Categories: ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ολυμπιακοί Αγώνες: Ο πρωταθλητισμός μέσα από τη ματιά ενός αθλητικού ψυχολόγου

Η φετινή Ολυμπιάδα κουβαλάει στους ώμους της τα αποκαΐδια της πανδημίας, τις πρακτικές και τις ψυχολογικές επιπτώσεις της. Οι αθλητές, οι οποίοι προετοιμάζονταν σωματικά και πνευματικά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Τόκιο το 2020, αναγκάστηκαν να πατήσουν ένα “pause” μέχρι οι συνθήκες να επιτρέψουν τη διεξαγωγή των αγώνων. Φτάνοντας στο 2021, μας προσφέρουν καθηλωτικές στιγμές και επιδόσεις επί της οθόνης, έστω και υπό την απουσία κοινού.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες του Τόκιο έχουν μια ιδιαίτερη πρωτιά. Η ευγενής άμιλλα και η αλληλεγγύη ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μας, με πρωταθλήτριες και πρωταθλητές ανά τον κόσμο να καταφεύγουν στη δική τους δημόσια κατάθεση ψυχής, υπενθυμίζοντάς μας πως πρώτα απ’ όλα είναι άνθρωποι και ύστερα αθλητές που διεκδικούν ένα μετάλλιο σε μια παγκόσμια διοργάνωση. Μέσα στις ακανθώδεις συνθήκες που διαμορφώθηκαν και τις αναβολές που συνόδευσαν την προετοιμασία των αθλητών και των αθλητριών, ο αθλητισμός μοιάζει να επιστρέφει στις «ρίζες» του. Η ψυχική υγεία και η ανθεκτικότητα των αθλητών, τίθεται με πυγμή στο προσκήνιο, χάρη στη δική τους απόφαση να σπάσουν το στίγμα και να μιλήσουν ανοιχτά για την πίεση που βιώνουν.

«Η έντονη αγάπη και υποστήριξη που έλαβα με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι είμαι κάτι περισσότερο από τα επιτεύγματά μου και τη γυμναστική, κάτι που δεν πίστευα ποτέ μέχρι τώρα». Η σπουδαία πρωταθλήτρια της ενόργανης γυμναστικής, Σιμόν Μπάιλς, πήρε την απόφαση να αποχωρήσει από τον τελικό του ομαδικού στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, μιλώντας για τη ψυχική της υγεία την οποία αποφάσισε να σεβαστεί, αποκρούοντας μια σκοτεινή αφήγηση στη γυμναστική κατά την οποία ένας αθλητής «θυσιάζεται» για χάρη του αθλήματος, της νίκης, των brands και των χορηγών του. Το χρυσό κορίτσι της ενόργανης γυμναστικής, μιλώντας για τη ψυχολογική πίεση που βιώνει και την κατάθλιψη με την οποία είχε έρθει αντιμέτωπη στο παρελθόν, έδωσε ένα ηχηρό μήνυμα λέγοντας πως «δεν είμαστε απλά προϊόντα ψυχαγωγίας, είμαστε άνθρωποι».

Όπως εξομολογήθηκε φέτος στο Τόκιο η Αμερικανίδα σφαιροβόλος, Ρέιβεν Σόντερς, έπειτα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Ρίο το 2018, βίωσε μία περίοδο έντονων αυτοκτονικών ιδεασμών, ενώ αντιμετωπίζει κατάθλιψη, άγχος και PTSD: «Ήμουν νέα, μαύρη και ομοφυλόφιλη. Υπάρχουν πολλά στίγματα γύρω από αυτό και σκέφτηκα ότι δεν πρόκειται να βρω διέξοδο. Ο στίβος μου αποσπούσε την προσοχή, αλλά τα προβλήματα εξακολουθούσαν να υφίστανται. Μια μέρα ενώ οδηγούσα πέρασε από το μυαλό μου. Νομίζω ότι ήμουν 15 λεπτά μακριά από την αυτοκτονία». Σήμερα, στέκεται υπερήφανη και ελεύθερη στο βάθρο, απολαμβάνοντας το ασημένιο της μετάλλιο, μα πάνω απ’ όλα καταφέρνοντας να κάνει healing με τον εαυτό της. Ακόμη κι αν το “X” που σχημάτισε με τα χέρια της – αντιπροσωπεύοντας τη διασταύρωση του τόπου όπου συναντώνται όλοι οι καταπιεσμένοι – την φέρνει αντιμέτωπη με κυρώσεις για παραβίαση της πολιτικής ουδετερότητας της διοργάνωσης, η Ρέιβεν είναι ελεύθερη.

Ο «γίγαντας» της άρσης βαρών, Θοδωρής Ιακωβίδης, με δάκρυα στα μάτια μίλησε για την πίεση που αισθάνεται εξαιτίας της απουσίας στήριξης από την πολιτεία και της δυσκολίας του να ανταποκριθεί οικονομικά σε όσα απαιτεί η συμμετοχή σε μία διοργάνωση. «Δυστυχώς δεν μπορώ να αποδώσω στο 100% και να έχω το κεφάλι μου ήσυχο για να κάνω προπόνηση και να μπορώ να αποδίδω αυτά που αρμόζει να αποδίδω σε αυτή τη σημαία που φοράω. Συγγνώμη αν για κάποιους το βάζω στα πόδια, αλλά έχω κουραστεί πάρα πολύ και δεν αντέχω άλλο αυτήν την κατάσταση. Είναι πολύ λυπηρό να ντρέπεσαι να πας στον φυσιοθεραπευτή γιατί δεν σου παίρνει λεφτά γνωρίζοντας την κατάσταση σου. Και εγώ δεν το αντέχω. Θέλω να ηρεμήσω».

Με αφορμή τις γεμάτες θάρρος εξομολογήσεις των αθλητριών και αθλητών της Ολυμπιάδας του Τόκιο, ο Αθλητικός Ψυχολόγος, Βαγγέλης Βερτόπουλος, αναλύει τις συνιστώσες του κλάδου της αθλητικής ψυχολογίας, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους ένας αθλητής και μία αθλήτρια, μπορούν να φτάσουν σε σημείο ψυχολογικής κατάρρευσης:

«Ο αθλητικός ψυχολόγος, είναι ένας προπονητής του μυαλού. Ένας προπονητής στην ομάδα του αθλητή, που ασχολείται με το μυαλό και τη ψυχή του. Όπως ο αθλητής έχει τον προπονητή που τον διδάσκει και τον προπονεί στα τεχνικά κομμάτια, τον γυμναστή που τον βοηθάει στο κομμάτι της φυσικής κατάστασης ή τον διατροφολόγο του, έτσι μπορεί να έχει και τον αθλητικό ψυχολόγο». 

Η αθλητική ψυχολογία έχει εφαρμογές τόσο στον τομέα της πρόληψης και της προσωπικής ανάπτυξης, όσο και στο κομμάτι της αντιμετώπισης ποικίλων δυσκολιών. Η μέριμνα για τη ψυχική υγεία του αθλητή, είναι ένα μέρος της δουλειάς. Ο ψυχολόγος ασχολείται ακόμη με την εκγύμναση των νοητικών του δεξιοτήτων, ώστε τόσο η προπόνηση ενός αθλητή, όσο και η συμμετοχή του σε έναν αγώνα, να γίνουν όσο το δυνατόν πιο αποδοτικές. Μέριμνα της αθλητικής ψυχολογίας, είναι τους αθλητές που μπορεί να έχασαν τη συγκέντρωσή τους και δεν κατάφερναν να έχουν την απόδοση που ήθελαν, που μπορεί να απογοητεύτηκαν και να φλερτάρουν με το να εγκαταλείψουν, που μπορεί να αποχώρησαν επειδή δυσκολεύτηκαν λόγω πίεσης, να τους βοηθήσει να αναπτύξουν ψυχολογική ανθεκτικότητα ώστε να αποδώσουν τη στιγμή που είναι για εκείνους σημαντική να αποδώσουν και να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα όσα τους συμβαίνουν.

Η πραγματική ουσία του αθλητισμού, αναδύεται μέσα από τις φετινές δηλώσεις αρκετών αθλητών, δείχνοντάς μας παράλληλα τον τρόπο να είμαστε περισσότερο φίλαθλοι και όχι οπαδοί, να εκτιμάμε την προσπάθεια.

«Ο περισσότερος κόσμος νομίζει πως η ψυχολογία στον αθλητισμό, επικεντρώνεται στο άγχος. Υπάρχει μία ευρεία θεματολογία την οποία δουλεύουμε με τους αθλητές. Ένας αθλητικός ψυχολόγος μπορεί να συνεργαστεί με όλους τους εμπλεκόμενους του αθλητισμού: με τους προπονητές, τους μάνατζερ, τις διοικήσεις. Υπάρχει ένα κομμάτι που αφορά τους συναισθηματικούς παράγοντες και τη συναισθηματική αναστάτωση, η οποία όμως δεν σχετίζεται μονάχα με το άγχος. Ένας αθλητής μπορεί να βιώσει το αίσθημα της κατάθλιψης, την απογοήτευση, τον θυμό, τον φθόνο, τις ενοχές, τη ντροπή. Στόχος μας είναι να βοηθήσουμε τον αθλητή να εξασφαλίσει συναισθηματική σταθερότητα και ισορροπία, να ελέγχει το πώς νιώθει».

Ένας αθλητικός ψυχολόγος, όπως μου εξηγεί ο Βαγγέλης Βερτόπουλος, αναλαμβάνει ακόμη να βοηθήσει τους αθλητές να ενδυναμώσουν την εστίαση και τη συγκέντρωσή τους στον αγώνα και όχι σε εξωτερικούς παράγοντες (όπως για παράδειγμα σε κάτι που θα ακουστεί από μία κερκίδα). Θεμελιώδης σκοπός ενός ψυχολόγου, είναι να ωθήσει τους αθλητές να φτάσουν σε αυτό που αποκαλούμε «ζώνη βέλτιστης απόδοσης», σε μία κατάσταση λειτουργίας που να τους εξασφαλίζει τη βέλτιστη εστίαση, το να είναι 100% εστιασμένοι σε αυτό που κάνουν εκείνη τη στιγμή.

«Λόγω συναισθηματικής αναστάτωσης, όπως συνέβη στην περίπτωση της Σιμόν Μπάιλς, η προσοχή ενός αθλητή συχνά αποσπάται. Τη στιγμή που πηγαίνει να εκτελέσει την προσπάθεια, το μυαλό αποπροσανατολίζεται, η συγκέντρωση χάνεται. Στις αγωνιστικές συνθήκες, ένας αθλητής μπορεί να βιώσει κάποια συναισθηματική φόρτιση λόγω ποικίλων συνθηκών που αφορούν την προσωπική του ζωή, λόγω του άγχους που έχει καθώς σκέφτεται ότι πρέπει να πετύχει ένα αποτέλεσμα κλπ. Στον πρωταθλητισμό, ένας αθλητής ή μια αθλήτρια μπορεί ακόμη να αντιμετωπίζεται από τις διοικήσεις και τους χορηγούς ως κάποιος/α που οφείλει να τους φέρει το αποτέλεσμα, διότι αυτό τους εξυπηρετεί σε συγκεκριμένους τομείς. Ένας αθλητής μπορεί ακόμη να πιέζεται διότι υπάρχει πλήρης αδιαφορία για την πορεία του. Πολλές φορές, μία ομοσπονδία δύναται να μην έχει δει ακόμη αρκετά πράγματα από έναν αθλητή, αλλά ακόμη και να έχει δει, μπορεί να μην πιστεύει σε εκείνον, με αποτέλεσμα ο αθλητής να αισθάνεται παραγκωνισμένος και να σκέφτεται πως όταν τα καταφέρει, το ενδιαφέρον τους θα στραφεί πάνω του, όταν όμως δεν τα καταφέρει, θα τον αγνοήσουν».

«Σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο, όπως σε μία Ολυμπιακή αποστολή, οι περισσότεροι αγωνιζόμενοι παρακολουθούνται από ψυχολόγο. Συχνά ωστόσο, αθλητές έρχονται σε εμάς, χωρίς να το γνωρίζει κάποιος. Ειδικότερα σε αμιγώς επαγγελματικό επίπεδο, όπως στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ, τις περισσότερες φορές η ομάδα δεν γνωρίζει ότι ένας αθλητής έρχεται σε εμάς. Αυτό συμβαίνει καθώς στον επαγγελματικό αθλητισμό, οι ομάδες δεν θέλουν να διαρρέουν πράγματα που συμβαίνουν στο κλειστό τους περιβάλλον. Σε πολλές περιπτώσεις φυσικά, όταν είναι και οι προπονητές ενήμεροι και έχουμε την τύχη να συνεργαζόμαστε μαζί τους, είναι πολύτιμη η συμβολή τους».

Ο τομέας της αθλητικής ψυχολογίας δεν είναι τόσο διαδεδομένος στην Ελλάδα, όπως μου αναφέρει ο Βαγγέλης Βερτόπουλος. «Εννέα στις δέκα φορές, μετά από έναν αγώνα ακούμε από τους ίδιους τους αθλητές ή τους προπονητές δηλώσεις που σχετίζονται με την πίεση που δέχτηκε ένας/μία αγωνιζόμενος/η και η οποία τον/την επηρέασε στην απόδοσή του/της. Οι παράγοντες που καθορίζουν το πώς θα πάει ένας αθλητής σε έναν αγώνα, είναι πράγματι τις περισσότερες φορές ψυχολογικοί. Ωστόσο, ενώ τείνουμε να γνωρίζουμε τη σημασία του ψυχολογικού παράγοντα, δεν παρακινούμε τους αθλητές να κάνουν προπόνηση σε αυτόν τον παράγοντα. Δεν προπονείται το μυαλό, η ψυχολογία του αθλητή και οι δεξιότητες που χρειάζεται να αναπτυχθούν ώστε να φέρει τον εαυτό του στην κατάσταση της βέλτιστης απόδοσης».

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που αποθαρρύνει μία αθλήτρια ή έναν αθλητή να προσεγγίσει έναν/μία ψυχολόγο, είναι ο οικονομικός. Ο αθλητής καλείται να πληρώσει την ομάδα του, τους γυμναστές, τους προπονητές, με αποτέλεσμα η παρακολούθηση από ψυχολόγο να αποτελεί ένα επιπλέον προσωπικό κόστος. Ωστόσο, όσο πιο συνειδητοποιημένος είναι ο αθλητής για τους στόχους του, τόσο περισσότερο κατανοεί πως και η ψυχολογική υποστήριξη αποτελεί μία προτεραιότητα.

«Είναι υπέροχο να βλέπουμε σε αυτούς τους Ολυμπιακούς Αγώνες, να ανοίγουν τη ψυχή τους και να εκφράζονται πιο ελεύθερα για τη ψυχική και συναισθηματική τους κατάσταση οι αθλητές. Μέσα σε όλη την “τελειότητα” και την ευτυχία που μας προβάλλουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έρχεται ένας τόσο όμορφος τομέας ανθρώπινης δραστηριότητας που σχετίζεται με τον άθλο – με το ότι μοχθώ για να πετύχω κάποιους στόχους – και φτάνει ένα βήμα πιο κοντά στο να επιτελεί τον πραγματικό του ρόλο. Οι αθλητές ανοίγονται περισσότερο, κάτι το οποίο σχετίζεται και με την περίοδο που έχουμε διανύσει τον τελευταίο ενάμιση χρόνο εξαιτίας της πανδημίας. Οι αθλητές πιέστηκαν πολύ, ματαιώθηκαν οι στόχοι και τα όνειρά τους. Υπάρχουν άτομα που ήταν έτοιμα να πιάσουν την πρόκριση για την Ολυμπιάδα και για διάφορους λόγους, όταν τελικά συνέβη η πρόκριση μπορεί να μην κατάφεραν ένα χρόνο μετά να συμμετάσχουν. Φυσικά, ο πρωταθλητισμός διαθέτει και τις σκοτεινές πτυχές του όπως είδαμε για παράδειγμα να συμβαίνει με τις καταγγελίες κακοποίησης, με το ντόπινγκ, τη χρήση ουσιών». 

Οι δηλώσεις του Θοδωρή Ιακωβίδη, όπως μου μοιράζεται ο Βαγγέλης, ενέχουν για εκείνον πολλή δύναμη, καθώς μας υπενθυμίζουν πως όταν βλέπουμε και χειροκροτάμε τους αθλητές, αυτό που επιβραβεύουμε δεν πρέπει να είναι μονάχα το ότι κάποιος βγήκε πρώτος, δεύτερος ή τελευταίος σε έναν αγώνα, αλλά το ότι αυτός ο άνθρωπος έχει παλέψει με το σώμα του. Ο αθλητισμός είναι ένας τομέας με μεγάλη αβεβαιότητα. Για έναν τραυματισμό ή για μία στιγμή που θα χάσει τη συγκέντρωσή του, ένας αθλητής μπορεί να μην κατακτήσει ορισμένους πολύ σημαντικούς στόχους. Η πραγματική ουσία του αθλητισμού, αναδύεται μέσα από τις φετινές δηλώσεις αρκετών αθλητών, δείχνοντάς μας παράλληλα τον τρόπο να είμαστε περισσότερο φίλαθλοι και όχι οπαδοί, να εκτιμάμε την προσπάθεια. 

«Ο αθλητής που μπορεί να έρχεται τελευταίος ή να χάνει με μεγάλη διαφορά, έχω πλέον κατανοήσει ότι είναι πολύ πιθανό να έχει καταβάλλει έναν πολύ μεγαλύτερο άθλο από τον πρώτο. Γιατί μπορεί εκείνη τη στιγμή να κουβαλάει στους ώμους του και μια απογοήτευση, μια πίεση. Τα τελευταία χρόνια μου γεννάται μια επιθυμία να σφίξω το χέρι σε αυτούς τους ανθρώπους, διότι θαυμάζω πάρα πολύ τον άθλο που κάνει ο αθλητής ο οποίος μπορεί να μην έπιασε τον στόχο του. Στη συγκεκριμένη μάλιστα Ολυμπιάδα, οι αθλητές κλήθηκαν σε μία τόσο μεγάλη διοργάνωση, να λειτουργήσουν και να αποδώσουν εν τη απουσία του κοινού. Για τους πιο εσωστρεφείς αθλητές, αυτό μπορεί να τους διευκόλυνε να παραμείνουν συγκεντρωμένοι στην προσπάθειά τους, ωστόσο οι πιο εξωστρεφείς που έχουν μάθει να λαμβάνουν την ενέργεια του κόσμου, μπορεί να δυσκολεύτηκαν».

Λουίζα Σολομών-Πάντα