Κατάρρευση κτηρίου στα Πετράλωνα επί της οδού Αλκμήνης στην Αθήνα
Όταν ένα τετραώροφο κτήριο καταρρέει και μάλιστα εν καιρώ ειρήνης και δίχως να έχει πληγεί από κάποια μεγάλη φυσική καταστροφή, το δημοσιογραφικό σινάφι ανασυγκροτείται στα ερείπια του «χάρτινου πύργου», όπως παρομοιάστηκε πολλάκις το τετραώροφο της οδού Αλκμήνης.
Παρουσιαστές ειδήσεων και ρεπόρτερ, αρχικά υιοθετούν την ορολογία που χρησιμοποιούν οι ειδικοί επιστήμονες: φέρουσα τοιχοποιία, μόνιμα και κινητά φορτία, δικτυώματα, δοκοί, πλαίσια… Στη συνέχεια σχεδόν λαχανιάζοντας απευθύνουν στους συνομιλητές τους, πολιτικούς μηχανικούς κυρίως, καίριες ή μη ερωτήσεις με καταιγιστικό ρυθμό και ενίοτε και επιθετικό ύφος. Σε αυτό το αναίμακτο, αλλά δραματικό γεγονός της κατάρρευσης, όπου οι ένοικοι κέρδισαν στο τσακ τη ζωή τους αλλά έχασαν διά παντός το «κεραμίδι» τους, δεν αρκεί, βλέπετε, η «κακιά η ώρα» που ως μοιρολάτρης λαός συνηθίζουμε να την καταριόμαστε. Κάτι πιο «αληθινό» φταίει.
Η Δρ. Όλγα Μαυρούλη, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών αν και διδάσκει μαθήματα του γεωτεχνικού και όχι του δομοστατικού τομέα στα ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνεται και η μελέτη των επιπτώσεων των κατολισθήσεων και ευρύτερα των μετακινήσεων του εδάφους στα κτίρια. Δεν πρωτοτυπώ και ρωτάω αυτό που σκέφτεται πρώτο ένας άνθρωπος που περνάει δίπλα από τα συντρίμμια και τις απαγορευτικές κορδέλες της αστυνομίας: «Πώς θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η κατάρρευση του κτηρίου στα Πετράλωνα;» «Παρόλο που δεν έχω πραγματοποιήσει αυτοψία στο κτήριο των Πετραλώνων, σύμφωνα με την ενημέρωση που έχω, η κατάρρευση του κτηρίου συνδέεται με την εκσκαφή στο παρακείμενο οικόπεδο, η οποία προκάλεσε καθιζήσεις και στροφές στο έδαφος θεμελίωσης του κτηρίου, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η ευστάθεια του. Σε αυτή την περίπτωση αν είχε πραγματοποιηθεί και εφαρμοστεί κατάλληλη γεωτεχνική μελέτη και στήριξη της εκσκαφής ώστε να μην υπάρξουν καθιζήσεις και στροφές του εδάφους που να επηρεάσουν την ευστάθεια του, ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί η κατάρρευση. Το μεγάλο ύψος του κτηρίου σε σχέση με τη βάση του ήταν ένα παράγοντας ο οποίος έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη για την εκτίμησης της ευαισθησίας της κατασκευής σε ενδεχόμενες μετακινήσεις εδάφους καθώς και τυχόν ρηγματώσεις στο κτήριο, αν υπήρχαν, ως προειδοποιητικά σημάδια, για τη λήψη μέτρων».
Ποια είναι κατά τη γνώμη της τα κρίσιμα ερωτήματα που πρέπει να τεθούν από τους επιστήμονες του τομέα της; «Σε τεχνικό και επιστημονικό επίπεδο, αναδεικνύεται η πολυπλοκότητα των κατασκευών και συγκεκριμένα εκσκαφών σε συνεχές σύστημα δόμησης, εντός πυκνού αστικού ιστού με μεγάλη ανομοιογένεια, ως προς την ηλικία, το βάθος θεμελίωσης και την γεωμετρία υφιστάμενων κατασκευών. Το ζητούμενο είναι τι προβλέπεται από το ισχύον νομικό πλαίσιο για την διασφάλιση της ευστάθειας των εκσκαφών και αντιστηρίξεων και την αντιμετώπιση της δυσμενούς αλληλεπίδρασης με τα γειτονικά κτήρια. Η προστασία των όμορων ιδιοκτησιών δεν μπορεί να επαφίεται στην εμπειρική κρίση ή στην καλή θέληση του μηχανικού και του αναδόχου, αλλά αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας. Άλλο ζήτημα είναι η αναγκαιότητα παρακολούθησης των μετακινήσεων του εδάφους και των κατασκευών, όπου χρειάζεται, με ειδικά όργανα καταμέτρησης, όπως γίνεται και για έργα μεγαλύτερης κλίμακας, όπως οι εκσκαφές του μετρό. Σε επίπεδο εκπαιδευτικό και ακαδημαϊκό επανέρχεται το ερώτημα, σχετικά με το αν η πανεπιστημιακή εκπαίδευση των μηχανικών καλλιεργεί τη συνθετική σκέψη για τον εντοπισμό πιθανών κρίσιμων καταστάσεων. Νομίζω ότι ενώ διαθέτουμε τα επιστημονικά εργαλεία δυσκολευόμαστε να τα εφαρμόσουμε κριτικά. Σε ένα ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, αναδεικνύονται σοβαρά ζητήματα που αφορούν το καθεστώς των ελέγχων δόμησης, τις ασφαλιστικές δικλίδες και την κατανομή των ευθυνών. Ζητάω διευκρινίσεις για τη χρησιμότητα της γεωτεχνικής μελέτης την οποία η καθηγήτρια υποστηρίζει σθεναρά: «Η γεωτεχνική μελέτη στοχεύει στη μείωση των αβεβαιοτήτων, παρέχοντας αξιόπιστα δεδομένα για τη συμπεριφορά του εδάφους και τη θεμελίωση, προκειμένου και ο σχεδιασμός να είναι αξιόπιστος. Για τον λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν εμπλέκονται παλαιά ή αυξημένης τρωτότητας κτήρια, ιστορικά κτήρια, κτήρια μεγάλης σπουδαιότητας, αλλά και όταν οι γεωτεχνικές συνθήκες είναι δυσμενείς.
Κατάρρευση πολυκατοικίας στα Πετράλωνα επί της οδού Αλκμήνης στην Αθήνα (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)
-Πόσο ρόλο παίζει η παλαιότητα των κτηρίων; Και η παλαιότητα αφορά το «γήρας» ή τις παλαιότερες νομοθεσίες που δεν υποστήριζαν την ασφάλεια των κτηρίων; Η παλαιότητα αφορά και τα δύο, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Από τη μία πλευρά, το «γήρας» ενός κτηρίου μπορεί να οδηγήσει σε φθορά και υποβάθμιση των μηχανικών χαρακτηριστικών των υλικών, καθώς και σε βλάβες που οφείλονται στην υγρασία, σε προηγούμενους σεισμούς ή σε άλλους φυσικούς και ανθρωπογενείς παράγοντες. Από την άλλη πλευρά, τα παλαιότερα κτήρια έχουν συνήθως σχεδιαστεί με παλαιότερους αντισεισμικούς κανονισμούς, οι οποίοι δεν διέθεταν τις σημερινές απαιτήσεις και τη σύγχρονη γνώση για την αντισεισμική συμπεριφορά των κατασκευών. Στην Ελλάδα, οι αντισεισμικοί κανονισμοί έχουν εξελιχθεί σημαντικά με ολοένα αυστηρότερες απαιτήσεις τόσο ως προς τα υλικά όσο και ως προς τη συνολική σεισμική συμπεριφορά του φορέα. Βέβαια, ανεξάρτητα από την ηλικία ενός κτηρίου, καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι κακοτεχνίες ή οι αποκλίσεις από την εγκεκριμένη μελέτη κατά την κατασκευή, καθώς μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την τρωτότητά του.
-Φαντάζομαι ότι άλλου είδους έλεγχοι και μελέτες γίνονται στα δημόσια κτήρια για παράδειγμα σχολεία, νοσοκομεία κλπ. Ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός (ΕΑΚ 2000), ο οποίος αποτελεί το βασικό πλαίσιο αντισεισμικού σχεδιασμού στην Ελλάδα, διαχωρίζει τα κτήρια σε τέσσερις κατηγορίες σπουδαιότητας. Ενδεικτικά, οι συνήθεις κατοικίες ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, τα σχολικά κτήρια στην τρίτη κατηγορία και τα νοσοκομεία στην τέταρτη. Ανάλογα με την κατηγορία σπουδαιότητας εφαρμόζεται διαφορετικός συντελεστής σπουδαιότητας, ο οποίος αυξάνει τη σεισμική δράση σχεδιασμού για κτήρια μεγαλύτερης σημασίας. Έτσι, ένα κτήριο υψηλής σπουδαιότητας σχεδιάζεται για μεγαλύτερες σεισμικές δράσεις σε σχέση με ένα κοινό κτήριο κατοικίας, γεγονός που οδηγεί τελικά σε πιο απαιτητικό φέροντα οργανισμό και θεμελίωση, με μεγαλύτερες ή πιο ενισχυμένες διατομές στοιχείων, όπου αυτό απαιτείται από τον σχεδιασμό. Αναφορικά με τον έλεγχο των κτηρίων και υποδομών, γνωρίζω την ύπαρξη των προγραμμάτων του ΟΑΣΠ και του ΤΕΕ για τον πρωτοβάθμιο αντισεισμικό έλεγχο σχολικών κτιρίων και αθλητικών εγκαταστάσεων. Όσον αφορά τον έλεγχο των δύο αυτών κατηγοριών, έχω ιδία άποψη για τη μεθοδολογία που έχει αναπτυχθεί και θεωρώ ότι πρόκειται για μια εξαιρετική προσπάθεια, η οποία λαμβάνει υπόψη σε μεγάλο βαθμό τις ιδιαιτερότητες κάθε υποδομής.
-Οι δημοσιογράφοι είμαστε ημιμαθείς και στην προσπάθειά μας να βγάλουμε άκρη πέφτουμε σε παγίδες… Τι ακούσατε τις τελευταίες ώρες που σας βγάζει από τα ρούχα σας; Χωρίς να γνωρίζω την πηγή προέλευσης του σχολίου και την αξιοπιστία της, εντυπωσιάστηκα με τον παραλληλισμό του κτηρίου που κατέρρευσε στα Πετράλωνα με τον Πύργο της Πίζας, καθώς και με το επιχείρημα ότι ο τελευταίος, παρόλο που είναι κεκλιμένος, δεν έχει καταρρεύσει. Ο παραλληλισμός αυτός είναι αδιανόητος αν αναλογιστεί κανείς τις εξειδικευμένες μελέτες που έχουν εκπονηθεί για τον Πύργο της Πίζας και την προστασία του σε σχέση με το τετραώροφο κτήριο των Πετραλώνων…
Κατάρρευση πολυκατοικίας στα Πετράλωνα επί της οδού Αλκμήνης στην Αθήνα (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)
Ο Γεράσιμος Κωτσοβός, Δρ. Πολιτικός Μηχανικός με κατεύθυνση δομοστατικού Μηχανικού και ειδίκευση στην ανάλυση και σχεδιασμό κατασκευών συναίνεσε στη σύντομη συνομιλία μας για να μας θυμίσει ότι η σπουδή με την έννοια της ταχύτητας, συγκρούεται με τη σπουδή που σημαίνει μελέτη, αλλά και για να μας πει κάτι… «ανθρώπινο»: «Στην Αθήνα όπου τα κτήρια εφάπτονται το ένα στο άλλο, «συνεργάζονται» μεταξύ τους. Και πολλά κυριολεκτικά στηρίζονται το ένα στο άλλο, έχουν γλιτώσει τη «ζωή» τους γιατί υπάρχει αυτή η συνεργασία».
Για την κατάρρευση του συγκεκριμένου κτηρίου παραδέχεται ότι δε γνωρίζει λεπτομέρειες: «Εικάζω, από αυτά που μαθαίνω, ότι στην Αλκμήνης η εκσκαφή έγινε σε χαμηλότερο επίπεδο από τα θεμέλια του κτηρίου που κατέρρευσε. Το συμπεραίνει κανείς αυτό επειδή υπάρχει η πληροφορία ότι η τετραώροφη πολυκατοικία δεν είχε υπόγεια, συνεπώς η θεμελίωσή της ήταν στο ένα περίπου μέτρο βάθους, ενώ για μία νέα κατοικία η εκσκαφή γίνεται πολύ χαμηλότερα», εξηγεί με απλά λόγια ο Δρ. Κωτσοβός. «Σε τέτοιες περιπτώσεις κάνουμε «ντουλάπια», έναν τρόπο αντιστήριξης, ακολουθώντας μία ασφαλή διαδικασία, όπου η εκσκαφή γίνεται τμηματικά, ανά μέτρο. Τα «ντουλάπια», αυτά τα μικρά, ενισχυτικά τμήματα από άοπλο ή οπλισμένο σκυρόδεμα (μπετόν) που κατασκευάζονται εκατέρωθεν ή κατά μήκος των υφιστάμενων τοιχίων είναι κοστοβόρα, οπότε συχνά, λόγω κόστους παραλείπονται».
Τον ρωτάω για το ρόλο που μπορεί να έπαιξε το είδος του εδάφους, στο οποίο είχε θεμελιωθεί το τετραώροφο κτήριο: «Αν το πρόβλημα ήταν το έδαφος στο οποίο είχε θεμελιωθεί η πολυκατοικία θα είχε φανεί νωρίτερα», εξηγεί. Στην κουβέντα μπαίνει και το θέμα της ηλικίας των κτηρίων. «Πρέπει να σας πω ότι υπάρχουν παλιές κατασκευές εξαιρετικές, σε αντίθεση με αρκετές νεότερες. Τα κτήρια αυτά είναι δοκιμασμένα, έχουν δείξει τις αντοχές τους. Μιλάμε για πολυκατοικίες που έχουν περάσει σεισμούς… Σαφώς έχουν έναν μεγάλο κύκλο ζωής, αλλά κανείς δεν έχει λόγο να τα πειράξει εάν δεν υπάρχουν εμφανή σημάδια, αρκεί να μην έχουν υποστεί αυθαίρετες επεμβάσεις είτε στον φέροντα οργανισμό είτε στην τοιχοποιία. Τα κτήρια μιλάνε γι’ αυτούς που ακούν».