Categories: ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Είμαι πρόσφυγας. Κανείς δεν μπορεί να πει την ιστορία μου καλύτερα από μένα.

Η πρωτοβουλία ανήκει στο Ελληνικό Ινστιτούτο Προώθησης του Ντοκιμαντέρ StoryDoc, και η ιδέα είναι απλή, όσο και πολύτιμη. Κανείς δεν μπορεί να πει την ιστορία μου καλύτερα από μένα. Η ανάγκη να ειπωθεί μία ιστορία από τους ίδιους τους ανθρώπους που τη ζουν, και όχι από αυτούς που τους κάνουν μιντιακό θέμα, ήταν που έκανε το πρόγραμμα Home New Home να δημιουργηθεί και να φτάσει τώρα, φθινόπωρο του 2017, να έχει παράξει πάνω από 40 ταινίες για τη ζωή προσφύγων και ντόπιων σε πέντε χώρες: την Ελλάδα, την Τουρκία, το Λίβανο, την Ιορδανία και την Παλαιστίνη.


O Κώστας Σπυρόπουλος, ιδρυτής του StoryDoc, ανήκει στους ανθρώπους που κρύβονται πίσω από την ιδέα αυτή. Στη συζήτησή μας, μου εξηγεί πώς προέκυψε, αλλά και γιατί έχει σημασία. «Η ιδέα γεννήθηκε από την παρατήρηση της κατάστασης που επικρατεί στα media, τα ελληνικά και τα διεθνή, σχετικά με το προσφυγικό. Υπήρχε δηλαδή διαρκώς μία επαναλμβανόμενη ιστορία “Διέφυγα, διέσχισα, με βάρκα, με δουλεμπόρους, με διακινητές, και έφτασα”, όπου από αυτό βλέπαμε πως λείπει η φωνή των προσφύγων. Γεννήθηκε επίσης από τη διαπίστωση ότι η διαμάχη για το προσφυγικό, και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, παραγνωρίζει, ηθελημένα ή όχι, πραγματικότητες τόσο στις χώρες υποδοχής όσο και στον τόπο των προσφύγων. Αυτές οι δυο διαπιστώσεις ήρθαν να προστεθούν στην επιθυμία μας να δώσουμε φωνή σε αυτούς τους ανθρώπους. Διαλέξαμε όμως την τέχνη και τη μύησή τους στον κινηματογράφο, με εντατικά εργαστήρια, διότι ως μέρος της κοινωνίας των πολιτών, πιστεύουμε πως δεν αρκεί κάποιον απλώς να τον φιλοξενήσεις, παρόλο που αυτό είναι πολύ σημαντικό, δηλαδή να του εξασφαλίζεις στέγη και τροφή. Υπάρχουν και οι υπόλοιπες δώδεκα ώρες της ημέρας, όπου αυτοί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να αξιοποιήσουν το χρόνο τους δημιουργικά. Και μάλιστα με έναν τρόπο διπλό: αφενός να τους βοηθήσεις να δημιουργήσουν ένα πολιτιστικό έργο, και αφετέρου να βρουν έναν τρόπο επικοινωνίας με τον ντόπιο πληθυσμό, ώστε η συνύπαρξη να γινει με δημιουργικό τρόπο. Έτσι, βασιζόμενοι σε αυτά τα σημεία ξεκινήσαμε την εν λόγω πρωτοβουλία, αξιοποιώντας την εμπειρία του Storydoc σε σεμινάρια βιωματικής εκπαίδευσης με στόχο την παραγωγή ντοκιμαντέρ». Το στοιχείο που διαφοροποίησε αυτά τα σεμινάρια από τα υπόλοιπα του είδους τους είναι πως, όχι μόνο προέτρεψε τους συμμετέχοντες να δημιουργήσουν ταινίες, αλλά και τους οδήγησε μέχρι εκεί. «Πρόκειται για ένα πρόγραμμα βιωματικής εκπαιδεύσης. Ο σκοπός μας δεν είναι να βγάλουμε κινηματογραφιστές. Φυσικά ορισμένοι που καλλιεργούν δεξιότητες μπορεί να συνεχίσουν έτσι. Ο σκοπός μας τόσο για τους μόνιμους κατοίκους της κάθε χώρας, όσο και για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, ήταν να ζήσουν τη χαρά της δημιουργίας ενός έργου πολιτισμού, και να μοιραστούν το έργο αυτό με όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό. Δεν είναι ένα πρόγραμμα που σκοπεύει απλώς να μάθει σε κάποιον πώς να κάνει κάτι. Είναι ένα πρόγραμμα που λέει “Μάθε πώς και κάντο”».

Το StoryDoc είναι ένας φορέας του οποίου το πάθος για ντοκιμαντέρ πάει χρόνια πίσω, και δεν είναι η πρώτη φορά που επιδιώκει μέσα από τα προγράμματά του να ευαισθητοποιήσει, να φέρει κοινωνικά ζητήματα στην επιφάνεια, και να δείξει την δύναμη της γλώσσας του ντοκιμαντέρ. «Το Story Doc αφενός το 2013-14 έκανε ένα πρόγραμμα στην Ελλάδα, τη Μάλτα, το Μαρόκο, την Αλγερία και την Παλαιστίνη. Τότε, πριν ακόμα διαμορφωθούν οι μεγάλες προσφυγικές ροές, ο στόχος μας ήταν να δώσουμε ένα βημα με σκοπό να γνωρίσουμε τον άλλο – το πρόγραμμα είχε τίτλο “The Life of the other”. Παράλληλα στην Ελλάδα από το 2008 έχουμε μία περίπου δεκαετή εμπερία σεμιναρίων ντοκιμαντέρ, αλλά πιο πρόσφατα και παραγωγής ντοκιμαντέρ. Η πρώτη μας εμπειρία ήταν το 2011-12, όταν εκπαιδευσαμε Έλληνες και Γερμανούς εφήβους, για να γνωρίσουν μέσα από τη γλώσσα του ντοκιμαντέρ, οι Γερμανοί την πραγματικότητα της Ελλάδας, και οι Έλληνες της Γερμανίας. Τέλος, σε συνεργασία με το Δήμο Λέσβου, εδώ και πέντε χρόνια κάνουμε το πρόγραμμα “Φτιάξε τη δική σου ταινία”, που έχει ως τώρα παράξει πάνω από 50 ταινίες, ενώ το ίδιο πρόγραμμα κάνουμε και στην Αρκαδία».

Το πρόγραμμα Home New Home θυμίζει ανθρωπολογικού χαρακτήρα πειράματα κινηματογραφιστών, που επιχειρούσαν, αντί να φτιάξουν απλώς ταινίες για τις κοινότητες του ενδιαφέροντός τους, να δώσουν σε αυτές τις κάμερες και, μαθαίνοντάς τους πώς χρησιμοποιούνται, να τις αφήσουν να πάρουν τη θέση του κινηματογραφιστή. Για τον Κώστα Σπυρόπουλο, σε τέτοιες απόπειρες σαν τη δική του, αυτό που αλλάζει είναι η οπτική γωνία, η σημασία της οποίας είναι τεράστια. «Αλλάζει το αποτέλεσμα. Αν στην κάθε ιστορία υπάρχει μία αλήθεια, και είτε ο επαγγελματίας καλλιτέχνης είτε ο πρόσφυγας την κινηματογραφεί θα έβγαινε το ίδιο αποτέλεσμα, η οπτική γωνία έχει τεράστια σημασία. Αυτό που κυρίως αλλάζει είναι από θέμα και αντικείμενο, οι πρόσφυγες και οι μεταναστές γίνονται αφηγητές. Αυτή η διαφορά είναι κολοσσιαία». Ίσως αυτή η διαφορά, αλλά και το γεγονός ότι το πρόγραμμα δεν είχε κάποιο κόστος συμμετοχής, καθιστώντας το προσβάσιμο σε ανθρώπους οποιασδήποτε οικονομικής κατάστασης, ήταν που εξασφάλισε την μεγάλη του επιτυχία, και τον ενθουσιασμό που συνάντησαν οι διοργανωτές στην ανταπόκριση του κοινού. «Η μεγάλη ανταπόκριση μας οδηγεί στο να σχεδιάσουμε ακόμα ένα τέτοιο πρόγραμμα, όπου θα προσθέσουμε στοιχεία που αφορούν το πολιτιστικό απόθεμα των ανθρώπων που έχουν διαφύγει από τον πόλεμο, την κακοποίηση και την πείνα, αλλά και το πολιτιστικό απόθεμα των ντόπιων που τους υποδέχονται. Στην Αθήνα και τη Λέσβο, και επιδιώκουμε με τους συνεργάτες μας στις 4 χώρες να ενταχθούμε σε κάποιο διεθνές πρόγραμμα, ώστε να βρούμε τους πόρους για να μπορέσουμε να κινητοποιήσουμε εκπαιδευτές, να βρούμε εξοπλισμό…».

Η εμπειρία συμμετοχής στο πρόγραμμα ήταν, όπως φάνηκε, μοναδική, τόσο για τους εκπαιδευτές όσο και για τους εκπαιδευόμενους. Ο Ηλίας Γιαννακάκης είναι σκηνοθέτης, παραγωγός και σεναριογράφος σε ντοκιμαντέρ και ταινίες μυθοπλασίας, με πολυετή εμπειρία στο χώρο του κινηματογράφου και ιδιαίτερα του ντοκιμαντέρ, όμως ήταν η πρώτη φορά που κλήθηκε να διδάξει κάπου. Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, αυτό που τον παρακίνησε να συμμετάσχει ήταν η σχέση του με τον Κώστα Σπυρόπουλο. «Τον εμπιστεύομαι και θεωρώ ότι, αν και δεν είναι σκηνοθέτης ο ίδιος, είναι από τους ελάχιστους στην Ελλάδα που γνωρίζουν τόσο καλά το ντοκιμαντέρ». Για εκείνον, το πρόγραμμα αυτό είχε πολλές σημαντικές στιγμές. «Η πιο αξιοσημείωτη στιγμή δεν ήταν μια», μου είπε, «αλλά κάθε φορά που έβλεπα έστω και μια μικρή μετατόπιση, μια ελάχιστη ουσιαστική πρόοδο, όταν ένας ή μια από τους συμμετέχοντες, που ήταν ερασιτέχνες, κατάφερναν να πραγματοποιήσουν ένα βήμα παραπέρα, ώστε να κατορθώσουν να ολοκληρώσουν με επιτυχία την ταινία τους». Η δική του προσέγγιση στη διδασκαλία δεν περιορίστηκε στα βασικά του ντοκιμαντέρ, που ήταν αυτό δίδασκαν τόσο εκείνος όσο και οι υπόλοιποι εισηγητές. «Πέρα από τα τεχνικά ή αισθητικά ζητήματα, προσωπικά με ενδιέφερε να ανιχνεύσουμε και τα όρια. Ή αλλιώς, την αγωγή που οφείλει να διαθέτει ένας ντοκιμαντερίστας».

Διδάσκων στο εργαστήριο ήταν και ο Βασίλης Λουλές, σκηνοθέτης, που πραγματοποιεί συχνά ανάλογα σεμινάρια. Ο λόγος που συμμετείχε στο Home New Home δεν ήταν μόνο η ήδη υπάρχουσα συνεργασία του με το Storydoc, αλλά και το γεγονός πως το θέμα του προσφυγικού είναι ένα που τον ενδιαφέρει και τον αγγίζει προσωπικά. «Κάποιοι άνθρωποι που είναι ερασιτέχνες, Έλληνες ή πρόσφυγες και μετανάστες, μπήκαν στη θέση να κάνουν ταινίες για το προσφυγικό, και ήταν ταινίες που δεν αφορούσαν απλά την επικαιρότητα. Η επικαιρότητα μας τραβάει και μας παρασύρει όλους, το δύσκολο είναι να την υπερβείς και να κάνεις κάτι διαχρονικό – αυτό κατάφεραν να κάνουν πολλοί από τους συμμετέχοντες στο πρόγραμμα». Η ιδιαιτερότητα αυτού του προγράμματος, σε αντίθεση με άλλα σεμινάρια του είδους, είναι πως δεν ήρθαν απλώς άνθρωποι για να μάθουν να κάνουν ταινίες, αλλά με σκοπό να παράξουν ταινίες για ένα πολύ συγκεκριμένο θέμα, το προσφυγικό. «Το σημαντικό ήταν ότι ήρθαν τόσοι πολλοί άνθρωποι μαζί, τόσο για να διδάξουν όσο και για να διδαχθούν, και κατάφεραν μέσα σε ένα σύντομο διάστημα, να παράξουν μερικές πολύ καλές ταινίες. Υπήρχαν ταινίες που μου άρεσαν πολύ, άλλες που το θέμα τους μου άρεσε αλλά τελικά δεν κατάφεραν να φτάσουν να το αναδείξουν σωστά, και πολλές ταινίες που υπερέβησαν τις προσδοκίες μου, ήταν πολύ πολύ καλές». 

Καρέ από την ταινία “Painting…” της Ιωάννας Νεοφύτου και του Δημήτρη Σταμάτη

Η εμπειρία ήταν εξίσου σημαντική και για τους συμμετέχοντες του εργαστηρίου. Η Ιωάννα Νεοφύτου και ο Δημήτρης Σταμάτης δημιούργησαν την ταινία «Painting…», ένα ντοκιμαντέρ στο στρατόπεδο του Σκαραμαγκά, « όπου καταγράψαμε την ζωγραφική μαρτυρία των παιδιών προσφύγων ηλικίας 10-13 ετών από το Αφγανιστάν», μου εξηγεί η Ιωάννα. «Το ντοκιμαντέρ στηρίχτηκε σε ένα βιωματικό εργαστήρι ζωγραφικής δημιουργίας που πραγματοποιήσαμε στις εγκαταστάσεις του Hope School στο Σκαραμαγκά, σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης. Η πιο αξιομνημόνευτη στιγμή καθόλη την διάρκεια της δημιουργικής πορείας του ντοκιμαντέρ ήταν η περίοδος των γυρισμάτων που κράτησε όσο και το εργαστήρι. Τα παιδιά ήταν γεμάτα ζωή και ενέργεια, γεμάτα αισιοδοξία και ελπίδα για το μέλλον παρά τις δυσκολίες που περάσαν και τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στο Κέντρο Φιλοξενίας του Σκαραμαγκά». Οι δυο τους έχουν δημιουργήσει ξανά ντοκιμαντέρ και δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό. «Αν μάθαμε κάτι καινούριο μέσα από αυτή την διαδικασία είναι πως αυτά τα παιδία έχουν γίνει από πολύ νωρίς φορείς της τραγικότητας της ιστορίας και πως οι λαβές που άφησε ο πόλεμος κι η ξενιτιά αλλά κι ο αποκλεισμός και ο ρατσισμός της Ευρώπης, δεν θα ξεπεραστούν εύκολα. Παρόλα αυτά η επιμονή και η ανάγκη τους για ζωή είναι πολύ πιο δυνατά κι είναι τα μόνο εφόδια που έχουν για να συνεχίσουν την δύσκολη πορεία τους. Σ’ αυτή την διαδικασία η ζωγραφική επιδίωξε να λειτουργήσει ως ντοκουμέντο των
εμπειριών τους, ευελπιστώντας πως αυτή η διαδικασία θα τους βοηθήσει να συγκροτήσουν την συλλογική μνήμη της ταυτότητας τους ως Αφγανοί εξόριστοι».

Στιγμιότυπο από την ταινία “Πόθος” της Μαρίας Ζητάκη και του Γιάννη Τσιαχρήστα.

Ο Γιάννης Τσιαχρήστας και η Μαρία Ζητάκη έκαναν το ντοκιμαντέρ «Πόθος», που κέρδισε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ μικρού μήκους στο φεστιβάλ AegeanDocs που έγινε στη Μυτιλήνη πριν λίγες μέρες- το Α’ βραβείο το μοιράστηκε με την ταινία «Άρωμα Οικογένειας», της Γεωργίας Αμπουράντυ, Βιολέτας Κυριάκου και Αιμιλίας Σκουρλά, που δημιουργήθηκε επίσης στα πλαίσια του Home New Home. Ο Γιάννης και η Μαρία μου περιγράφουν την εμπειρία της δημιουργίας αυτής: «Ο τίτλος και το τετράστιχο στην εισαγωγή της που λέει: “Όλη τη γής να ιδώ μια χώρα / πλατιά, τρανή και ευτυχισμένη / λαοί καινούργιοι, αδερφωμένοι/ να την κρατάν ειρηνοφόρα“, αποτελεί μέρος από το ποίημα “Πόθος” του παππού μου Νίκου Παπακόγκου, αγωνιστή της Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Το ντοκιμαντέρ αφηγείται την ιστορία του Αφγανού πρόσφυγα Ραχμάντ, ο οποίος εργάζεται ως μεταφραστής στο camp του Ελαιώνα. Η ταινία μέσα από την ιστορία του Ραχμάντ πραγματεύεται πτυχές της καθημερινής ζωής των προσφύγων καθώς και των προβλημάτων που αυτοί βιώνουν καθημερινά στην Ελλάδα». Στη σχετική ερώτησή μου, εξηγούν πως βρήκαν το Home New Home στο διαδίκτυο τυχαία. «Ο κύριος λόγος που μας οδήγησε στο να συμμετέχουμε ήταν η επιθυμία που είχαμε απο καιρό να ασχοληθούμε με το κοινωνικό-καλλιτεχνικό ντοκιμαντέρ», περιγράφει ο Γιάννης. «Η επιθυμία μας αυτή προέρχεται σίγουρα και από τις σπουδές που κάναμε στην Κοινωνιολογία εγώ και στην Ανωτατη Σχολή Καλών Τεχνών η Μαρία. Ακόμα η θεματική του εργαστηρίου που είχε να κάνει με το προσφυγικό ζήτημα, ήταν κάτι που επίσης μας κέντρισε το ενδιαφέρον, αφού συμμετέχοντας θα είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ για ένα τόσο σπουδαίο ζ ήτημα όπως είναι το προσφυγικό, το οποίο δυστυχώς υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια, όσο υπάρχουν πόλεμοι πάνω στην γη. Η πιο αξιομνημόνευτη εμπειρία στο ντοκιμαντέρ αυτό, ήταν όταν μπήκαμε στον καταυλισμό προσφύγων του Ελαιώνα με δική μας πρωτοβουλία και οι πρόσφυγες μας καλοσώρισαν με χαρά και ευγένια, μας ανοιξαν στην κυριολεξια τα “σπίτια τους” (κοντέινερ) για να μας δείξουν που μένουν και μας κάλεσαν να παίξουμε με τα παιδιά τους».

Οι προβολές των ταινιών συνεχίζονται αυτήν την εβδομάδα, ενώ αναμένουμε την δεύτερη εκδοχή του προγράμματος, που θα επικεντρωθεί περισσότερο, σύμφωνα με τον Κώστα Σπυρόπουλο, στο πολιτιστικό απόθεμα προσφύγων και ντόπιων. Η επιτυχία της πρώτης προσπάθειας αυτής είναι σίγουρο πως θα οδηγήσει σε πολλές όμορφες στιγμές στο μέλλον. 

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα μπορεί να βρει κανείς στην ιστοσελίδα του. 

Μελίνα Καλφαντή