ΡΕΠΟΡΤΑΖ

“Δεσμοφοριάζουσες” στις Γυναικείες Φυλακές της Θήβας: Το σώμα ως ρωγμή

Τόπος συνάντησης το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Άνθρωποι «στοιβαγμένοι» μέσα σε καιρικά παράδοξα. Ανάμεσα σε κρύο και βροχή, ένας παράξενος ήλιος μοιάζει αποφασισμένος να μας συνοδεύσει εκτός πόλης, μακριά από την αίσθηση της πολιτισμένης μας κανονικότητας. Αυτή που εκπέμπει το ίδιο το σημείο, γυαλί, φως, άνθρωποι που πίνουν καφέ και μιλάνε για πρόβες, πρεμιέρες, deadlines. Και μετά, σιγά σιγά, ο δρόμος ανοίγει -με λίγη παραπάνω κίνηση- και (μας) τραβά προς τα έξω. Η Θήβα δεν φαντάζει τελικά τόσο μακριά. Άνθρωποι της Λυρικής, δημοσιογράφοι και τα… Καλογεράκια, χωμένοι μέσα στις θέσεις του λεωφορείου, τιτιβίζουμε, κουτσομπολεύουμε, αναρωτιόμαστε, αναμένουμε.

Παράσταση χορού δεν είναι οι Δεσμοφοριάζουσες; Τι δουλειά έχουν εδώ τα Καλογεράκια; Α, και η Νεφέλη Φασούλη; «Φίλοι είναι», μου διευκρινίζει η «ομαδάρχισσα» Μυρσίνη, «θεατές κι αυτοί της παράστασης». Τους χειροκροτώ από μέσα μου.  

Οι φυλακές της Θήβας δεν έχουν τίποτα το «σκηνικό». Δεν σε προετοιμάζουν. Είναι εκεί, ωμές, λειτουργικές, σχεδόν αδιάφορες απέναντι στην ιδέα ότι εσύ έρχεσαι για να δεις τέχνη. Και κάπου εκεί αρχίζει να μετατοπίζεται το βλέμμα. Τι σημαίνει να παρακολουθείς μια παράσταση χορού σε έναν χώρο εγκλεισμού; Ποιος βλέπει ποιον;

Μαζεύω πληροφορίες. Οι Εκπαιδευτικές & Κοινωνικές Δράσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε συνεργασία με το Ειδικό Σωφρονιστικό Κατάστημα Γυναικών Ελεώνα Θήβας και τις κρατούμενες που συμμετείχαν στο φετινό εργαστήριο χορού, παρουσιάζουν την παράσταση χορού Δεσμοφοριάζουσες. Σχεδιασμός και υλοποίηση εκπαιδευτικού προγράμματος και χορογραφία παράστασης: Κατερίνα Σπυροπούλου και Μαργαρίτα Τρίκκα. Το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας, ο πυρήνας του προγράμματος που οδηγεί στις παραστάσεις, είναι το σχολείο μέσα στη φυλακή. Κυρίως επίπεδο δημοτικού, με λίγες τάξεις γυμνασίου και ελάχιστες λυκείου. Οι περισσότερες μαθήτριες του είναι Ρομά, λόγω αναλφαβητισμού. Οι εκπαιδευτικοί πηγαίνουν εκεί συνειδητά, το επιλέγουν. Και όπως μαθαίνω από τις δύο κυρίες του σχεδιασμού κάνουν πραγματικά σπουδαία δουλειά. Ο χώρος θυμίζει κανονικό σχολείο, καθαρός, φροντισμένος, με αφίσες, υλικό, εικόνες. Φέρνουν ανθρώπους να μιλήσουν, κάνουν πειράματα, δείχνουν ταινίες, οργανώνουν δράσεις. Είναι ένας ζωντανός πυρήνας μέσα στη φυλακή.

Η παράσταση Δεσμοφοριάζουσες δεν είναι διασκευή της κωμωδίας του Αριστοφάνη «Θεσμοφοριάζουσες». Ακουμπάει πάνω της αλλά όχι με τον τρόπο που ίσως κάποιος φαντάζεται. «Κάθε χρονιά, όταν ξεκινάμε το εργαστήριο, επιλέγουμε μια θεματική ως αφετηρία» μου εξηγεί η Μαργαρίτα, «πάντα ανοιχτά, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει η διαδικασία. Φέτος ήταν το αρχαίο δράμα, γενικά τραγωδία και κωμωδία. Ο τίτλος «Δεσμοφοριάζουσες» ήταν περισσότερο ένα λογοπαίγνιο με τις κρατούμενες. Δεν είχαμε στόχο να διασκευάσουμε την κωμωδία του Αριστοφάνη. Στις περίπου είκοσι συναντήσεις δουλέψαμε κυρίως πάνω στη «χωρικότητα», πώς συγχρονίζονται τα σώματα, οι ανάσες, ακόμη και οι φωνές. Αυτό είναι μια μεγάλη διαδικασία. Παράλληλα, τους μιλήσαμε για την αρχαία τραγωδία και κωμωδία, για ιστορίες, δομές, πώς τις αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι. Ήταν και μια εκπαιδευτική διαδρομή. Σιγά σιγά, αρχίσαμε να χτίζουμε και τη δομή της παράστασης, κρατώντας με έναν παιχνιδιάρικο τρόπο, όχι αυστηρά, στοιχεία της τραγωδίας. Τον πρόλογο, την πάροδο, τον αγγελιαφόρο, τα χορικά, τον κομμό, τον επίλογο. Ταυτόχρονα, οι ίδιες οι γυναίκες μας έδιναν υλικό. Δικά τους κείμενα, κινήσεις, μοιρολόγια, τραγούδια. Μία μας έφερε μέχρι και Νίτσε, δεν μπήκε τελικά, αλλά ήταν μέρος της διαδικασίας. Όλα αυτά τα θραύσματα τα ενώσαμε σε ένα μωσαϊκό».

Σκέφτομαι την ιστορία του προγράμματος, πως «χάνεται» πίσω στο χρόνο. «Ξεκινά πάνω από μία δεκαετία πριν» μου διευκρινίζει η Κατερίνα, «όταν μια παρέα νεαρών γυναικών, περίπου 22-23 ετών τότε, μπήκε για πρώτη φορά στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού για να κάνει εβδομαδιαία μαθήματα χορού. Χωρίς θεσμική στήριξη, χωρίς μεγάλη φιλοδοξία. Μόνο με την ανάγκη για επαφή. Το πρόγραμμα σταμάτησε γύρω στο 2011. Χρόνια αργότερα, η συνεργασία με την ΕΛΣ άνοιξε έναν νέο δρόμο. Με τη μεταφορά της στο ΚΠΙΣΝ, προέκυψε η δυνατότητα για ένα πιο οργανωμένο καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Η επιλογή των φυλακών Θήβας δεν ήταν τυχαία· εκεί κρατούνται καταδικασμένες γυναίκες, γεγονός που επιτρέπει τη δημιουργία μιας πιο σταθερής ομάδας και τελικά μιας παράστασης». Τη ρωτάω αν ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί η καχυποψία και η ένταση, η δημιουργία ομάδας είναι από μόνη της μια πράξη αντίστασης; «Το να ιδρώνουν μαζί, να ακούν μουσική, να έρχονται σε επαφή, αυτό από μόνο του είναι μια τεράστια ρωγμή μέσα στη φυλακή», μου απαντά.

Η συζήτηση προχωρά στις ιδιαιτερότητες της ομάδας. «Η ομάδα είναι πάντα ετερόκλητη», λέει. «Διαφορετικές εθνικότητες, διαφορετικές ηλικίες, μητέρες με παιδιά μέσα ή έξω από τη φυλακή, γυναίκες με σοβαρά προβλήματα υγείας ή ψυχικής υγείας, γυναίκες με εμπειρίες βίας. Τα τελευταία χρόνια, λόγω της συνεργασίας με το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας, η πλειονότητα των συμμετεχουσών είναι Ρομά. Αυτό όμως δεν περιόρισε τη διαδικασία – ίσα ίσα που την άλλαξε δημιουργικά. Η ομάδα δούλεψε περισσότερο πάνω στα δικά τους πολιτισμικά στοιχεία, τραγούδια, ρυθμούς, σωματικές μνήμες. Όχι ως “παρουσίαση παράδοσης”, αλλά ως αλληλεπίδραση. Δεν είναι ούτε κάτι που επιβάλλουμε εμείς, ούτε ένα “φολκλορικό” αποτέλεσμα. Είναι μια ώσμωση».

Η αίθουσα γεμίζει από ένα παράξενο, ετερόκλητο κοινό. Άνθρωποι της Λυρικής, δημοσιογράφοι, διεθνείς καλλιτέχνες, πρόσωπα που έχεις συνηθίσει να τα βλέπεις σε φεστιβάλ, σε πρεμιέρες, σε πιο «ασφαλή» περιβάλλοντα. Και όμως, εδώ στέκονται αλλιώς. Εκτός από τα Καλογεράκια και τη Φασούλη, διακρίνω τις ηθοποιούς Αριάν Λαμπέντ και Ελένη Βεργέτη, τον σκηνοθέτη Γιώργο Λάνθιμο, τον σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου, τον σκηνογράφο Λουκά Μπάκα. Στέκονται σιωπηλά. Πιο προσεκτικά. Σαν να έχουν αφήσει κάτι απ’ έξω, μαζί με τα κινητά και τις βεβαιότητές τους.

Και μετά η παράσταση ξεκινά. Το σώμα, όταν δεν έχει τίποτα άλλο να κρατηθεί, γίνεται αφήγηση. Οι κρατούμενες, στην πλειονότητα τους Ρομά, δεν «παίζουν» απλώς,  δεν υποδύονται κάτι έξω από τις ίδιες. Μετακινούνται, συγχρονίζονται, σπάνε και ξαναχτίζουν ρυθμούς, σαν να δοκιμάζουν τα όρια ενός χώρου που, κανονικά, δεν επιτρέπει καμία απόκλιση. Υπάρχει μια ένταση που δεν είναι θεατρική, είναι υπαρξιακή. Δεν αφορά το αν η κίνηση είναι άρτια, αλλά το ότι συμβαίνει. Δεν έχει σημασία αν οι λέξεις σκορπίζονται με ερμηνευτική ένταση και αρτιότητα, αρκεί που βρίσκουν τον δρόμο τους να ειπωθούν.

Η Μαλαματή είναι η πρώτη που θα υποδεχτεί τον κόσμο της και θα ξετυλίξει τον ιστορία μέσα από λέξεις και κινήσεις. Σε αυτήν θα τρέξουν όλες οι άλλες, σαν μελίσσι, όταν θα δοθεί το σύνθημα. Η Αυγούστα, η Βαλαντία, η Μαρία, η Έλλη η Βασιλική, η Δήμητρα Λ, η Δήμητρα Μ, η Άννα, η Διονυσία, η Κωνσταντίνα, η Χρυσούλα. Θα τις σκεπάσει, μία μία, σχεδόν τελετουργικά, με δοκιμασμένα ρούχα. Και αυτές, σαν σε κουκούλι, θα μεταμορφωθούν σε πλάσματα γεμάτα φως. Το Πολυφωνικό Εργαστήρι Ροδιά, με μαέστρο την κυρία Μαρία Μαυροειδή, ντύνει αυτή τη μεταμόρφωση με ήχο. Ο Αναστάσης Χαμηλάκης στο πιάνο, τονίζει την ανάγκη να «ακουστεί» το συναίσθημα και ανακοινώνει όταν χρειάζεται τα περάσματα ανάμεσα στις ιστορίες.

Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι δεν κοιτάς μια «παράσταση». Κοιτάς μια ρωγμή. Μια μικρή, επίμονη ρωγμή μέσα σε ένα σύστημα που βασίζεται στην επανάληψη, στην έλλειψη ελέγχου, στον περιορισμό. Κι αυτή η ρωγμή έχει ρυθμό. Έχει ανάσα. Έχει βλέμματα που επιστρέφουν το βλέμμα σου χωρίς να ζητούν έγκριση. Και φυσικά έχει τραγούδι. Πληθυντικός. Τραγούδια. Το φημισμένο Ederlezi που μάθαμε στον Καιρό των Τσιγγάνων. Το Caje sukarije της Esma Redzepova. Το Samba Klarina από τους Imam Baildi. Το Ardina των Taxi Kebab . Και το λαϊκό «ο λαός τραγούδι θέλει/ θέλω να τα πω» του Στράτου Διονυσίου. Και ένα τσιγγάνικο μοιρολόι με μια δική του σοκαριστική ιστορία.

Πρωταγωνιστεί η Γεωργία. Περιμένει στην άκρη της σκηνής. Η Γεωργία δεν θα χορέψει. Θα τραγουδήσει. Το μοιρολόι που η ίδια έγραψε για την κόρη της – ένα παιδί μόλις δυόμισι ετών. Ένα τραγούδι που μιλά για τον αποχωρισμό, για μια μητέρα που βρίσκεται στη φυλακή και δεν πρόλαβε να «χορτάσει» το παιδί της. Μόνο που αυτή τη φορά, το τραγούδι δεν είναι απλώς μια αφήγηση. Είναι αποχαιρετισμός. Μία εβδομάδα πριν από το Πάσχα, το παιδί της Γεωργίας πέθανε. Η ίδια δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην κηδεία. Μέσα στο καθεστώς του πένθους, δεν συμμετείχε στην παράσταση όπως οι υπόλοιπες. Η ομάδα τη ρώτησε αν θέλει να πει το τραγούδι. Εκείνη είπε ναι. Έτσι, το τραγούδι εντάχθηκε στην παράσταση ως ένα τελετουργικό μνήμης. «Στις πρόβες κλαίγαμε όλες», μου λέει η Κατερίνα Σπυροπούλου.

Το έργο προχωρά. Τέσσερις λέξεις σε επανάληψη, γεμάτες δύναμη, γεμίζουν την αίθουσα. «Φοβάμαι, θυμώνω, αγάπη, χαρά». Μοιάζουν με άσκηση συγχρονισμού. Μοιάζουν με κραυγή που δεν θέλει να ησυχάσει. «Τους ζητήσαμε να πουν συναισθήματα», μου λέει η Μαργαρίτα Τρίκκα. «Και αυτά ήταν τα πρώτα που βγήκαν, πολύ έντονα, πολύ άμεσα. Το άλλο που ακολουθεί, «ζητάμε να σταθούμε όρθιες», προέκυψε από μια πρόχειρη διασκευή που είχαμε κάνει από τις «Ικέτιδες». Δεν είναι ακριβής μετάφραση, αλλά τις άγγιξε. Γενικά, δουλεύαμε με αποσπάσματα από τραγωδίες – «Ικέτιδες», «Μήδεια», ακόμα και από κωμωδίες όπως η «Λυσιστράτη» – για να δούμε πού συναντιούνται οι δικές τους ζωές με αυτές τις ιστορίες».

Το κοινό παρακολουθεί σχεδόν ακίνητο. Η συνειδητοποίηση ότι η τέχνη, όταν μετατοπίζεται από τους γνώριμους χώρους της, παύει να είναι «κατανάλωση» – γίνεται κάτι ίσως πιο άβολο. Και σίγουρα πιο αληθινό. Ακολουθούν άλλα τραγούδια, χορός, γλέντι. Στο τέλος το χειροκρότημα έρχεται απλόχερα. Πολλοί θα σηκωθούν και θα γίνουν ένα με τα κορίτσια στη σκηνή. Ο χορός θα τους ενώσει όλους.

Ρωτώ την Μαργαρίτα για άλλες στιγμές σημαντικές, από αυτές που εμείς δεν είδαμε κι αυτή δεν ξεχνά. «Συγκινούμαστε συχνά, ακόμα και μέσα στο εργαστήριο», λέει. «Πλέον υπάρχει μια οικειότητα δεν ντρεπόμαστε ούτε εμείς ούτε εκείνες να δείξουμε συναίσθημα. Στο τέλος της παράστασης, χωρίς να το λένε απαραίτητα με λόγια, φαίνεται πόσο τις έχει επηρεάσει όλο αυτό. Αυτή είναι μια τεράστια στιγμή. Αλλά υπάρχουν και μικρές στιγμές: τα χαμόγελα, τα βλέμματα, η περηφάνια όταν κάτι «βγαίνει». Η αυτοπεποίθηση είναι κάτι που μέσα στη φυλακή καταστρέφεται. Και ξαφνικά βλέπεις να επιστρέφει. Θα σου πω ένα περιστατικό που μας σημάδεψε φέτος. Μια κοπέλα που συμμετείχε αυτο-τραυματιζόταν. Μια μέρα μας έδειξε ένα πολύ βαθύ τραύμα. Δεν ήθελε να την αγγίζουν, δεν ήξερε αν θέλει να συμμετέχει. Ήταν συνεχώς ανάμεσα στο «μπαίνω-βγαίνω». Τελικά έμεινε. Στην παράσταση είπε μία μόνο λέξη – κάτι που για εκείνη ήταν τεράστιο. Και μετά… η περηφάνια στα μάτια της. Ήταν συγκλονιστικό».

Έρχεται η ώρα της αποχώρησης. Ξέρουμε όλοι ότι αυτό που είδαμε δεν ανήκει ακριβώς σε εμάς. Ότι εμείς θα φύγουμε. Εκείνες θα μείνουν. Γι’ αυτό και ο δρόμος στην επιστροφή μοιάζει διαφορετικός. Το Νιάρχος δεν είναι πια απλώς ένα σημείο όπου θα κλείσει η μέρα. Είναι σχεδόν μια υπενθύμιση του πόσο εύκολα αλλάζουμε περιβάλλον – και πόσο δύσκολα αλλάζουμε οπτική.

Δημήτρης Πάντσος