πιστεύω ότι ο διαχωρισμός έπρεπε να έχει γίνει προ πολλού, όπως διαπιστώνετε όμως κανείς πολιτικός δεν τολμάει να θίξει το θέμα. Το αντίθετο μάλιστα. Πιστεύω ότι ασχέτως αυτού η διδασκαλία των θρησκευτικών, η οποία οφείλει να παραμείνει χριστιανική πρέπει να αναμορφωθεί και να εκσυγχρονιστεί. Η Βίβλος ή τα Πατερικά κείμενα είναι πολύ σημαντικά κείμενα της παράδοσής μας και του κλασικού πολιτισμού. Θεωρώ ότι η κατάργηση της διδασκαλίας των θρησκευτικών ακρωτηριάζει αυτήν την διδασκαλία. Γι’ αυτό και δεν πιστεύω ότι πρέπει να αντικατασταθεί από “θρησκειολογία”. Ο συγκρητισμός είναι μια ασθένεια της μετανεωτερικότητας. Δεν είναι όλοι οι πολιτισμοί ίδιοι, και δεν είναι όλες οι θρησκείες ίδιες».

Δημήτρης Χριστόπουλος: «Μπορώ να είμαι σχεδόν σίγουρος ότι το να φτιάχνουμε Υπουργείο “Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων” είναι κάτι σαν ένα πολιτειακό ανέκδοτο στις αρχές του 21ου αιώνα για την Ελλάδα».

Ο κύριος Χριστόπουλος ειδικεύεται σε σε ζητήματα μειονοτήτων και μεταναστευτικής πολιτικής. Πως θεωρεί λοιπόν ότι ένα υπουργείο που ονομάζεται «Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων» καθώς και το γεγονός πως η συγγραφή του βιβλίου των θρησκευτικών αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας επηρεάζουν τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και των αυριανών πολιτών πάνω στα συγκεκριμένα ζητήματα; «Στο ελληνικό δημόσιο σχολείο τη δεκαετία του ’80 έμαθα ότι από τον Διαφωτισμό και ύστερα, έρευνα και θρησκεία ζορίζονται να συνυπάρχουν. Τώρα, το πώς έγινε αυτό, μάλλον ένας ελληνικός ιδιωματισμός συριζοανελικού τύπου το εξηγεί. Από την άλλη: η συγγραφή του βιβλίου των θρησκευτικών ορθώς είναι αρμοδιότητα της πολιτείας στο βαθμό που – επαναλαμβάνω – είναι μη κατηχητικού χαρακτήρα. Αν κάποιος γονέας θέλει το παιδί του να λαμβάνει άλλου τύπου θρησκευτική εκπαίδευση είναι ατομικό του δικαίωμα να το ακολουθήσει επικουρικά ή συμπληρωματικά στην δημόσια εκπαίδευση. Κοινώς: τα κατηχητικά είναι ιδιωτική υπόθεση. Μπορώ να είμαι σχεδόν σίγουρος ότι το να φτιάχνουμε Υπουργείο “Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων” είναι κάτι σαν ένα πολιτειακό ανέκδοτο στις αρχές του 21ου αιώνα για την Ελλάδα το οποίο προσθέτει παρά παλεύει να λύσει τα προηγούμενα μεγάλα προβλήματα με τα οποία είμαστε ούτως ή άλλως αντιμέτωποι».

Έτσι γίνεται πάντα, στις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας στην Ελλάδα. Όσος χώρος δίνεται από την Πολιτεία στην Εκκλησία, καταλαμβάνεται.

Αποτιμώντας τα πρόσφατα γεγονότα, ο κ. Θεοδωρόπουλος γράφει πως «η κυρία Αναγνωστοπούλου, ως καθηγήτρια του Παντείου, έχει άποψη για το ελληνικό σχολείο. Δυστυχώς άποψη είχε και ο κυριος Μπαλτάς. Δεν ξέρω αν έχει άποψη και ο κύριος Φίλης. Εκείνο που ξέρω είναι ότι η εκπαίδευση, κυρίως η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια, θα πρέπει να απελευθερωθεί από τις ιδεολογικές εμμονές των προοδευτικών δογμάτων». Οι δηλώσεις του υπουργού Νίκου Φίλη σύμφωνα με τις οποίες «το υπουργείο δεν θα προβεί σε μονομερείς ενέργειες» εγείρουν απορίες από τη στιγμή που η συγκεκριμένη κυβέρνηση είχε δημιουργήσει άλλες προσδοκίες προεκλογικά κάνοντας λόγο για το διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας. Ο κύριος Χριστόπουλος δηλώνει πως δεν είχε τέτοιου είδους προσδοκίες: «Πείτε με κυνικό, αλλά αυτό το είχα καταπιεί προ πολλού. Τώρα, ότι φτάσαμε μια κυβέρνηση της Αριστεράς να μην μπορεί να επαναφέρει το καθεστώς της Μαριέττας Γιαννάκου – θυμίζω πως επί υπουργίας της δόθηκε η δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα χωρίς δημόσια εξομολόγηση – είναι επώδυνο. Η Εκκλησία βλέπει ότι το μέτωπο μετατοπίστηκε υπέρ της κι εύλογα, απ’την πλευρά της, σκέφτεται “αφού δεν δείχνουν ικανοί ούτε το προηγούμενο να επαναφέρουν, ας στυλώσουμε τα πόδια μας – πάλι κερδισμένοι θα βγούμε” . Ο “μετριοπαθής” Ιερώνυμος με τις πρόσφατες δηλώσεις του, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τον “φανατικό” Χριστόδουλο. Έτσι γίνεται πάντα, στις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας στην Ελλάδα. Όσος χώρος δίνεται από την Πολιτεία στην Εκκλησία, καταλαμβάνεται. Με τον τρόπο αυτόν, η κυβέρνηση μη θέλοντας να ανοίξει μέτωπο με την Εκκλησία αξιολογεί πως δεν είναι προτεραιότητα να αγγιχθεί οτιδήποτε θα μπορούσε να δημιουργήσει έστω και τις παραμικρές δονήσεις. Επιβιώνει, έτσι, μια μείζονα παραβίαση δικαιωμάτων επειδή “τώρα δεν είναι καιρός”. Αλλά, αν το πάμε έτσι, ποτέ δεν θα είναι καιρός. Πάντα κάποιες αντιδράσεις θα ξεσηκώνονται και φυσικά πάντα άλλες προτεραιότητες θα υπάρχουν. Όμως, πολιτική δράση χωρίς αντιδράσεις δε νοείται και φυσικά οι άλλες προτεραιότητες που όντως υπάρχουν, δεν είναι συμψηφίσιμες με αυτήν. Τίποτε δεν εμποδίζει την όποια κυβέρνηση και να στελεχώσει τα σχολεία έγκαιρα και συνάμα να καταργήσει την εκάστοτε εγκύκλιο Λοβέρδου. Αλλά, τελικά αυτό που συμβαίνει, τόσα χρόνια στην Ελλάδα, είναι πως όταν κάποιος λέει ότι “δεν είναι καιρός γι’αυτό διότι επείγουν άλλα”, μάλλον δεν βρίσκει χρόνο για τίποτε».

Αίθουσα δημοτικού σχολείου, Ελλάδα, 2015 (φωτό: Παναγιώτης Τζάμαρος/ FOSPHOTOS)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στο άρθρο 26 παράγραφος 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θωρακίζεται πως «η εκπαίδευση πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και στην ενίσχυση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιακών ελευθεριών. Πρέπει να προάγει την κατανόηση, την ανεκτικότητα και τη φιλία ανάμεσα σε όλα τα έθνη και σε όλες τις φυλές και τις θρησκευτικές ομάδες, και να ευνοεί την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης». Καλό επίσης θα ήταν να μην ξεχνάμε πως υπήρξε εποχή που το να είσαι ζερβοχέρης στην ελληνική επαρχία οδηγούσε σε αντιπαιδαγωγικές μεθόδους δεσίματος του χεριού που θεωρούνταν «του διαβόλου». Εν έτει 2015 στη δημόσια συζήτηση πρωταγωνιστεί το θέμα του κατά πόσο είμαστε όμηροι ενός φονταμενταλισμού ή αν ξαφνικά κάνουμε βεβιασμένα άλματα νεωτερισμού. Ενδεχομένως, ζητήματα όπως η διδασκαλία ενός σχολικού μαθήματος δεν θα έπρεπε να ωχριούν στην ημερήσια διάταξη μιας ολομέλειας που -παρότι έχει να διαχειριστεί μνημονιακά προαπαιτούμενα- οφείλει να κατανοήσει πως η διάπλαση των αυριανών πολιτών μέσω της εκπαίδευσης αξίζει μεγαλύτερης προσοχής από αυτή που έχει λάβει μέχρι σήμερα.

Ζωή Παρασίδη

Η Ζωή Παρασίδη γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1990 στην Αθήνα. Σπούδασε στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και από το 2009 εργάζεται ως δημοσιογράφος.